Με τα αμερικανικά ΜΜΕ να είναι ακόμα... μπερδεμένα ως προς τον τελικό αριθμό των θυμάτων της τραγωδίας στο δημοτικό σχολείο «Σάντι Χουκ» της πόλης Νιούταουν στο Κονέκτικατ, το μεγάλο ερώτημα που πλανάται πάνω από την αμερικανική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι άλλο από το «ΓΙΑΤΙ;».

Οι κάτοικοι του Νιούταουν θρήνησαν τους νεκρούς με αγρυπνία στις εκκλησίες της πόλης. Στην Καθολική Εκκλησία «Σεντ Ρόουζ οφ Λίμα» το πλήθος ήταν τόσο μεγάλο, που πολλοί έμειναν έξω.

«Ανοίξαμε τα παράθυρα, ώστε να ακούν και να αισθάνονται ότι συμμετέχουν» είπε ο ιερέας Ρόμπερτ Βάις, προσθέτοντας, αναφερόμενος στους γονείς των μικρών παιδιών: «Οι επόμενες ημέρες θα είναι πιο δύσκολες. Είμαι σίγουρος πως, όταν οι άνθρωποι ξυπνήσουν ένα πρωί και καταλάβουν ότι το κρεβάτι στο σπίτι τους είναι άδειο, τότε θα το συνειδητοποιήσουν».

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, νεκρά είναι 20 παιδιά και επτά ενήλικες, μεταξύ των οποίων και ο δράστης. Μία ακόμα γυναίκα βρέθηκε νεκρή σε άλλο σημείο από αυτό της επίθεσης. Οι Αρχές αναφέρουν ότι ήταν συγγενής του αυτόχειρα και δράστη, χωρίς όμως να επιβεβαιώνουν εάν είναι η μητέρα του, Νάνσι Λάνζα, όπως αναφέρουν πολλά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Με αυτά τα δεδομένα, τα αμερικανικά ΜΜΕ μεταδίδουν ότι πρόκειται για τη δεύτερη πιο αιματηρή επίθεση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στις ΗΠΑ, μετά το μακελειό με τους 32 νεκρούς στο Βιρτζίνια Τεκ το 2007.





Όπως μετέδωσε το CNN, ο πλήρης κατάλογος με τα ονόματα των θυμάτων δεν πρόκειται να δοθεί στη δημοσιότητα, εάν προηγουμένως δεν ολοκληρώσει την έρευνά του ο ιατροδικαστής.

Την ίδια ώρα, οι Αρχές συνεχίζουν εντατικά την αναζήτηση στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος και το περιβάλλον του 20χρονου δράστη, σε μια προσπάθεια να εξηγήσουν τα αίτια της επίθεσης, που πρόσθεσε άλλη μια «μαύρη», αλλά και αιματοβαμμένη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ.

Η τοπική αστυνομία, σε συνέντευξη Τύπου, υποστήριξε ότι οι ερευνητές βρήκαν «πολύ ικανοποιητικά» στοιχεία, που αποκαλύπτουν το κίνητρο του δράστη της πολύνεκρης επίθεσης, προσθέτοντας ότι ο 20χρονος ένοπλος «εισέβαλε δια της βίας» στον τόπο της επίθεσης.

Διέψευσε έτσι τις πληροφορίες που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα New York Times, σύμφωνα με τις οποίες ο δράστης δεν συνάντησε δυσκολίες να περάσει από το σύστημα ασφαλείας, γιατί του άνοιξε τις πόρτες η ίδια η διευθύντρια, η οποία τον γνώριζε, γιατί παλαιότερα ήταν μαθητής στο σχολείο αυτό, όπου δίδασκε και η μητέρα του.

Η Νάνσι Λάντα ήταν μανιώδης συλλέκτρια όπλων και φέρεται να είχε νόμιμα στην κατοχή της ένα Sig Sauer και ένα Glock, σαν αυτά που χρησιμοποιούν οι αστυνομικοί, αλλά και ένα στρατιωτικού τύπου Bushmaster 223 M4. Πιστεύεται ότι ο γιος της χρησιμοποίησε κάποια από αυτά τα όπλα.




Η αστυνομία εντόπισε «ορισμένα πολύ αποκαλυπτικά στοιχεία στην έρευνά της, τα οποία θα μπορέσουν οι Αρχές να χρησιμοποιήσουν, ελπίζουμε, για να συμπληρώσουν όλο το παζλ ως προς το πώς και κυρίως γιατί συνέβη αυτό» ο Πολ Βανς, εκπρόσωπος της αστυνομίας του Κονέκτικατ. Αρνήθηκε ωστόσο να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Παράλληλα, όπως έγινε γνωστό, η αστυνομία έχει ήδη ανακρίνει τον αδερφό, Ράιαν, και τον πατέρα του δράστη, Πίτερ.

Άλλες πληροφορίες από το οικογενειακό περιβάλλον του Άνταμ Λάνζα αναφέρουν ότι έπασχε από κάποια μορφή αυτισμού.

Μία από τις γυναίκες που δέχτηκαν τα πυρά του Λάνζα, πιθανότατα η υποδιευθύντρια του σχολείου, επέζησε και αναρρώνει. «Νοσηλεύεται και η μαρτυρία της θα είναι ουσιώδης για την έρευνα» είπε ο εκπρόσωπος της αστυνομίας του Κονέκτικατ.

Η πρώτη κλήση στην αστυνομία έγινε στις 09:30 το πρωί (τοπική ώρα). Την κλήση φέρεται να πραγματοποίησε ένας γονιός, που βρισκόταν στο γραφείο της διεύθυνσης του σχολείου, όταν ακούστηκε ένας ήχος «ποπ, ποπ, ποπ».
 
Η διευθύντρια, Ντον Χόχσπρανγκ, ο υποδιευθυντής και η ψυχολόγος του σχολείου, Μέρι Σέρλαχ, βγήκαν στο διάδρομο για να δουν τι συμβαίνει. Η Χόχσπρανγκ και η Σέρλαχ δεν γύρισαν ζωντανές. Αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν πώς ο δράστης πυροβολούσε αδιακρίτως, δείχνοντας ψυχρός και απόλυτα ήρεμος, την ώρα της αποτρόπαιας πράξης του.






Όταν όλα είχαν τελειώσει, σε αίθουσα του σχολείου βρέθηκε και το πτώμα του. Είχε πάνω του τέσσερα όπλα, ανάμεσά τους και μια ημιαυτόματη καραμπίνα, ενώ  φορούσε αλεξίσφαιρο.

Η συγκίνηση του Ομπάμα, η οργή της κοινωνίας

Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, δεν κατάφερε να κρύψει τη συγκίνησή του για τα «όμορφα», όπως είπε, παιδιά που έπεσαν νεκρά από τις σφαίρες του Άνταμ Λάνζα, ενώ ζήτησε να γίνουν «ουσιαστικές ενέργειες», για να
αποφευχθούν ανάλογες τραγωδίες στο μέλλον.

 



Το «γιατί;», που αφορά στα αίτια της τραγωδίας, ακούγεται όλο και πιο έντονα, ενώ το ίδιο το CNN, με αφορμή την τραγωδία στο Κονέκτικατ, φιλοξενεί άρθρο, με τίτλο: «Πώς σταματάμε τη βία;»:

«Το ποτήρι ξεχείλισε» είναι, παράλληλα, το μήνυμα που στέλνουν προσωπικότητες, απλοί πολίτες και ανθρωπιστικές οργανώσεις, ζητώντας πλέον, πιο έντονα από ποτέ,  τη θέσπιση αυστηρότερης νομοθεσία για την πώληση, την κατοχή και τη χρήση πυροβόλων όπλων.

Οι περισσότεροι Αμερικανοί είναι εξοργισμένοι, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν θα ανεχθούν άλλο την απάθεια του πολιτικού συστήματος για την ελεύθερη, σχεδόν, πώληση και διακίνηση πυροβόλων όπλων.

Το ζήτημα ωστόσο είναι εάν τα διάφορα πανίσχυρα συμφέροντα της βιομηχανίας των όπλων θα επιτρέψουν, τελικά, στους πολιτικούς -και δη, στην ίδια την αμερικανική κυβέρνηση- να πάρουν γενναίες αποφάσεις...








protothema.gr