Στο μικροσκόπιο των αγορών και των Βρυξελλών συνεχίζει και βρίσκεται εδώ και εβδομάδες η κυπριακή οικονομία με δύο βασικά ερωτήματα να στριφογυρίζουν μεταξύ των ειδικών και των ομολογουμένως λίγων επενδυτών:

1. Πως είναι δυνατόν μια οικονομία να δανειστεί άπαξ ένα ποσό ίσο και μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της, έχοντας εγνωσμένα μπροστά της μια δύσκολη προσαρμογή και

2. Πως είναι δυνατόν να ευελπιστεί κανείς πως το κυπριακό χρέος μπορεί μια μέρα να ξαναγίνει βιώσιμο με κάποιον αξιόπιστο τρόπο.

Τα δύο ερωτήματα προφανώς είναι ακόμα αναπάντητα τόσο από τις οικονομικές υπηρεσίες της Κομισιόν, όσο και από το ΔΝΤ - που προφανώς δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα που πάει να μπλέξει. Οι δε αγορές αμφισβητούν έμπρακτα το πως ένας πληθυσμός 700.000 κατοίκων μπορεί να στηρίξει και στο μέλλον τα θεμελιώδη οικονομικά του παρελθόντος χωρίς τις εγχύσεις κεφαλαίων από αμφισβητούμενες πηγές.

Εν ολίγοις Κομισιόν, ΔΝΤ και αγορές αναρωτιούνται ποιες είναι οι εγγυήσεις.

Οι λίγοι που επιχείρησαν να βάλουν κάτω τα βασικά οικονομικά μεγέθη αναφώνησαν πως απαιτείται πρωτογενές πλεόνασμα 7 μονάδων του ΑΕΠ για 10 χρόνια μέχρι να επιστρέψει το χρέος από το 180% στο 90% του ΑΕΠ - ποσοστό αποδεκτό από τους επενδυτές. Τα δέκα χρόνια προφανώς και δεν ξεκινάνε από το 2013, αλλά από την πρώτη χρονιά ισοσκελισμού του προϋπολογισμού που δεν μπορεί να είναι παρά το 2015 ή 2016. Το δε προσόν του φυσικού αερίου - που ακόμα δεν το έχει δει κανείς - για τους σοβαρούς παράγοντες των αγορών δεν αποτελεί επαρκές αντιστάθμισμα. Οι λόγοι και πάλι είναι δύο:

1. Δεν βγάζει 7 μονάδες πρωτογενούς πλεονάσματος, ούτε σε συνεργατικά με άλλα συμβατικά μέτρα και
2. Προφανώς αν τα κέρδη πάνε όλα στην αποπληρωμή του χρέους η χώρα χάνει τη δυνατότητα να αποκτήσει βιώσιμη ανάπτυξη.

Επιπλέον η Κύπρος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ελπίζει ότι θα διατηρήσει το καθεστώς ούτε του φορολογικού παραδείσου, ούτε της δεξαμενής ξένου (ρωσικού) κεφαλαίου, διότι το μεν πρώτο δε θα το επιτρέψει η Γερμανία, το δεύτερο ο OLAF και το ΔΝΤ. Οι δε Ρώσοι έχουν ήδη βρει νέα ασφαλέστερα λιμάνια στις χώρες τις Βαλτικής και πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Η κυβέρνηση πάλι (κατά πάσα πιθανότητα η επόμενη), όπως λένε στις Βρυξέλλες έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους προσαρμογής:

1. Να βαδίσει στα χνάρια της Ελλάδας:

  • με αντίσταση κι αναβολή στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
  • με ολιγωρία στην ριζοσπαστκή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών
  • με παλινωδίες και κάλυψη επιμέρους συμφερόντων 
  • με ένα PSI, σχετικά γρήγορα

2. Να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ιρλανδίας:

  • Αυτό θα σήμαινε μια βίαιη εμπροσθοβαρή προσαρμογή - δηλαδή, αμέσως μόλις αρχίσει η εφαρμογή του μνημονίου,
  • με πλήρη αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος
  • με κλείσιμο τραπεζών και συγχώνευση των υπολοίπων, έτσι ώστε ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Κύπρου να βρεθεί σε αντιστοιχία με το μέγεθος της οικονομίας της
  • με ταχεία εσωτερική υποτίμηση - λόγω της αδυναμίας για υποτίμηση του νομίσματος
  • μείωση των μισθών και των συντάξεων, έτσι ώστε να ανακτηθεί και τμήμα της χαμένης ανταγωνιστικότητας
  • Πτώση των τιμών των ακινήτων κατά 70%
  • διπλασιασμό της ανεργίας μέσα σε δυο χρόνια
  • ύφεση τουλάχιστον -10% μέσα σε δυο χρόνια
  • μετανάστευση τμήματος του εργατικού δυναμικού κ.α.

Είναι προφανές ότι και οι δύο επιλογές είναι δύσκολες. Η πρώτη ίσως πολιτικά φαντάζει ευκολότερη τα πρώτα χρόνια, όμως στο βάθος η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα συνεχίζει και είναι εκτός αγορών, ενώ η Ιρλανδία επιστέφει στον αυτόνομο δανεισμό του χρόνου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Ιρλανδοί πόνεσαν, «μα ποιος πονάει πιο πολύ θα ‘ρθει ο καιρός να μας το πει...»

Επιπλέον η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να διαβουλευτεί πρωτίστως με τους εταίρους και την Κομισιόν σε σχέση με τις βασικές μακροοικονομικές επιλογές. Στις δε Βρυξέλλες, γνωρίζοντας πως οι οικονομικές επιλογές είναι ταυτοχρόνως και πολιτικές - και με συσσωρευμένη την εμπειρία των οικονομικών προγραμμάτων τριών άλλων χωρών - θεωρούν ότι το οικονομικό πρόγραμμα της Κύπρου θα «πέσει και πάλι στο τραπέζι» για διαπραγμάτευση - όταν θα έχει σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση, η οποία δεν έχει κανένα λόγο να δεσμευθεί σε αποφάσεις της προηγούμενης, οι οποίες δεν είναι καν δημόσια γνωστές.