Ακραία θεωρεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την άποψη ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι σήμερα τόσο υψηλοί, ώστε η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ευρωζώνη τροφοδοτεί την ύφεση και είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Στο μηνιαίο δελτίο Δεκεμβρίου που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα υπερασπίζεται τα εκτεταμένα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και τις πολιτικές αποκατάστασης των δημόσιων οικονομικών και εκφράζει αντιρρήσεις για συγκεκριμένες προβλέψεις που έχει εκφράσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για το ζήτημα.

Οι αναλυτές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εμφανίζονται να μην υιοθετούν προβλέψει που παρουσίασε το ΔΝΤ στην έκθεση World Economic Outlook (WEO) τον Οκτώβριο του 2012 και σύμφωνα με τις οποίες η υστέρηση της ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ αποδίδεται στο ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές, δηλαδή οι επιδράσεις των μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής στο προϊόν, ήταν μεγαλύτεροι από ό,τι είχε αρχικώς εκτιμηθεί.

Από την εν λόγω έκθεση του ΔΝΤ προέκυπτε ότι οι βραχυχρόνιοι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές στους οποίους είχαν βασιστεί οι προβλέψεις για την ανάπτυξη κατά τα έτη της κρίσης 2010-211 ήταν συστηματικά υποεκτιμημένοι (με πιθανή τιμή 1,7, αντί 0,5 που υπέθεταν οι αρχικές προβολές του ΔΝΤ).

Μάλιστα, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ είχε προχωρήσει δημοσίως τον Οκτώβριο σε «αυτοκριτική», παραδεχόμενος τις λανθασμένες προβλέψεις, και ταυτόχρονα διατύπωσε νέες, πιο ρεαλιστικές αναφορικά με τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές που θα πρέπει να εφαρμόζονται ανά χώρα.

Η ΕΚΤ αντικρούοντας στην ουσία τις προβλέψεις του ΔΝΤ παρουσιάζει στην μηνιαία έκθεσή της ε ένα νέο υπόδειγμα για τη ζώνη του ευρώ (New Area-Wide Model) εξετάζοντας μέσω προσομοιώσεων το μέγεθος των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιδράσεων της δημοσιονομικής προσαρμογής στο πραγματικό ΑΕΠ υπό εναλλακτικές παραδοχές.

Από το μοντέλο της ΕΚΤ προκύπτει πως η προσαρμογή, εφόσον έχει σχεδιαστεί σωστά, οδηγεί σε μόνιμη βελτίωση του διαρθρωτικού δημόσιου αποτελέσματος, ενώ η επιδείνωση της ανάπτυξης, εάν παρατηρηθεί, είναι μόνο προσωρινού χαρακτήρα.

«Η δημοσιονομική προσαρμογή ασκεί ευνοϊκή επίδραση στην εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, στοιχείο που αυτή τη στιγμή είναι σημαντικότερο από ποτέ για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στη ζώνη του ευρώ και πέραν αυτής», σημειώνεται στην έκθεση, όπου υποστηρίζεται πως η πρόσφατη υποχώρηση της εμπιστοσύνης και η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών που ακολούθησε στην Ευρωζώνη δεν αποδίδονται αποκλειστικά στη δημοσιονομική προσαρμογή άλλά και σε παράγοντες όπως π.χ. η τιμή του πετρελαίου και οι εξελίξεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Στην έκθεση, χωρίς να κατονομάζεται περιγράφεται λεπτομερώς η περίπτωση της Ελλάδας ως παράδειγμα προς αποφυγή. Ειδικότερα η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει πως εντονότερη αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη (μεγαλύτερη ύφεση) παρατηρείται στην περίπτωση που οι αγορές δυσπιστούν αρχικά ως προς την προσήλωση της κυβέρνησης στην πλήρη εφαρμογή των εξαγγελθέντων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Σε αυτή δε την περίπτωση παρατηρούνται κατ' εξαίρεση αρνητικοί δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές άνω της 1 μονάδας όταν ακολουθείται η περικοπής παραγωγικών δαπανών και δημόσιων επενδύσεων(όπως συνέβη στην Ελλάδα).

Η ΕΚΤ προσθέτει πως οι βραχυχρόνιοι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι μικρότεροι όταν η μείωση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ συνοδεύεται από υποχώρηση του ασφαλίστρου κινδύνου των κρατικών ομολόγων. Έτσι περιορίζεται το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και μειώνεται το κόστος χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, οπότε δίδεται ώθηση στις ιδιωτικές επενδύσεις. Σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα υποστηρίζει πως η δημοσιονομική προσαρμογή παρέχει σημαντικά οφέλη, όχι μόνο σε σχέση με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, αλλά και σε όρους ΑΕΠ.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση της ΕΚΤ είναι λάθος των κυβερνήσεων να προτιμούν μια προσαρμογή που θα βασίζεται λιγότερο σε μέτρα στην πλευρά των δαπανών, παρόλο που αυτά μπορεί να έχουν βραχυχρόνια εντονότερες αρνητικές επιδράσεις από ό,τι τα μέτρα στην πλευρά των εσόδων, γιατί τείνουν να είναι πιο ευεργετικά όσον αφορά τις μεσομακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, δεδομένου και του μεγάλου μεγέθους του δημόσιου τομέα σε πολλές χώρες, το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να βασίζεται στην πλευρά των δαπανών, αποφεύγοντας ωστόσο τις μειώσεις των δημοσίων επενδύσεων.

Τέλος, η ανάλυση της ΕΚΤ εστιάζει στη σημασία ενός σταθερού φορολογικού μοντέλου με μειωμένους συντελεστές ως πολιτική αντιστάθμισης των δημοσιονομικών πιέσεων, ήτοι με τον τρόπο αυτό καταδεικνύει πως η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε λάθος κατεύθυνση.

Όπως σημειώνει, το πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο που δημιουργούν οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής πρέπει να αξιοποιείται μεσοπρόθεσμα για τη μείωση εκείνων των φόρων που είναι εξαιρετικά επιζήμιοι για την ανάπτυξη (π.χ. φορολόγηση εργασίας), ενώ ξεκαθαρίζει πως η προσδοκία των αγορών για μείωση της φορολογίας στο μέλλον προκαλεί ευνοϊκές επιδράσεις.



in.gr/Θανάσης Κουκάκης