Η ανάκαμψη και η επιστροφή στην ανάπτυξη αποτελούν εθνική προτεραιότητα, αναφέρει ο διοικητής της ΤτΕ Γιώργος Προβόπουλος στην Ενδιάμεση Έκθεση, καταγράφοντας τις 2 προϋποθέσεις και τους 6 άμεσους στόχους για να γίνει εφικτή. Η ΤτΕ καταγράφει την πρόοδο που έχει γίνει, "κρούει" όμως και τον "κώδωνα" για νέους κινδύνους. Εκτιμά επίσης ότι το 2013 η ανεργία θα υπερβεί το 26% και η ύφεση θα φτάσει στο 4-4,5% του ΑΕΠ.

Η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2012 υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής και στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον Διοικητή Γ. Προβόπουλο. Αναφέρει ότι «με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου και του Προϋπολογισμού για το 2013 κλείνει ένας κύκλος καθυστερήσεων και το πρόγραμμα προσαρμογής επανέρχεται σε κανονική τροχιά, ενώ μετά τις αποφάσεις του Eurogroup στις 20 και στις 26-27 Νοεμβρίου, εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση του προγράμματος στην παρούσα κρίσιμη φάση».

«Τώρα ο παράγων που θα καθορίσει αποφασιστικά τις εξελίξεις στο μέλλον είναι η ταχύτερη δυνατή έξοδος της οικονομίας από την ύφεση και η επίτευξη θετικών ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ», εκτιμά η ΤτΕ και θέτει τις 2 προϋποθέσεις για την ανάπτυξη:

* Να αρθεί η αβεβαιότητα για τη θέση της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ. Όσο το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό και αναπαράγεται, η απειλή θα συνεχίσει να επικρέμαται, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για συντεταγμένη έξοδο από την κρίση, επισημαίνεται. «Για να ανακτηθεί όμως πλήρως η εμπιστοσύνη, απαιτείται συνεχής και εντονότερη προσπάθεια που θα καλύψει το χαμένο έδαφος και θα δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η ύφεση έχει ορατό σημείο καμπής και δεν είναι ένας κύκλος αέναων επιβαρύνσεων χωρίς αποτέλεσμα».

* Να ολοκληρωθεί ένα εθνικό σχέδιο για τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο. Το Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012 και τα πρόσθετα μέτρα του ΜΠΔΣ 2013-2016 και του Νόμου 4093 είναι απλώς πυξίδα των αλλαγών που πρέπει να πραγματοποιηθούν αμέσως, περιλαμβάνοντας επίσης τις ελάχιστες προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη συνέχιση της χρηματοδοτικής στήριξης, επισημαίνεται. «Σε καμία περίπτωση ωστόσο οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν υποκαθιστούν την ευθύνη της Ελλάδος να ολοκληρώσει ένα συνεκτικό σχέδιο δράσης -- μια εθνική στρατηγική για τη ριζική αλλαγή των δομών της οικονομίας και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της».

Η ΤτΕ εκτιμά ότι κεντρική επιδίωξη της νέας στρατηγικής είναι η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα εξαλείψουν τα αίτια που δημιούργησαν τα δίδυμα ελλείμματα και θα εξασφαλίσουν τις θεσμικές και οικονομικές προϋποθέσεις για μια σύγχρονη ανταγωνιστική οικονομία. «Η ανταγωνιστική οικονομία δεν ταυτίζεται με μια οικονομία χαμηλού κόστους».

Για την επίσπευση της ανάκαμψης, αναφέρονται 6 κύριοι στόχοι:

1. Η άμεση εφαρμογή μέτρων που ευνοούν την επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως είναι η επιτάχυνση της απορρόφησης των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, η δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, η αξιοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και η επανέναρξη της κατασκευής των οδικών αξόνων.

2. Η αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας. Η πρόοδος και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος θα συντελέσουν στην επιστροφή καταθέσεων και τη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας, ενισχύοντας μεταξύ άλλων και την εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων και διευκολύνοντας τον αναπροσανατολισμό τους σε νέες αγορές και νέα προϊόντα. Η εξάλειψη της αβεβαιότητας ιδίως όσον αφορά την παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ θα συμβάλει και αυτή στην επιστροφή των καταθέσεων που έχουν εκρεύσει από το τραπεζικό σύστημα.

3. Η άμεση βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και απλοποίηση του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου.Αυτή αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή όλων των άλλων μεταρρυθμίσεων και πολιτικών, για την αναβάθμιση των σχέσεων κράτους-πολιτών και κράτους-επιχειρήσεων και για την εδραίωση ενός αισθήματος ισονομίας.

4. Ένα σταθερό φορολογικό καθεστώς και η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.Σήμερα που σχεδιάζεται η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, πρωταρχικό μέλημα θα πρέπει να είναι ότι οι ρυθμίσεις που θα αποφασιστούν θα παραμείνουν σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απλούστευση του νέου φορολογικού συστήματος και τρίτη, η ευρύτατη χρήση της πληροφορικής. Το σύστημα που σχεδιάζεται πρέπει να στηρίζεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω περιορισμού της φοροδιαφυγής, ούτως ώστε να μπορέσει να περιορίσει την φορολογική επιβάρυνση των ήδη φορολογουμένων, η οποία έχει αυξηθεί υπέρμετρα, και να συμπεριλάβει φορολογικές ρυθμίσεις για την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και την επίσπευση της ανάκαμψης.

5. Η επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων. Τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις συμβάλλουν απευθείας στη μείωση του χρέους, επιπλέον όμως οι αποκρατικοποιήσεις ενισχύουν την ανάπτυξη και δημιουργούν νέες, βιώσιμες θέσεις εργασίας.

6. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων.Η σημασία των κοινοτικών πόρων ως εργαλείου οικονομικής ανάπτυξης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην παρούσα περίοδο, καθότι, λόγω των σοβαρών δημοσιονομικών δυσχερειών, έχουν περιοριστεί οι διαθέσιμοι εθνικοί πόροι για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας. Γι’ αυτό θα πρέπει να αρθούν σύντομα τα εμπόδια στην ταχύτερη απορρόφηση και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ. Όσον αφορά την επόμενη προγραμματική περίοδο, οι πόροι που θα διατεθούν για την Ελλάδα θα είναι πιθανότατα μειωμένοι. Πέρα όμως από το ύψος των ενισχύσεων, πρέπει να διαμορφωθεί η βέλτιστη στρατηγική αξιοποίησης των πόρων που τελικά θα της διατεθούν, δηλαδή να αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης των πόρων αυτών. «Στις νέες συνθήκες, το ΕΣΠΑ και οι κοινοτικοί πόροι πρέπει να λειτουργήσουν ως ισχυρά αναπτυξιακά εργαλεία -και αυτό θα συμβεί αν ενταχθούν δημιουργικά στο εθνικό σχέδιο για τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο».

Οι αβεβαιότητες και οι κίνδυνοι

Δύο παράγοντες θα κρίνουν την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να υπερβεί την κρίση αναφέρει η ΤτΕ:

·Πρώτον, η εκπόνηση και η συνεπής και ταχεία εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής, ευρύτερης του Μνημονίου, που θα περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, τις αναγκαίες πολιτικές για να επισπευστεί η ανάκαμψη και τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις για να εξασφαλιστούν διατηρήσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και ικανοποιητικοί ρυθμοί ανάπτυξης.

·Δεύτερον, η απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοδότησης από τους εταίρους-δανειστές.

Και οι δύο παράγοντες σύμφωνα με την ΤτΕ υπόκεινται σε ισχυρές αβεβαιότητες, εγχώριες και διεθνείς. Όσον αφορά ειδικότερα τις εγχώριες αβεβαιότητες θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα ενδεχόμενα:

* Αδυναμία της Δημόσιας Διοίκησης να ανταποκριθεί στο πράγματι βαρύ καθήκον εφαρμογής των αλλαγών που αποφασίζονται πολιτικά. Γι’ αυτό αποκτά υψηλή προτεραιότητα η προαναφερθείσα ανάγκη να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, ώστε αυτή να είναι φιλική προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

* Ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να κλονίσουν την πολιτική σταθερότητα.

* Υστερήσεις στην επίτευξη των στόχων, οι οποίες θα είχαν αποτέλεσμα να απαιτηθούν πρόσθετα διορθωτικά μέτρα, που όμως δεν θα ήταν εύκολο να αποφασιστούν.

Στους διεθνείς παράγοντες (αναφέρει η ΤτΕ) η κύρια αβεβαιότητα αφορά την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία αν είναι δυσμενής θα επιδεινώσει τις προοπτικές και της ελληνικής οικονομίας. Η δεύτερη αβεβαιότητα συνδέεται με τις θεσμικές αλλαγές που θα αποφασιστούν στη ζώνη του ευρώ. Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να είναι ενεργά παρούσα στις διαβουλεύσεις και στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Το κλίμα μπορεί να βελτιωθεί γρήγορα

Οι τελευταίες εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκπέμπουν θετικά μηνύματα, εκτιμά η ΤτΕ. ¨Όπως αναφέρεται η Ελλάδα κινητοποιείται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό για να καλύψει τις καθυστερήσεις και επιτυγχάνει μια θετική συμφωνία με την τρόικα που διασφαλίζει τη συνέχιση της χρηματοδότησης.

Η ΕΕ και το ΔΝΤ επιβεβαιώνουν με έμφαση τη βούλησή τους για την παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Η δική μας προσπάθεια τώρα πρέπει να επικεντρωθεί στον περιορισμό της ύφεσης, την επίσπευση της ανάκαμψης και την εδραίωση των προϋποθέσεων για διατηρήσιμη ανάπτυξη.

«Παρά τις καθυστερήσεις, η πρόοδος που έχει συντελεστεί σε σημαντικούς τομείς είναι απτή και μετρήσιμη. Παρά τους κινδύνους και τη συνεχιζόμενη ύφεση, η οικονομία αλλάζει. Με τις πρώτες σαφείς ενδείξεις ότι απομακρυνόμαστε από πρακτικές του παρελθόντος και χαράζουμε μια νέα στρατηγική για το μέλλον, το κλίμα μπορεί να αντιστραφεί γρήγορα και να εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι το τέλος της ύφεσης επίκειται. Αυτό θα είναι το πρώτο βήμα για μια νέα αναπτυξιακή πορεία» καταλήγει η Εκθεση.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, μετά από σοβαρές καθυστερήσεις και αβεβαιότητες, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε νέες συνθήκες που υπό προϋποθέσεις δίνουν νέα προοπτική στην οικονομία. «Τους προηγούμενους μήνες μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος καθυστέρησε τις αναγκαίες ενέργειες που είχαν ήδη δρομολογηθεί, αύξησε την αβεβαιότητα και αναζωπύρωσε τις εικασίες για έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ». Προσθέτει ότι «η κυβέρνηση συνεργασίας που προέκυψε από τις εκλογές επωμίστηκε το καθήκον να ανατρέψει αυτό το δυσμενές κλίμα και να επαναφέρει το πρόγραμμα προσαρμογής σε κανονική τροχιά.

Αναφέρει τις θετικές εξελλίξεις που «δημιουργούν βάσιμες προσδοκίες ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να ανακάμψει ίσως και συντομότερα απ΄ ό,τι προβλέπεται σήμερα».

Προσθέτει ωστόσο ότι για να συμβεί αυτό, «απαιτείται συνεπής εφαρμογή όσων θεσμοθετήθηκαν, παράλληλα με μέτρα που επισπεύδουν την ανάκαμψη και ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αν όμως υπάρξουν καθυστερήσεις, η ανάκαμψη απομακρύνεται και οι επιπτώσεις αυτή τη φορά θα είναι πολύ βαρύτερες».

Δυσμενές το διεθνές περιβάλλον

 Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον είναι σήμερα δυσμενές αναφέρει η ΤτΕ. Ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ εμφανίζει επιβράδυνση το 2012. Το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 0,4% εφέτος, ενώ για το 2013 προβλέπεται πολύ περιορισμένη επιτάχυνση.

 Προσαθέττει όμως ότι  υπάρχουν και θετικά στοιχεία: Τα τελευταία δυόμισι χρόνια συμπληρώνεται σταδιακά το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ, ενώ η ενιαία νομισματική πολιτική και οι παρεμβάσεις του Ευρωσυστήματος αμβλύνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες της ζώνης του ευρώ. «Οι εν εξελίξει αλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιτάσσουν την ενεργό συμμετοχή της Ελλάδος. Στο νέο πλαίσιο λειτουργίας που θα δημιουργηθεί στην ΕΕ θα ενταχθούν και αποφάσεις που θα αφορούν την Ελλάδα και την οριστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέδειξε η κρίση. Πρέπει επομένως η Ελλάδα να είναι ενεργά παρούσα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ως ισότιμος εταίρος, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση αποφάσεων που θα καθορίσουν και το δικό μας μέλλον» προσθέττει.

Έκρηξη ανεργίας

 Εκτιμά ότι το 2011 κορυφώθηκε η ύφεση στο 7,1%,  εκτιμά, με βάση εύλογες υποθέσεις για την πορεία εφαρμογής του προγράμματος, ότι το ΑΕΠ θα μειωθεί με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και της τάξεως του 4%-4,5% το 2013, ενώ η ανάκαμψη θα αρχίσει στη διάρκεια του 2014. Υπολογίζει ότι  η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ φθάνει το 20% στην πενταετία 2008-2012 και μπορεί να προσεγγίσει το 24% στην εξαετία 2008-2013.

Παράλληλα, η σωρευτική μείωση της συνολικής και της μισθωτής απασχόλησης στην τετραετία 2009-2012 υπερβαίνει το 16% και το 17,5% αντίστοιχα, ενώ το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει εκρηκτική άνοδο: από 7,6% το 2008 στο 17,7% το 2011 και ελαφρά άνω του 23,5% το 2012 (κατά μέσο όρο έτους), ενώ εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω και να υπερβεί το 26% το 2013 και το 2014.

Όπως επισημαίνεται «ύφεση αυτής της έντασης και διάρκειας είναι ιστορικά πρωτοφανής για την ελληνική οικονομία σε καιρό ειρήνης και έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στα εισοδήματα αλλά και στο παραγωγικό δυναμικό και την κοινωνική συνοχή, καθώς η έλλειψη επενδύσεων και η παρατεταμένη ανεργία συντελούν στην απαξίωση του υλικού και του ανθρώπινου κεφαλαίου».

Κύριες αιτίες αυτής της οξείας και παρατεταμένης ύφεσης είναι η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, η μεταρρυθμιστική διστακτικότητα, η αυξημένη αβεβαιότητα και η ανεπάρκεια ρευστότητας, λέει η ΤτΕ.

«Οι πιέσεις στη ρευστότητα του πραγματικού τομέα της οικονομίας και οι δυσχέρειες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό θα ήταν κατά πολύ εντονότερες χωρίς την προσφυγή των τραπεζών στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τη στήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος» αναφέρεται. 

 Πρόοδος και υστερήσεις

 «Παρά τις σημαντικές αδυναμίες και τα προβλήματα» που επισημαίνονται στην Έκθεση, «υπήρξε τα τελευταία χρόνια πρόοδος και μάλιστα ουσιαστική. Η πρόοδος ήταν όμως ασύμμετρη, καθώς η δημοσιονομική προσαρμογή υπήρξε σχετικά ταχύτερη, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν καθυστερήσει».

Η ΤτΕ επισημαίνει ότι:

 - Η δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

- Την τριετία 2010-2012 εκτιμάται ότι έχει ανακτηθεί ένα μεγάλο μέρος (το 72%) της απώλειας της διεθνούς ανταγωνιστικότητας κόστους της εννεαετίας 2001-2009. Αυτό αποτελεί ήδη μια σημαντική θετική εξέλιξη. Επιπλέον, εντός του 2013 εκτιμάται ότι θα έχει ανακτηθεί το 100% της απώλειας της περιόδου 2001-2009.

- Παρά τις καθυστερήσεις, η πρόοδος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 2,5 ετών δεν είναι αμελητέα. Στο πεδίο των δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ξεχωρίζει η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, την εισαγωγή (από το 2010) του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού σχεδιασμού,  την απλοποίηση στις διαδικασίες αδειοδότησης κλπ

- Υπάρχουν ενδείξεις διορθωτικής προσαρμογής βασικών μεγεθών, η οποία αποτελεί την απαρχή της εξισορρόπησης και αναδιάρθρωσης της οικονομίας:  μειώνεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών,  το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειώνεται από το 2010,  και  υπάρχουν ενδείξεις προσαρμογής και όσον αφορά τις τιμές καταναλωτή και την υποχώρηση του πληθωρισμού.

Το τραπεζικό σύστημα

 «Το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή του επάρκεια, λόγω της κρίσης χρέους που πλήττει τη χώρα» αναφέρει η ΤτΕ.  Προσθέτει ότι από την αρχή της κρίσης η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρούσεεπιβεβλημένη και αναπόφευκτη την εσωτερική αναδιοργάνωση των τραπεζών μέσω της αναπροσαρμογής του επιχειρησιακού τους μοντέλου και τη συνολική ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος μέσω της συνένωσης δυνάμεων.

 Γίνεται αναφορά  στην συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος.  Ετιμάται ότι στο τέλος της διαδικασίας αυτής « θα παραμείνουν τρεις μεγάλες και ισχυρές τράπεζες μαζί με ακόμη μερικές μικρότερες. Τα αναμενόμενα μερίδια αγοράς των υπόλοιπων τραπεζών θα εξασφαλίσουν ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ γενικότερα οι τράπεζες θα επωφεληθούν από τις οικονομίες κλίμακας και τις συνέργειες που θα προκύψουν».

Προσθέτει η Τράπεζα ότι «η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και η ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος αποτελούν κομβικής σημασίας μεταρρυθμίσεις, καθώς η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη προς αυτές εκ μέρους των εγχώριων αποταμιευτών και των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Η εξέλιξη αυτή θα συμβάλει στη χαλάρωση των πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες επί της ρευστότητάς τους, καθώς θα επηρεάσει θετικά τη ροή των καταθέσεων και τη δυνατότητα πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων».



capital.gr