«Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι χωρίς την Ελλάδα, η Ευρώπη δεν είναι αρκετή» δηλώνει στο skai.gr ο Φρανκ Ένγκελ, Ευρωβουλευτής του Λαϊκού Κόμματος του Λουξεμβούργου και μέλος της πρωτοβουλίας του γερμανού Ευρωβουλευτή Γιώργου Χατζημαρκάκη «Φίλοι της Ελλάδας».

Επισημαίνει ότι η ομάδα αυτή, που απαριθμεί περίπου 15 μέλη - ευρωβουλευτές, δεν είναι ούτε μία μαζική οργάνωση, ούτε κάποιο λόμπι και εξηγεί ότι έχει διπλό σκοπό, από τη μία να προβάλει την θετική εικόνα της Ελλάδας, που δουλεύει, είναι ελκυστική και φιλόξενη και από την άλλη να γνωστοποιήσει στην Ευρώπη τη σκληρή διαδικασία προσαρμογής που περνάει η χώρα.

Ο κ. Ένγκελ τονίζει ότι δυστυχώς στην Ευρώπη δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα και σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει για τις τεράστιες περικοπές που έχουν υποστεί οι έλληνες πολίτες, τις τεράστιες περικοπές στις κρατικές παροχές και για τους χιλιάδες άνεργους. Δηλώνει χαρακτηριστικά ότι όποτε ακούγεται αυτό, η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι «και άλλοι το έχουν περάσει και ξεπεράσει, θα το ξεπεράσετε κι εσείς».

Για τον κ. Ένγκελ δεν ακολουθείται η σωστή λύση για το πρόβλημα, επειδή οι πολιτικές που αναγκάζεται να εφαρμόσει - και εφαρμόζει - η Ελλάδα βάζουν μία ολόκληρη γενιά σε συνεχόμενη λιτότητα και αυτό δε θα έχει αποτέλεσμα. Πάντως, σημειώνει ότι ήταν απαραίτητο να γίνει η αναδιάρθρωση του κράτους.

Δηλώνει παράλληλα ότι στο Λουξεμβούργο υπάρχει μία «πρωτόγνωρη εισροή πλούσιων Ελλήνων που προσπαθούν να αγοράσουν περιουσία τοις μετρητοίς. Αυτό είναι γνωστό, το βρίσκω αηδιαστικό και τελείως απεχθές, αλλά αυτό (η φοροδιαφυγή) είναι κάτι που πρέπει εσείς να φροντίσετε», λέει χαρακτηριστικά.

Όπως σημειώνει «ξέρουμε για λογαριασμούς Ελλήνων σε τράπεζες του Λουξεμβούργου, αλλά η τράπεζα δε θα ρωτήσει κάποιον αν έχει πληρώσει τους φόρους στη χώρα του. Η τράπεζα δεν είναι ανακριτική αρχή για να γνωρίζει που βρήκε τα χρήματα ο κάθε καταθέτης». Μάλιστα, σημειώνει ότι έχει ακούσει «ιστορίες» με λογαριασμούς ακόμα και για έλληνες ευρωβουλευτές.

Ο κ. Ένγκελ επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «όταν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν κάπου στην Αθήνα και επιβιώνουν με λίγες εκατοντάδες ευρώ, ενώ λίγο πριν έπαιρναν 2,5 φορές περισσότερα, συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν κάποιοι που έχουν πάρει όλα όσα μπορούσαν να πάρουν και τα έχουν βγάλει στο εξωτερικό, θα εκραγούν. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που θα γίνεται πλέον ανεκτό από την θρυλική ελληνική ανοχή».

Αναφερόμενος στις επενδύσεις που αναμένει η Ελλάδα, αναφέρει ότι «αν οι ίδιοι οι Έλληνες επένδυαν στην Ελλάδα η χώρα θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση» και επισημαίνει ότι χρειάζεται να διευθετηθούν μία σειρά από θέματα, κάτι που ήδη γίνεται, όχι μόνο σχετικά με το φορολογικό αλλά και το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Σημειώνει ότι πολλά εξαρτώνται από τη διάρκεια της σταθερότητας της ελληνικής κοινωνίας, καθώς κάθε επενδυτής από το εξωτερικό αναρωτιέται αν η επένδυσή του και ο ίδιος θα είναι ασφαλείς. «Φαίνεται ότι αν η κοινωνία είναι και παραμείνει σταθερή οι επενδύσεις θα έρθουν. Αν όχι θα είναι δύσκολο» λεει και προτείνει στη χώρα μας να μη στραφεί σε κάποια μη ευρωπαϊκή λύση, όπως πχ την Κίνα ή τη Ρωσία γιατί δε θα υπάρξει τίποτα χειρότερο από το να «εξαγοραστεί το χρέος από μη ευρωπαίους, τις προθέσεις των οποίων δεν γνωρίζει κανείς».

Σχολιάζοντας το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, είπε ότι αυτό το σενάριο έχει τελειώσει, αλλά για την ώρα, με την έννοια ότι δεν είναι πλέον κάτι που επιζητούν άλλοι. Σημειώνει χαρακτηριστικά, ότι περίπου πριν από έξι μήνες ορισμένοι ηγέτες μεγαλύτερων κρατών και «ειδικά μία γυναίκα αρχηγός ενός πολύ μεγάλου ευρωπαϊκού κράτους» πείστηκαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη - που θα σήμαινε και έξοδο από την ΕΕ - θα είχε δραματικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη της διαδικασίας ολοκλήρωσης και κατά συνέπεια θα είχε δραματικές επιπτώσεις σε όλη την Ευρώπη και στη Γερμανία. Όπως αναφέρει, πριν, υπήρχαν φωνές τόσο στη Γερμανία, όσο και σε άλλες χώρες όπως την Φινλανδία, την Αυστρία, την Ολλανδία κα, που έλεγαν (για την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη) ότι «δεν είναι κάτι τόσο τραγικό, θα το ξεπεράσουμε», αλλά πλέον συνειδητοποίησαν ότι θα μπορούσε να πυροδοτήσει μία διαδικασία καταστροφικών συνεπειών και έτσι είναι κάτι που κανείς πλέον δεν επιθυμεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ενδεχόμενο αυτό έχει εξαλειφθεί τελείως.

Σχετικά με το πότε θεωρεί πως θα τελειώσει η κρίση, οι εκτιμήσεις του είναι απαισιόδοξες, καθώς όπως λέει «κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας για αυτό που περνάμε».

Σημειώνει ότι η κρίση δεν είναι μερικές κακές χρονιές, αλλά μία ύφεση που έχει να κάνει με το μοντέλο του παγκόσμιου εμπορίου και της παγκόσμιας οικονομικής εξέλιξης.

Όπως εξηγεί: «Πρέπει να σκεφτόμαστε ότι 200 χρόνια πριν η Κίνα και η Ινδία κατείχαν για το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ και τώρα αυτές και άλλες εκτός Ευρώπης χώρες βαδίζουν στο δρόμο που ήταν κάποτε. Το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι 100% και δεν μπορούμε να το κάνουμε 150%, άρα εφόσον τα δικά τους μερίδια αυξάνονται, το ευρωπαϊκό συρρικνώνεται» και συμπληρώνει ότι «πρέπει να συνηθίσουμε το γεγονός ότι δε θα φτάσουμε πια τους ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος, καθώς ζούμε σε ώριμες οικονομίες, οι οποίες δεν πρόκειται να εφεύρουν κάτι επαναστατικά καινούργιο, ώστε να ωθήσουν τους εαυτούς τους στην ανάπτυξη».

Παράλληλα, τονίζει ότι «στην Ευρώπη παίρνουμε τον λάθος δρόμο», εξηγώντας ότι «αυτό που προσπαθούν να μας πουν οι αγορές με τις κερδοσκοπικές κινήσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια εναντίον της Ελλάδας αλλά και εναντίον της Πορτογαλίας, της Ιταλίας, ακόμα και της Γαλλίας, είναι ότι θέλουν από εμάς να αποδείξουμε «ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπ΄ όψη τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ότι είμαστε διατεθειμένοι να τη φέρουμε σε ένα τέλος και ένα λογικό συμπέρασμα, αλλά δεν είναι αυτό που κάνουμε. Καταδικάζουμε ολόκληρα έθνη σε συνεχόμενο πόνο με το να πνίγουμε τις οικονομίες με πολιτικές λιτότητας ενώ παράλληλα η διαδικασία ολοκλήρωσης καθυστερεί».

Αναφορικά με το πως θεωρεί ότι θα έπρεπε να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνει λόγο για ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος, κάτι που ήθελαν και οι ιδρυτές της Ένωσης, το οποίο «δεν έχει καμία σχέση με ένα υπερ-κράτος, το οποίο αναφέρουν ορισμένοι βρετανοί αντιφεντεραλιστές». Αλλά υπογραμμίζει ότι το νόημα της διαδικασίας ολοκλήρωσης είναι ότι σε κάποια στιγμή πρέπει να μεταφερθεί η εθνική κυριαρχία από τα κράτη μέλη στην Ένωση σαν σύνολο και όχι μόνο μερικά μέρη από την εκτέλεσή της, χωρίς αυτό να σημαίνει παραγκωνισμό των εθνικών κοινοβουλίων.

Όπως λέει «για παράδειγμα προέρχομαι από μοναρχία, δεν βλέπω το λόγο γιατί πρέπει αυτό να αμφισβητηθεί. Το ερώτημα είναι θα είμαστε μία και μοναδική κυρίαρχη οντότητα απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο ή αν ο υπόλοιπος κόσμος θα έχει να κάνει με 30 διαφορετικές κυρίαρχες οντότητες συν την ΕΕ, η οποία είναι υπεύθυνη για τα πάντα και τίποτα την ίδια στιγμή».

Ο κ. Ένγκελ δηλώνει ότι η οικονομική κρίση έχει φτάσει και στο Λουξεμβούργο και το έχει επηρεάσει διπλά, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης που γνώριζε η χώρα αποτελούν παρελθόν, ενώ η ύφεση επεκτείνεται άνω του ενός έτους. Όπως λέει, η οικονομία της χώρας βρέθηκε σε ύφεση το 2008, το 2009 αλλά και το 2012, πράγμα ασυνήθιστο.

Επίσης, γνωστοποιεί ότι η κρίση της Ευρωζώνης και η έλλειψη ρευστού έχουν επηρεάσει και την οικονομική δραστηριότητα της χώρας, όπως τις τράπεζες και τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται εκεί, αν και μέχρι στιγμής φαίνεται να έχουν «συνέλθει».

Τέλος, σχολιάζοντας την παραίτηση Γιούνκερ από την αρχηγία του Eurogroup, δηλώνει ότι τον καταλαβαίνει απόλυτα για την απόφασή του, καθώς δεν είναι εύκολο να σηκώνει επί χρόνια ένα διπλό βάρος, από τη μία την πρωθυπουργία μίας χώρας όπου τα πράγματα δεν πηγαίνουν πια και τόσο καλά και από την άλλη τον συντονισμό της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.

Τονίζει ότι ο κ. Γιούνκερ έκανε τη δουλειά του καλά και χωρίς εκείνον τα πράγματα για την Ευρωζώνη θα ήταν χειρότερα, καθώς ήταν διορατικός και έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν. Κατά τον κ. Ένγκελ η καλύτερη λύση για το διάδοχο θα ήταν ο Όλι Ρεν, κάτι που δεν αναμένεται να γίνει και προβλέπει ότι θα υπάρξουν αλλαγές στον τρόπο άσκησης πολιτικής στο Eurogroup, καθώς «ο κ. Γιούνκερ έδειχνε περισσότερη ευαισθησία για τις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, από ότι άλλοι που προέρχονται από χώρες με τριπλό Α στην πιστοληπτική τους αξιολόγηση».

 

skai.gr