Σε έναν από τους μεγαλύτερους διαγωνισμούς του κόσμου, βραβεύτηκαν και φέτος δύο ρετσίνες της «οινοποιίας Στέλιος Κεχρής» με ασημένιο μετάλλιο.

Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που το εθνικό μας προϊόν, μας κάνει περήφανους στη διεθνή σκακιέρα, καθώς τόσο το «Κεχριμπάρι» όσο και το «Δάκρυ του Πεύκου» βραβεύονται ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια από το δύσκολο γαλλικό κοινό. H εκκίνηση έγινε αρχικά με το «Κεχριμπάρι», όταν για πρώτη φορά στις “vina liés Internationales 2008”, έκανε τους κλασικούς κατά τα υπόλοιπα Γάλλους διοργανωτές, να αναρωτηθούν για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της ρετσίνας. Ακολούθησε το «Δάκρυ του Πεύκου» το 2010, και τώρα οι φετινές διακρίσεις. Έτσι περάσαμε από την εποχή που αντίστοιχοι διαγωνισμοί δεν δέχονταν τη ρετσίνα στους κόλπους του διαγωνισμού τους, σε μία νέα εποχή για την ιστορία της ρετσίνας και της ελληνικής γαστρονομίας.

Οι “vina liés internationales” διοργανώνονται από την «Ένωση Γάλλων οινολόγων» υπό την αιγίδα του «Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου» (OIV) και φέτος έλαβαν χώρα 25 Φεβρουαρίου με 1 Μαρτίου στο Παρίσι. Στο διαγωνισμό συμμετείχαν 120 διεθνούς φήμης κριτές από διάφορες εθνικότητες και 3.300 δείγματα κρασιών από 42 χώρες.

Οι δύο δημιουργίες του Μακεδόνα οινοπαραγωγού, που παρουσιάζουν τη δική του εκδοχή για το εθνικό μας κρασί.
Η καθεμία με τον τύπο της!

Κεχριμπάρι: Μία ρετσίνα κλασική και συγχρόνως ποιοτική ξεχωριστή, κομψή, με έντονη νιότη και φρεσκάδα στο βλέμμα.

Στοιχεία της το αχυρόξανθο χρώμα, το ξεκάθαρο φρουτώδες άρωμα, η φρεσκάδα, και η δροσιά .

Και για πραγματικά “ελληνικά gourmet” οι κριτές επέλεξαν το «Δάκρυ του πεύκου». Η πολυπλοκότητα και η διάρκεια τα κύρια χαρακτηριστικά του.

Μια ελεγχόμενη συγκέντρωση επιλεγμένου φρέσκου ρετσινιού, με τις νότες βανίλιας και βουτύρου να παντρεύονται αρμονικά, και να στρώνουν ένα μοναδικό φόντο για την αρωματική παλέτα του ασύρτικου, με νότες από θυμάρι, τζίνζερ, και την μαστίχα να παραπέμπει συνειρμικά στις ελληνικές πευκόφυτες παραλίες. Έχει ιδιαίτερα πλούσια αίσθηση στο στόμα και αφήνει μία μακριά γλυκιά ανάμνηση.

Του Δημήτρη Ωραιόπουλου