Μετά από μαραθώνιες νυχτερινές συνεδριάσεις και επί τόπου τροποποιήσεις της τελευταίας στιγμής, η αιγυπτιακή συντακτική Εθνοσυνέλευση -που κυριαρχείται από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και «μποϊκοτάρεται» από μέρος της αντιπολίτευσης- έβαλε τη σφραγίδα της, άρθρο-άρθρο, στο προσχέδιο του νέου Συντάγματος και το στέλνει στον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι ώστε να το θέσει στην κρίση του λαού. Η αντιπολίτευση επιμένει ότι ο Μόρσι επιδιώκει να επιβάλει βιαστικά μέσω του «Συντάγματος της Επανάστασης» τις θέσεις των ισλαμιστών, το Σύνταγμα έχει σημειά εγγυώνται το κράτος δικαίου μαζί με άλλα που είναι τουλάχιστον «θολά», ενώ λάδι στη φωτιά ρίχνουν οι εκατέρωθεν εκκλήσεις για νέες διαδηλώσεις.

Τα ξημερώματα της Παρασκευής, η Εθνοσυνέλευση ολοκλήρωσε την ψηφοφορία για τα 234 του προσχεδίου του Συντάγματος και ανακοίνωσε ότι θα το διαβιβάσει σε «μία λογική ώρα» στον πρόεδρο Μόρσι, οποίος αναμένεται να το επικυρώσει το Σάββατο. Η Εθνοσχυνέλευση θα συνεχίσει τις εργασίες της ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για το δημοψήφισμα επί του προσχεδίου του Συντάγματος, με στόχο οι κάλπες να στηθούν πριν το τέλος του χρόνου.

Στα μέλη της Εθνοσυνέλευσης δεν παρίστατο κανένα μέλος από την κοπτική χριστιανική κοινότητα της Αιγύπτου και ούτε ένα μέλος από τη θεωρούμενη «κοσμική» αντιπολίτευση.

Το προσχέδιο του Συντάγματος, το οποίο εγκαθιδρύει ένα ισχυρό προεδρικό σύστημα, έχει αρκετά σημεία που αντλούν ξεκάθαρα από τις δυτικές αστικές παραδόσεις μαζί με αρκετά άλλα που αποκλίνουν από αυτές

Τα προβλήματα ξεκινούν ήδη από το προοίμιο: Το Σύνταγμα είναι το αποτέλεσμα της Επανάστασης «που ξεκίνησε από τη Νεολαία και προστατεύτηκε από τον Στρατό», λέει το κείμενο -διατύπωση που, φαινομενικά τουλάχιστον, έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες από την πρόσφατη στάση του στρατού, προ και μετά Μουμπάρακ.

Το προσχέδιο έχει αρκετά σημεία που στοχεύουν στην θωράκιση ένος ανοικτού πολιτικού συστήματος: Η συνολικού παραμονή ενός προέδρου στο θώκο περιορίζεται σε οκτώ χρόνια (ο Μουμπάρακ κυριαρχούσε για τρεις δεκαετίες) και εισάγει έναν κάποιο βαθμού πολιτικού ελέγχου επί του στρατού -υτπερβολικά δειλού κατά τους επικριτές του.

Αρκετά ισχυρή φαίνεται η εγγύηση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων: Στο προσχέδιο του καταστατικού χάρτη απαγορεύεται η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα αλλά και ρητά ο βασανισμός και ο εκφοβισμός κρατουμένων.

Η ελευθερία συνέλευσης κατοχυρώνεται επίσης ρητά, όπως και το δικαίωμα στην παιδεία, την περίθαλψη υγείας και το δίκαιο μισθό. Ειδική μέριμνα προβλέπεται για τραυματισμένους της Επαναάστασης ή συγγενείς νεκρών της εξέγερσης κατά του Μουμπάρακ, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την εύρεση εργασίας.

Παράλληλα όμως, το προσχέδιο του Συντάγματος έχει και αρκετά σημεία που μπορεί να αποδειχθούν εμπρηστικά. Το πρώτο είναι ότι ως «πηγή» αναφέρεται η Σαρία, ο ισλαμικός νόμος -πράγμα καθόλου ασυνήθιστο για Συντάγματα της περιοχής, προβληματικό ωστόσο στο σημείο που οι ισλαμοδιδάσκαλοι του ιστορικού κέντρου του Αλ Αζάρ αναφέρονται ρητά ως «σύμβουλοι» στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία. Το κράτος ορίζεται επίσης αρμόδιο για την διαφύλαξη της «αξιοπρέπειας και της ηθικής», θολό σημείο που σε συνδυασμό με τα παραπάνω μπορεί να εγείρει ανησυχίες.

Εγγυημένη είναι επίσης η ελευθερία έκφρασης και η ελευθεροτυπία, απαγορεύεται όμως η προσβολή του προσώπου του Μωάμεθ όπως και η προσβολή «καθενός εκάστου» -θολή διατύπωση που μένει να φανεί πώς μπορεί να επηρεάσει την ελεύθερη έκφραση.

Η διασφάλιση της ισοτιμίας των φύλων δεν φαίνεται επίσης ιδιαίτερα ισχυρή: Ναι μεν υπογραμμίζεται ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι «χωρίς διάκριση», αλλά δεν γίνεται ρητή αναφορά στις διακρίσεις βάσει φύλου, όπως ζητούσαν αρκετές οργανώσεις.

Ικανοποιημένος με τις διατυπώσεις που τον αφορούν μάλλον θα είναι και ο στρατός. Στα πέντε άρθρα που τον αφορούν, υπάγονται μεν οι στρατηγοί αυστηρά στο Σύνταγμα και στο Κοινοβούλιο αλλά ο ρόλος του δεν μειώνεται σημαντικά: Διατηρούν οικονομική αυτονομία, έχοντας ξεχωριστό προϋπολογισμό, και δεν αποκλείεται η υπαγωγή δικαστικών υποθέσεων πολιτών σε στρατοδικεία.

Όσον αφορά, τέλος, το ρόλο του προέδρου, η ανώτατη αρχή κρατά πάντα το «χαρτί» της προκήρυξης δημοψηφίσματος ώστε να αποφασιστούν «σημαντικά σημεία διαμάχης».

 

in.gr