Αγεφύρωτο παραμένει το χάσμα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας αναφορικά με τις αρμοδιότητες του ενιαίου φορέα επιτήρησης τραπεζών. Η διαφορά μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της ευρωζώνης αναδύθηκε για μία ακόμη φορά κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης του ECOFIN, με τους υπουργούς Οικονομικών της Ε.Ε. να μεταθέτουν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για μία ειδική συνδιάσκεψή τους, η οποία θα λάβει χώρα την παραμονή της επερχόμενης Συνόδου Κορυφής (13-14 Δεκεμβρίου).

Ο εποπτικός φορέας θα τελεί υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Η κύρια διχογνωμία μεταξύ Βερολίνου και Παρισιού αφορά τον αριθμό των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που θα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του ενιαίου επόπτη. Η γαλλική πλευρά επιμένει πως η εποπτεία θα πρέπει να ισχύει για το σύνολο των 6.000 ιδρυμάτων που έχουν τραπεζική άδεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Γερμανία αντιτείνει ότι οι εξουσίες του φορέα θα πρέπει να περιορίζονται σε ένα μικρό αριθμό συστημικά σημαντικών τραπεζών.

«Θα ήταν πολύ δύσκολο να αποσπάσουμε την έγκριση του γερμανικού κοινοβουλίου, εάν άφηνε την επίβλεψη όλων των γερμανικών τραπεζών σε Ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία», ανέφερε με νόημα ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

«Κανείς δεν πιστεύει πως θα λειτουργούσε», προσέθεσε ο γερμανός αξιωματούχος, αναφερόμενος στο γαλλικό σχέδιο. Η Γερμανία έχει εκατοντάδες τραπεζικά ιδρύματα που λειτουργούν υπό διαφορετικούς κανόνες σε σχέση με τις μεγάλες τράπεζες όπως η Deutsche Bank.

Στον αντίποδα, ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Πιέρ Μοσκοβισί, υπογράμμισε την ανάγκη επίτευξης μίας συμφωνίας που θα «καλύπτει όλες τις τράπεζες, και είναι κάτω από τον τελικό έλεγχο της ΕΚΤ».

«Στο τέλος πρέπει να είναι η ΕΚΤ που έχει τη συνολική ευθύνη. Διαφορετικά, δεν υπάρχει πραγματικό σύστημα τραπεζικής εποπτείας».

Το τελευταίο σχόλιο του κ. Μοσκοβισί ουσιαστικά καταδεικνύει τη δεύτερη πηγή διαφοράς μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, δηλαδή την επιμονή του Βερολίνου στο διαχωρισμό των αποφάσεων περί νομισματικής πολιτικής, που λαμβάνονται από την ΕΚΤ, από τη λειτουργία του τραπεζικού επόπτη.

«Ένα ‘Σινικό Τείχος’ μεταξύ τραπεζικής επίβλεψης και νομισματικής πολιτικής είναι απολύτως απαραίτητο», τόνισε από την πλευρά του ο κ. Σόιμπλε.

Γιατί ενιαία τραπεζική εποπτεία;

Η δημιουργία ενός κοινού τραπεζικού επόπτη, και συνεπώς ενός ενιαίου συνόλου κανονισμών για τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κλάδου, αποτελεί το πρώτο μεγάλο βήμα προς την τραπεζική ενοποίηση της ευρωζώνης, στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο για την αποφυγή μίας νέας κρίσης.

 

Παράλληλα, ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη περαιτέρω μέτρων, όπως η θέσπιση ενός ταμείου εγγύησης τραπεζικών καταθέσεων και μίας μεθόδου ομαλής διάλυσης προβληματικών τραπεζών. Επιπλέον, η υλοποίηση του επόπτη θα επέτρεπε στους Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς διάσωσης να ανακεφαλαιοποιεί απ’ ευθείας κεφαλαιακά ανεπαρκείς τράπεζες, αντί να δανείζει σε κυβερνήσεις.

Το μοντέλο αυτό θεωρείται απαραίτητο για να «σπάσει» ο φαύλος κύκλος μεταξύ υπερχρεωμένων κρατών και αδύναμων τραπεζών, καθώς, επί του παρόντος, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να αντλήσουν κεφάλαια από τους μηχανισμούς διάσωσης, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος που τα βαραίνει, ώστε να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζες. Με τη σειρά τους, οι τράπεζες είναι οι βασικοί δανειστές του υπερχρεωμένου και πιθανώς αφερέγγυου κράτους.

 

skai.gr