Οι προβλέψεις για τον ελληνικό τουρισμό φαίνεται να είναι εξαιρετικά ευοίωνες φέτος. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αύξηση των αφίξεων κατά 20%, για ένα εκατομμύριο Ρώσους τουρίστες, για περαιτέρω ενίσχυση της κρουαζιέρας. Τα θετικά μηνύματα ενισχύονται και από συγκεκριμένες κινήσεις σημαντικών παικτών του εξωτερικού, όπως η Ryanair, η οποία πρόσφατα ανακοίνωσε την δημιουργία πτητικής βάσης στα Χανιά.

Οι θετικές προοπτικές του τουρισμού για φέτος αναμφίβολα αντανακλούν την αλλαγή του κλίματος για την Ελλάδα τους τελευταίους μήνες, μετά από ένα ταραγμένο 2012 με την χώρα να βρίσκεται με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω από την Ευρωζώνη.

Ακόμα όμως κι αν επαληθευτούν οι θετικές εκτιμήσεις για το 2013, μία καλή χρονιά δεν είναι αρκετή για να παίξει ο τουρισμός τον ρόλο που πραγματικά του αναλογεί στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Στο δικό μας χέρι είναι η καλή φετινή χρονιά να μην είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο αλλά να έχει ανάλογη συνέχεια στα επόμενα χρόνια. Γιατί συνηθίζουμε στην Ελλάδα όταν ένας τομέας πάει καλά να επαναπαυόμαστε και όταν δεν πάει καλά να μας κυριεύει πανικός, με αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις να μην κάνουμε τίποτα για να βελτιωθούμε και να πάμε ένα βήμα παραπέρα.

Είναι δεδομένο ότι ο τουρισμός αποτελεί έναν ιστορικά ισχυρό παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Συνεισφέρει συνολικά 15% στο ΑΕΠ και 19% στην απασχόληση, ενώ κατέχει πρωτεύοντα ρόλο σε τοπικές οικονομίες όπως της Κρήτης. Ακόμα και στην τριετία της κρίσης (2009-2012) συνεχίζει να αιμοδοτεί την οικονομία όσο κανένας άλλος τομέας. Αν όμως ξεφύγουμε από τα προφανή και δούμε λίγο πιο βαθειά τα ποιοτικά δεδομένα του, θα διαπιστώσουμε ότι ο ελληνικός τουρισμός έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει για να καταστεί ένας σταθερά ισχυρός κι ανταγωνιστικός τομέας της οικονομίας.

Σε πρόσφατη μελέτη της εταιρείας McKinsey με τίτλο «Η Ελλάδα 10 Χρόνια Μπροστά» αναδεικνύονται ενδεικτικά τα σημαντικότερα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τουρισμός μας:

1ον: Η εσωστρέφεια του τουριστικού μας προϊόντος: Για πολλά χρόνια ο ελληνικός τουρισμός στηρίχθηκε στην εγχώρια ζήτηση σε ποσοστό 70% και μόλις κατά 30% στη ζήτηση από το εξωτερικό. Την ίδια ώρα συγκρίσιμοι ανταγωνιστές μας όπως η Τουρκία και η Πορτογαλία στηρίζονται στην εξωτερική ζήτηση σε ποσοστό 45% και 66% αντίστοιχα.

2ον: Η χαμηλή διείσδυσή μας σε ξένες αγορές: Ακόμα και σε χώρες όπως η Μ. Βρετανία και η Γερμανία που αποτελούν διαχρονικά τους κύριους «πελάτες» μας, η διείσδυση του ελληνικού τουρισμού περιορίζεται μόλις στο 3% ενώ σχεδόν ανύπαρκτη είναι η παρουσία μας σε αναδυόμενες αγορές όπως της Κίνας και της Ρωσίας αλλά και σε υπερατλαντικές όπως οι ΗΠΑ.

3ον: Η εμμονή στο προϊόν «ήλιος-θάλασσα»: Ανταγωνιστές μας όπως η Τουρκία και η Κροατία έχουν φροντίσει παράλληλα με τον ήλιο και τη θάλασσα που και αυτοί διαθέτουν, να εμπλουτίσουν το τουριστικό τους προϊόν με παράλληλα προϊόντα προστιθέμενης αξίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ο θαλάσσιος τουρισμός (yachting/sailing) στον οποίο σαφώς μας έχουν ξεπεράσει, με την Κροατία να διαθέτει 58 μαρίνες σε ακτογραμμή μικρότερη από την δική μας και την Τουρκία 36, την ώρα που η χώρα μας διαθέτει 32.

4ον: Το αφιλόξενο επενδυτικό περιβάλλον: Το χρόνιο ελληνικό πρόβλημα της γραφειοκρατίας, της ανυπαρξίας σαφών χρήσεων γης, της ασάφειας στις αδειοδοτήσεις, αποτελεί βασικό ανασταλτικό παράγοντα όχι μόνο για τις τουριστικές αλλά για όλες τις επενδύσεις. Η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος θα επιτρέψει την δημιουργία μεγάλης κλίμακας τουριστικών υποδομών όπως σύνθετα τουριστικά καταλύματα, παραθεριστικές κατοικίες, μεγάλα θεματικά resorts, μαρίνες κλπ που αποτελούν προϋποθέσεις αναβάθμισης του τουριστικού μας προϊόντος.

Η ποιοτική στροφή πρέπει να είναι το μεγάλο στοίχημα για τον ελληνικό τουρισμό την επόμενη δεκαετία. Ο εμπλουτισμός και η αναβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος είναι μονόδρομος τόσο γιατί το εσωστρεφές μοντέλο που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια έχει πλέον χρεοκοπήσει όσο και γιατί η κούρσα με τους μεσογειακούς ανταγωνιστές μας από εδώ και στο εξής θα είναι σκληρή.

Γι’ αυτό ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που πρέπει, κατά την άποψή μου, να αναληφθούν είναι ανάμεσα σε άλλες:

- Η δυναμική επέκταση του τουριστικού μας προϊόντος σε νέους, αναξιοποίητους μέχρι σήμερα, κλάδους όπως η παραθεριστική κατοικία, η κρουαζιέρα, ο θαλάσσιος τουρισμός (καταδυτικός, ιστιοπλοΐα κ.λπ.) ο τουρισμός υγείας, ο φεστιβαλικός/συνεδριακός τουρισμός, τα city breaks.
- Η ανάπτυξη των απαραίτητων τουριστικών υποδομών που θα υποστηρίξουν αυτούς τους νέους κλάδους με την κατασκευή σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων, νέων μαρινών, λιμενικών υποδομών υποδοχής κρουαζιέρας, συνεδριακών κέντρων υψηλών προδιαγραφών.
- Η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος με την απλοποίηση της νομοθεσίας, των διαδικασιών αδειοδότησης, την αποσαφήνιση χωροταξικών κανόνων και την αντιμετώπιση γραφειοκρατικών εμποδίων.
- Το επιθετικό άνοιγμα σε νέες αγορές όπως της Κίνας και της Ρωσίας αλλά και η κατοχύρωση ακόμα περισσότερο της παρουσίας μας στις παραδοσιακές αγορές της Ευρώπης.
- Τέλος, η ριζική αλλαγή της εμπορικής στρατηγικής του ελληνικού τουρισμού αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τον ήλιο και τη θάλασσα και προβάλλοντας σε πρώτο πλάνο τα νέα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, ώστε να προσελκύσουμε και περισσότερους αλλά και εισοδηματικά υψηλότερους επισκέπτες.

Η κρίση που βιώνει η χώρα δεν είναι μόνο δημοσιονομική. Είναι κατεξοχήν κρίση του αναπτυξιακού μοντέλου που ακολουθήθηκε τα τελευταία 30 χρόνια και πλέον έφτασε στα όριά του. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτείται ριζική αλλαγή και του τουριστικού μας προϊόντος ώστε να καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμο και ανταγωνιστικό σε έναν κόσμο που - είτε μας αρέσει είτε όχι - αλλάζει με γοργούς ρυθμούς.

Η προσαρμογή μας στην νέα πραγματικότητα πρέπει να είναι γρήγορη και στοχευμένη. Η ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού ελάχιστα στηρίζεται στις συγκυρίες και κυρίως εξαρτάται από καλά σχεδιασμένες και υλοποιήσιμες πολιτικές με ανοικτό μυαλό και το βλέμμα στις απαιτήσεις των αγορών και τα παραδείγματα άλλων ανταγωνιστικών χωρών.

Αυτό όμως που κυρίως οφείλουμε όλοι να κατανοήσουμε είναι ότι ο τουρισμός δεν πάει με τον αυτόματο πιλότο. Κι αν εμείς οι ίδιοι δεν αλλάξουμε οι εξελίξεις θα μας προσπεράσουν. Ας μην επαναπαυθούμε λοιπόν σε μία καλή χρονιά, όπως εκτιμάται ότι θα είναι το 2013, αλλά ας ανοίξουμε τους ορίζοντες μας και ας δούμε μερικά χρόνια μπροστά.

Δημήτρης Φραγκάκης
Πολιτικός Επιστήμονας