«Η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει την πορεία της λιτότητας», γράφει σε άρθρο του για τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Όλι Ρεν. Σημειώνει ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές βοηθούν στην εξισορρόπηση της οικονομίας και ότι υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ, καθώς η εμπιστοσύνη επιστρέφει παρά τις ασθενείς βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές.

Αναφέρει ενδεικτικά πως η Ιρλανδία επέστρεψε στις αγορές, ότι για πρώτη φορά εδώ και 15 μήνες περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια κινήθηκαν προς την Ισπανία παρά έφυγαν και ότι η Ιταλία πούλησε δεκαετή ομόλογα με το χαμηλότερο επιτόκιο από το 2010.

Η πρόοδος αυτή, κατά τον κ. Ρεν, αντικατοπτρίζει σημαντικές αποφάσεις σε εθνικά και ευρωπαϊκά επίπεδα. Παραδέχεται ότι η διόρθωση των ανισορροπιών στις τρέχουσες συναλλαγές έχει μέχρι στιγμής προέλθει κατά κύριο λόγο σε χώρες με ελλείμματα, αλλά όπως λέει αυτό δεν αποτελεί έκπληξη δεδομένου του μεγέθους των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Επικαλείται τον Κέινς που πριν τη σύνοδο του Μπρέτον Γουντς είχε πει ότι μια τέτοια προσαρμογή είναι υποχρεωτική για τον οφειλέτη και εθελοντική για τον πιστωτή. Σημειώνει πάντως ότι αυτό δεν αναιρεί το επιχείρημα υπέρ μιας πιο συμμετρικής εξωτερικής εξισορρόπησης εντός της ευρωζώνης, που θα αφορά και τους πιστωτές και τους οφειλέτες. Επισημαίνει τις παροτρύνσεις προς τη Γερμανία να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση μέσα από το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών της και την ενθάρρυνση της αύξησης των μισθών παράλληλα με την παραγωγικότητα.

Προσθέτει επίσης ότι η ευρωζώνη επηρεάζεται από την παγκόσμια οικονομική αλληλεξάρτηση, επομένως μία μείωση πλεονασμάτων στο βορρά δε θα οδηγήσει αυτόματα σε μια αύξηση της ζήτησης εξαγωγών από το νότο. Όπως εξηγεί, οι κυρίως ωφελημένες από τη μεγαλύτερη γερμανική ζήτηση θα είναι οι οικονομίες της κεντρικής Ευρώπης που είναι πιο στενά αφομοιωμένες στη γερμανική αλυσίδα παροχών. Ανάλυση της Κομισιόν δείχνει ότι ένα ποσοστό 1% στην αύξηση της γερμανικής εσωτερικής ζήτησης θα βελτίωνε το εμπορικό ισοζύγιο της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας κατά λιγότερο από 0,05% του ΑΕΠ. Για το λόγο αυτό απαιτούνται πολιτικές τόνωσης της ανταγωνιστικότητας στο νότο, τόσο διαρθρωτικές όσο και μείωσης του κόστους, τονίζει ο Όλι Ρεν.

Χαρακτηρίζει επίσης αδύναμο το επιχείρημα υπέρ της ανάγκης δημοσιονομικής τόνωσης στη Γερμανία, καθώς η χώρα θα έχει ντε φάκτο πολύ λιγότερο σφιχτή δημοσιονομική στάση το 2013 σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωζώνη.

Υπερασπίζεται το αναθεωρημένο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, λέγοντας ότι λαμβάνει πλήρως υπόψη τις εξελισσόμενες οικονομικές συνθήκες. Παραπέμπει στο παράδειγμα της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας όπου δόθηκε περισσότερος χρόνος για τη διόρθωση του υπέρογκου ελλείμματος, υπό την προϋπόθεση ότι εκτελούνται οι συμφωνημένες προσπάθειες προσαρμογής.

Προσθέτει δε ότι η Κομισιόν σκοπεύει να εξετάσει περαιτέρω τρόπους, εντός των κανόνων του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, για την συμπερίληψη δημοσίων επενδύσεων στην αποτίμηση εθνικών δημοσιονομικών σχεδίων.

Καταλήγει σημειώνοντας ότι για να ξεπεραστεί η κρίση και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη πρέπει να συνεχιστεί η αφαίρεση διαρθρωτικών εμποδίων για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την απασχόληση, να επιδιωχθεί συνετή δημοσιονομική προσαρμογή, τολμηρές ιδέες να γίνουν πειστικές πράξεις όταν επανασχεδιάζεται η οικονομική και νομισματική ένωση. «Εν συντομία, χρειάζεται να συνεχίσουμε την πορεία μας και να επιδιώξουμε αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις στα κράτη-μέλη και βαθύτερη σύγκλιση στην ευρωζώνη», συνοψίζει ο Ευρωπαίος επίτροπος.

 

skai.gr