«H αποτυχία του προγράμματος συμφέρει την Ελλάδα», είναι ο τίτλος του δημοσιεύματος των «Financial Times».

Οι οικονομολόγοι συχνά περιγράφουν τις κρατικές επαναγορές χρέους ως «χαμένη δουλειά», μια απώλεια χρόνου και χρήματος. Αυτό βέβαια δεν απέτρεψε τους ρυθμιστές της Ευρωζώνης από το να βάλουν την επαναγορά ομολόγων μέσα στη σύνθεση του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας, γράφουν οι FT.

Σε ονομαστική αξία, τα θέλγητρα είναι οφθαλμοφανή. Επαναγοράζοντας ελληνικά ομόλογα που βρίσκονται στα χέρια των ιδιωτών επενδυτών, τα οποία κινούνται κάτω από την ονομαστική τους αξία και αποσύροντάς τα, η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να μειώσει το συνολικό δανειακό της βάρος.

Αν και τα περισσότερα από τα ελληνικά χρεωστούμενα στον ιδιωτικό τομέα εξανεμίστηκαν με την προηγούμενη αναδιοργάνωση του χρέους 200 δισ. ευρώ, περίπου 62 δισ. ευρώ παραμένουν στην κατοχή των ελληνικών τραπεζών, λίγων Ευρωπαίων επενδυτών και όλο και περισσότερων hedge funds που ποντάρουν στην επαναγορά.

Οι αξιωματούχοι ελπίζουν ότι η επαναγορά θα καλύψει κάτι παραπάνω από το μισό από τη μείωση του χρέους που προβλέπει η χθεσινή συμφωνία, χαμηλώνοντας το δανειακό βάρος της Ελλάδας από το 144% του ΑΕΠ στο 126,6% το 2020.

Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισαν οι Financial Times, οι διαπραγματευτές εκτιμούν ότι 11 ποσοστιαίες μονάδες από αυτήν τη μείωση θα προέλθουν από την επαναγορά.

Σε κάθε περίπτωση, ανώτατοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι δεν έχουν σαφή εικόνα για το πόσο χρέος θα καταφέρουν να αποσύρουν με το πρόγραμμα, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με 10,2 δισ. ευρώ σε δάνεια που θα δοθούν στην επόμενη δόση των 34,4 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα.

«Κανένας μας δεν γνωρίζει πραγματικά,» σχολίασε ανώτατος διπλωμάτης. «Θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε.»


protothema.gr