Ξεχασμένη αρχοντιά, σφαλισμένες πόρτες και παραθύρια, χορταριασμένα γεφύρια, δάση πυκνά και ορμητικά ποτάμια... Eνα οδοιπορικό σε τόπους ορεινούς, κατάστικτους από ιστορικά χωριά που αγκαλιάζει από παντού η ζωογόνα φύση του Βοΐου

Η εθνική οδός που συνδέει την Ηπειρο με τη Δυτική Μακεδονία κόβει στα δύο την κορμοστασιά της Βόρειας Πίνδου και διασχίζει μερικά από τα ομορφότερα ορεινά τοπία της Ελλάδας.
Οι Ζουπανιώτες, άριστοι τεχνίτες της πέτρας, πρόσεξαν ιδιαίτερα το χωριό τους.

Ο δρόμος σαν τεράστιο φίδι σέρνεται στις πλαγιές σκαρφαλώνοντας σε μεγάλα υψόμετρα πάνω στη ράχη που συνδέει το όρος Γράμμος με το Βόιο. Ολη η διαδρομή είναι ένα συνεχές στριφογύρισμα ανάμεσα σε ποτάμια, δάση, γκρεμούς και χιονισμένες από τον Νοέμβρη έως και τον Μάη ακρώρειες.

Ερχόμενοι είτε από τα Γιάννενα (μέσω Κόνιτσας) είτε από Κοζάνη (μέσω Σιάτιστας), στο μέσο περίπου της διαδρομής θα διασταυρωθείτε με τις πετρόχτιστες γειτονιές των Μαστοροχωρίων του Βοΐου.

Είναι γενικώς αποδεκτό πως από τα αρχοντικά αυτά χωριά που σήμερα μοιράζονται ανάμεσα στους νομούς Γρεβενών και Κοζάνης, ο Πεντάλοφος θεωρείται το ιστορικό, πολιτιστικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής. Το κεφαλοχώρι με τις δύο συνοικίες του απλώνεται στη ρίζα των κορφών Δόντι ή Γκραντίσκα και Ρουμάνι του όρους Βόιο σε μια υψομετρική ζώνη που ξεκινά από τα 950 μέτρα (Κάτω Πεντάλοφος) και φτάνει τα 1.050 μέτρα (Πάνω Γειτονιά). Τη συνοχή του οικιστικού συμπλέγματος διακόπτει μόνο ο εθνικός δρόμος Ιωαννίνων - Κοζάνης που περνά μέσα από το χωριό.

Ο Πεντάλοφος απλώνει τις συνοικίες του σε μια υψομετρική ζώνη που ξεκινά από τα 950 μέτρα και φτάνει τα 1.050.

Ανέκαθεν ο Πεντάλοφος βρισκόταν -λόγω θέσης- στο κέντρο των γεγονότων που παρέσυραν στη δίνη των πολέμων ολόκληρη την υπό οθωμανική κατοχή, Βαλκανική χερσόνησο. Εδώ είχε το ορμητήριό του ο Παύλος Μελάς και από εδώ ξεκίνησε εκείνη τη μοιραία μέρα στις 4 Σεπτέμβρη του 1904, για την τρίτη και τελευταία εξόρμησή του στη Δ. Μακεδονία, εναντίον των Βούλγαρων επιδρομέων. Με την εισβολή των Ιταλών τον Οκτώβριο του 1940 ο Πεντάλοφος βρέθηκε στην καρδιά των πολεμικών δράσεων. Από την περιοχή αυτή ο θρυλικός Συνταγματάρχης Δαβάκης οργάνωσε την άμυνα του μετώπου. Από τον Πεντάλοφο και τα γύρω χωριά οι ηρωικές γυναίκες ζαλικωμένες με πολεμοφόδια ανέβαιναν στις κορυφογραμμές για να τροφοδοτήσουν τους στρατιώτες που μάχονταν εκεί ή για να μεταφέρουν τους πληγωμένους στα νοσοκομεία εκστρατείας που είχαν στηθεί στα χωριά της Β. Πίνδου. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Ζουπάνι, ενώ η σύγχρονη ονομασία προήλθε από τους πέντε λόφους που περικλείουν τον οικισμό. Οι Ζουπανιώτες ήταν άριστοι τεχνίτες της πέτρας, κτιστάδες, πελεκητές, καλφάδες, περιζήτητοι σε όλη την επικράτεια της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία καταλάμβανε ένα μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Οι τεχνίτες που έκτισαν μερικά από τα ομορφότερα χωριά και εκκλησιές του Πηλίου ήταν αδύνατον να αμελήσουν το ίδιο τους το χωριό. Ετσι λοιπόν ο Πεντάλοφος φημίζεται για τα καλοβαλμένα, πέτρινα αρχοντικά του και τις επιβλητικές του εκκλησίες.

Στο κέντρο του χωριού η τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αθανασίου (1816) εντυπωσιάζει με την παρουσία της. Στον δρόμο για το χωριό Βυθός ξεχωρίζει η επίσης τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αχίλλειου (18ου αι.) που κοσμείται από θαυμάσιες αγιογραφίες του ζωγράφου Μιχαήλ, ο οποίος καταγόταν από τους Χιονιάδες της Κόνιτσας. Ομως το Ζουπάνι θα το γνωρίσεις πραγματικά αν χαθείς στα λιθόστρωτα καλντερίμια και αναζητήσεις τα παλιά διώροφα και τριώροφα αρχοντικά που κουβαλούν στις καλοδουλεμένες πέτρες τους όλη την ιστορία τούτου του ιδιαίτερου τόπου.

Στις γειτονιές του Ανω Πεντάλοφου


Ενα σημαντικό οικοσύστημα

Βουνό μέσου υψομέτρου το Βόιο περνά μάλλον απαρατήρητο στους «αμύητους» επισκέπτες της περιοχής, αφού δεν διαθέτει τις εντυπωσιακές κορφές των γειτόνων του.

Παρ' όλα αυτά, με το εξαιρετικά μεγάλο μάκρος (ξεπερνά τα 45 χιλιόμετρα μήκος) και τη δασοσκεπή παρουσία του (η φυτοκάλυψή του είναι περίπου στο 80%), κρατά ακόμα κρυφά πολλά από τα μυστικά του.

το γεφύρι της Πραμόριτσας

Το Βόιο συμπεριλαμβάνεται στο ορεινό σύμπλεγμα της βόρειας Πίνδου και ο Αϊ-Λιας ο Ζουπανιώτικος, η ψηλότερη κορφή του, αγγίζει τα 1803 μέτρα. Σκεπασμένο από εκτεταμένα δάση οξιάς, πεύκου και ελάτης αποτελεί ακόμα ασφαλές καταφύγιο για πολλά είδη της άγριας πανίδας, όπως ο λύκος, η αρκούδα, το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο.

Δυστυχώς και εδώ το παράνομο κυνήγι οργιάζει, καθώς άφθονοι δασικοί δρόμοι διατρέχουν τις ήπιες πλαγιές. Οι λαθροθήρες ξεκούραστα φτάνουν στην καρδιά του δάσους και επιδίδονται με άνεση στο παράνομο «σπορ». Επίσης, η λαθροϋλοτομία τα τελευταία χρόνια με τη δραματική αύξηση της τιμής του πετρελαίου έχει γίνει κυριολεκτικά η μάστιγα των δασών. Η δασική υπηρεσία με τους ελάχιστους πόρους που διαθέτει τρέχει και δεν προλαβαίνει...

Αρχές Νοέμβρη οι οξιές του Βοΐου έχουν χάσει το φύλλωμά τους και ετοιμάζονται για τον βαρύ χειμώνα.

Ετσι η άγνοια μαζί με την έλλειψη υποδομών περιφρούρησης του φυσικού μας πλούτου καταστρέφουν την ανεκτίμητη πανίδα και χλωρίδα, όχι μόνο του Βοΐου βέβαια, αλλά όλης της Ελλάδας.

To γεφύρι της Πραμόριτσας

Στην περιοχή του Τσοτυλίου, κοντά στο Ανθοχώρι, συναντάμε ένα από το ομορφότερα πέτρινα γεφύρια της Μακεδονίας, αυτό της Πραμόριτσας, που παλιά εξυπηρετούσε τις μετακινήσεις των κοπαδιών του Βοΐου προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας. Κτίσθηκε πιθανόν στα μέσα του 18ου αιώνα, με τη χρηματοδότηση κάποιου τσέλιγκα που έχασε τη μονάκριβη κόρη του από τα ορμητικά νερά του ποταμού.

Χαμένοι στους δασικούς δρόμους του Βοΐου πάνω από το χωριό Βυθός.


Σε απόλυτη αρμονία

Η ευρύτερη περιοχή του Βοΐου παρουσιάζει έντονο περιηγητικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον. Με αφετηρία λοιπόν τον Πεντάλοφο, θα γνωρίσουμε και μερικά ακόμη από τα Μαστοροχώρια του Βοΐου, όπως είναι το Δίλοφο, το Δασύλλιο, η Καλλονή.

Στο Δίλοφο μπορείτε να έρθετε κατευθείαν από τον Πεντάλοφο ακολουθώντας τον δρόμο που διασχίζει πανέμορφο δάσος με καστανιές (6 χλμ. χαλικοστρωμένος). Ομως, αν θέλετε να κάνετε μια μεγαλύτερη διαδρομή και να γνωρίσετε περισσότερα τοπία και χωριά, θα κατηφορίσετε προς Τσοτύλι. Στα 6 χλμ. θ' αφήσετε τον κεντρικό δρόμο και θα στρίψετε δεξιά προς Δίλοφο - Καλλονή (υπάρχουν πινακίδες). Μετά μια υπέροχη διαδρομή (9 χλμ.), ο ασφάλτινος δρόμος θα μας φέρει στην είσοδο του Δίλοφου (παλιότερα Λιμπόχοβο) με τις δυο γειτονιές του, αντικριστά κτισμένες στη ράχη ισάριθμων λόφων. Εδώ εκτός από τα καλοδιατηρημένα πέτρινα σπίτια θα ξεχωρίσετε την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, που δεσπόζει στην πλατεία και είναι κτίσμα του 19ου αιώνα, ενώ το καμπαναριό καμωμένο από λεπτοδουλεμένη πέτρα ανεγέρθηκε το 1923.

Το γεφύρι της Σβόλιανης, ίσα που το ξεχωρίζεις από τον λείο βράχο του Βοΐου.

Σε πολύ μικρή απόσταση συναντάμε το επίσης παραδοσιακό χωριό Δασύλλιο (παλιά Μαγέρη). Λίγο έξω από το χωριό σε τοποθεσία με άφθονα τρεχούμενα νερά συναντάμε το γεφύρι της Μαγέρης, που απλώνει την πέτρινη δρασκελιά του για 23 μέτρα πάνω από το ποτάμι Παλιομάγερο. Το μικρό φράγμα δημιουργεί κατά την υπερχείλισή του ένα τεχνητό βέβαια, αλλά ευχάριστο, καταρράκτη χαρίζοντας στο τοπίο μια ξεχωριστή όψη. Το γεφύρι κτίστηκε το 1910 ύστερα από χρηματική συνεισφορά και προσωπική δουλειά κατοίκων των γύρω χωριών, αλλά και την οικονομική συνδρομή μεταναστών της Αμερικής.

Από εδώ μπορείτε να συνεχίσετε την περιπλάνησή σας στα Μαστοροχώρια των Γρεβενών και να τραβήξετε για Τρίκορφο και Καλλονή, οδηγώντας πάντα σε ασφάλτινους δρόμους. Επίσης, από αυτό το σημείο αυτοσχεδιάζοντας ανάμεσα σε απέραντες ημιορεινές εκτάσεις κατάφυτες από βελανιδιές και πεύκα, μπορείτε να επισκεφθείτε το Μεσολούρι, την Αλατόπετρα, τη Σμίξη, τη Σαμαρίνα, όλα χωριά που βρίσκονται κοντά στο χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας ή να συνεχίσετε «ασφάλτινα» για Γρεβενά.

Το χωριό Δασύλλιο ή Μαγέρη υπάγεται διοικητικά στον νομό Γρεβενών.

Δυο χιλιόμετρα βόρεια του Πεντάλοφου συναντάμε σε ύψος 1.000 μέτρων περίκλειστο από κορφοβούνια το χωριό Βυθός (παλιότερα Ντόλος), γνωστό για τα πηγαία νερά του και τις πολυάριθμες βρύσες του. Στην πλατεία του χωριού δεσπόζει η εκκλησία που κτίσθηκε στη θέση παλιότερου ναού στις αρχές του 19ου αιώνα και την έκαψαν οι Γερμανοί το 1944 για να ανακαινισθεί και πάλι μεταπολεμικά.

Ανάμεσα στον Βυθό και στο χωριό Αυγερινός, κτισμένο μέσα σε παρθένα δασική έκταση από οξιές ξεχωρίζει το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας με τους τρεις τρούλους (18ος αι.) και τον έναν, αλλά ηρωικό. μοναχό του. Η γεωμορφολογία του τοπίου μεταμορφώθηκε το 2008 μετά την ανύψωση μικρού φράγματος που τιθάσευσε τα νερό της Πραμόριστας προσθέτοντας μια γαλάζια πινελιά στην απόλυτη κυριαρχία του πράσινου. Από τον κεντρικό δρόμο που συνδέει το Πεντάλοφο με το Τσοτύλι με σύντομες παρακάμψεις μπορούμε να προσεγγίσουμε τα πέτρινα γεφύρια της Μόρφης και της Σβόλιανης που δρασκελίζουν τις όχθες της Πραμόριστας. Μόλις 500 μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, κρυμμένο μέσα σε οργιώδη βλάστηση από δρυς και καστανιές, συναντάμε το χωριό Αγία Σωτήρα ή Σβόλιανη με τα καλοδιατηρημένα δίπατα, πετρόκτιστα σπίτια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η τρίκλιτη βασιλική εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης (1867), ενώ αξίζει να αναζητήσετε τον κοιμητηριακό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1783) για να δείτε τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του λαϊκού ζωγράφου Μιχαήλ. Ζητήστε από τους ντόπιους να σας δείξουν τη «Σκάλα της Σβόλιανης», το παλιό χαρακτηριστικό λιθόστρωτο μονοπάτι που συνέδεε το χωριό με το Ζουπάνι.

Λεπτομέρεια από τον ναό του Αγίου Αθανασίου στον Πεντάλοφο.


Καλλονή έχει το όνομα, έχει και τη χάρη

Το χωριό Καλλονή (παλιότερα Λούντζι) βρίσκεται σε ύψος 950 μέτρων σε κατάφυτη από βελανιδιές ράχη του βουνού και είναι από τα ομορφότερα χωριά του Βοΐου. Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες δημιουργήθηκαν στα τέλη του 17ου αιώνα - το Λούντζι αναφέρεται για πρώτη φορά στα κατάστιχα της Μονής Ζάρδοβας στα 1797. Το χωριό, αν και καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Τούρκους στα μέσα του 18ου αιώνα δεν εγκαταλείφθηκε, με αποτέλεσμα τα περισσότερα από τα πετρόκτιστα σπίτια που βλέπουμε σήμερα να είναι του 19ου αιώνα.

Απέριττη αρχοντιά στο Δασύλλιο.


Αϊ-Λιας Ζουπανιώτης

Για τους δεινούς πεζοπόρους προτείνουμε την ανάβαση στον Αϊ-Λια τον Ζουπανιώτη, την κορφή δηλαδή του Βοΐου (1803 υψόμ). Η πορεία είναι έντονα ανηφορική χωρίς όμως δυσάρεστες εκπλήξεις -αρκεί να βοηθάει ο καιρός- και διαρκεί περίπου 2 ώρες. Από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο, η θέα είναι περιφερειακή τόσο προς τον Ολυμπο (ανατολικά) όσο και προς τη λίμνη της Καστοριάς (δυτικά). Το ξωκλήσι που υπήρχε εδώ καταστράφηκε ολοσχερώς στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο από οβίδα των Ιταλών και ξανακτίσθηκε το 1955. Ρωτήστε τους ντόπιους για το ακριβές σημείο από όπου ξεκινά το μονοπάτι (απέχει 6 χλμ. από τον Πεντάλοφο στο δρόμο για Κόνιτσα) ή ακόμη καλύτερα έχετε μαζί σας κάποιον που γνωρίζει τα κατατόπια.

ethnos.gr