Ξεκίνησε σήμερα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, και θα ολοκληρωθεί αύριο με την σχετική ψηφοφορία, συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα - Σύσταση Γενικής Γραμματείας για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις». Στο πλαίσιο  της συνολικής αναδιάρθρωσης του κράτους, το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία προβαίνει σε κατάργηση οκτώ (8) νομικών προσώπων και συγχώνευση εκατόν ενενήντα επτά (197) νομικών προσώπων με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την παροχή αποτελεσματικότερων υπηρεσιών στον πολίτη και το δημοσιονομικό όφελος. Με την έναρξη ισχύος του νόμου θα υπάρξει ευρεία αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα, εξορθολογισμός της Δημόσιας Διοίκησης, αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών στους πολίτες και δημοσιονομικό όφελος.

Παράλληλα, η Γενική Γραμματεία Συντονισμού της κυβέρνησης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μιας ορθολογικότερης διακυβέρνησης του Κράτους, υπό την καθοδήγηση του Πρωθυπουργού, με στόχο την ενίσχυση του συντονισμού, του προγραμματισμού και της παρακολούθησης του Κυβερνητικού έργου. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι η επιτάχυνση των κυβερνητικών πρωτοβουλιών και η άμεση προώθηση των Μεταρρυθμίσεων. Η πενταετής θητεία του Γενικού Γραμματέα αποτελεί μία θεσμική τομή που παρακάμπτει τις κυβερνητικές μεταβολές και εξασφαλίζει τη συνέχεια του κράτους και της διοίκησης με πνεύμα ενότητας και συνεργασίας. 

Ομιλία του Α. Μανιτάκη στην Ολομέλεια του Ελληνικού Κοινοβουλίου

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση υπερασπίζομαι,  σήμερα, ενώπιον της Ολομέλειας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, το νομοθέτημα για τις «Καταργήσεις- Συγχωνεύσεις οργανισμών και την ίδρυση Γενικής Γραμματείας Συντονισμού του Κυβερνητικού έργου». Αυτό συμβαίνει λίγες μόνο  μέρες μετά την υπερψήφισή του από την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή στην τελευταία συνεδρίασή της, την προηγούμενη χρονιά. Χαίρομαι, διότι έφθασε στην Ολομέρεια φορτωμένο με μια διεξοδική και εποικοδομητική συζήτηση, που έγινε   σε ένα κλίμα σχετικά ήπιο και πολιτισμένο.

Χαίρομαι, ακόμη, διότι οι τρεις κοινοβουλευτικές ομάδες της κυβερνώσας πλειοψηφίας, η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, εργάστηκαν από κοινού και συντονισμένα τόσο κατά το στάδιο της προετοιμασίας του νομοσχεδίου όσο και κατά το στάδιο της συζήτησής του στην Επιτροπή. Επιβεβαίωσαν έτσι έμπρακτα ότι η τρικομματική συνεννόηση δεν είναι απλώς εφικτή και αναγκαία είναι και παραγωγική. Μπορεί και παράγει έργο μακροπρόθεσμης και σταθερής διάρκειας, που συναντά, πρώτον, τη συναίνεση της κοινωνίας, δεύτερον παράγει έργο που το έχει ανάγκη άμεσα ο τόπος, και τρίτον, και σημαντικότερο, το έργο αυτό δημιουργεί τις θεσμικές προϋποθέσεις  για μια άλλη Διοίκηση, σε  ένα άλλο κράτος,  με  μία άλλη μορφή οργάνωσης και λειτουργίας της Κυβέρνησης: μιας Κυβέρνησης και μιας Διοίκησης αποδοτικής, οικονομικής, λειτουργικής, σταθερής, προσηλωμένης αταλάντευτα στην εξυπηρέτηση και μόνο του δημόσιου συμφέροντος και του κοινού καλού, πέρα  και πάνω από μερικά ή συντεχνιακά συμφέροντα κοινωνικών ομάδων ή τάξεων.

 Όπως συνέβη και με το νομοθέτημα για την Κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων και γενικά των υπαλλήλων του δημοσίου, που περιλήφθηκε στο πολυνομοσχέδιο του Νοεμβρίου, και με το οποίο ενισχύθηκε ο θεσμός  του κρατικού υπαλλήλου και προβλέφθηκε η δυνατότητα της υποχρεωτικής μετακίνησης των υπαλλήλων, όταν το συμφέρον της υπηρεσίας το επιβάλλει  και τα προσόντα του υπαλλήλου το δικαιολογούν, έτσι και με το παρόν νομοθέτημα  προχωράμε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, σε δύο νέες,   αναγκαίες, αυτονόητες θα έλεγα, και από μακρού αναμενόμενες μεταρρυθμιστικές τομές:  πρώτον, στην κατάργηση και συγχώνευση οργανισμών του δημοσίου πραγματοποιώντας αυτό που είχε εξαγγελθεί την προηγούμενη τετραετία από την προηγούμενη Κυβέρνηση και είχε μείνει στα χαρτιά, και δεύτερον στη δημιουργία μιας μόνιμης, δημόσιας υπηρεσίας παρά τω Πρωθυπουργώ με αποκλειστική αποστολή την επικουρία του ίδιου του Πρωθυπουργού στην επιτέλεση της  συνταγματικά προβλεπόμενης στο άρθρο 82 παρ. 2 Σ αρμοδιότητάς του, δηλαδή στην «εξασφάλιση της ενότητας της Κυβέρνησης», στην «καθοδήγηση και στον συντονισμό των ενεργειών της» και κυρίως στην αποτελεσματική «εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής». Αυτό είναι το πρωταρχικό μέλημα της  ιδρυόμενης Γενικής Γραμματείας Συντονισμού του Κυβερνητικού Έργου, να βοηθά τον εκάστοτε Πρωθυπουργό στην καθοδηγητική και συντονιστική αποστολή του. Οι επί μέρους σχεδιαζόμενες και κατά καιρούς εξαγγελλόμενες κυβερνητικές πολιτικές, π.χ. η οικονομική, η κοινωνική, η αγροτική, η ασφαλιστική, η πολιτική για τη μεταρρύθμιση της διοίκησης κλπ. θα πρέπει, επί τέλους, να συντονίζονται και  να εφαρμόζονται στον καιρό τους, με τρόπο προγραμματισμένο  και αποτελεσματικό.           

Το πρώτο μέρος του νομοθετήματος, στα πρώτα άρθρα του, 1 έως 14, ρυθμίζει αναλυτικά τις περιπτώσεις καταργήσεως και συγχωνεύσεως ή ενοποιήσεως οργανισμών του δημοσίου. Πρόκειται για ένα μικρό δείγμα και πάντως όχι το πιο αντιπροσωπευτικό μιας εκτεταμένης «λίστας» οργανισμών που συγχωνεύονται ή ενοποιούνται. Η διαδικασία που ξεκινά σήμερα θα συνεχιστεί και θα ολοκληρωθεί την Άνοιξη με την κατάθεση νέου νομοσχεδίου που θα βασίζεται στην αξιολόγηση και άλλων 1500 περίπου φορέων ή οργανισμών του δημοσίου. Σήμερα, απλώς, παρουσιάζουμε στην Εθνική Αντιπροσωπεία ένα πρόπλασμα  του μεταρρυθμιστικού μας στόχου στο τομέα αυτό που αποσκοπεί στον δραστικό περιορισμό των οργανισμών του δημόσιου τομέα. Σκοπεύουμε να διατηρήσουμε μόνον τις αναγκαίες και χρήσιμες για το κοινωνικό σύνολο δημόσιες υπηρεσίες, που δεν μπορούν  ή δεν θέλουν να επιτελέσουν ιδιωτικοί φορείς, υπό την απαράβατη προϋπόθεση ότι το κόστος λειτουργίας τους δεν θα επιβαρύνει υπέρμετρα ή αδικαιολόγητα τον έλληνα φορολογούμενο.

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των δύο αυτών νομοθετημάτων και αυτή είναι  η φιλοσοφία και οι κυβερνητικοί στόχοι που τα διέπουν.

Δευτερολογία

Με βάση την φιλοσοφία που ανέφερα στην εισαγωγική τοποθέτησή μου  καταργούνται, προκαταρκτικά, με το παρόν νομοσχέδιο 8 φορείς που η αποστολή τους είναι πλέον παρωχημένη και δεν είναι αναγκαία ή δεν εξυπηρετεί σοβαρές κοινωνικές  ανάγκες.  Επί πλέον συγχωνεύονται ή ενοποιούνται 197 νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα.

Οι συγκριμένοι φορείς συγχωνεύονται ή ενοποιούνται επειδή κρίθηκε μετά από μελέτη και αξιολόγηση που είχε προηγηθεί και με βάση τους φακέλους που είχαν ετοιμάσει και αποφασίσει τα αρμόδια καθ΄ύλην υπουργεία και μετά από συνεννόηση μαζί τους, ότι η λειτουργία τους και η επιτέλεση του σκοπού τους θα ήταν  με τη νέα τους οργανωτική  μορφή καλλίτερη, αποτελεσματικότερη, οικονομικότερη και ορθολογικότερη. Με την ενοποίησή τους και ο παρεμφερής ή συγγενής σκοπός τους θα εξυπηρετείται καλύτερα και  η διαχείρισή τους θα είναι πιο αποδοτική και πιο ευέλικτη,  χωρίς παράλληλα να θίγεται ή να διακινδυνεύει  η λειτουργική αυτοτέλεια  του κάθε συγχωνευόμενου φορέα. Η ενιαία ή κοινή διοίκησή τους θα ενισχύσει την παρουσία τους, θα αυξήσει τις δυνατότητές  τους για την άντληση ή εξεύρεση ίδιων πόρων και θα μειώσει σίγουρα τις λειτουργικές δαπάνες τους. Και το σημαντικότερο, η νέα ενισχυμένη και ανανεωμένη οργανωτική τους δομή θα παρέχει  περισσότερα εχέγγυα για προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις, για τον διαρκή εκσυγχρονισμό του και θα διευρύνει τις μελλοντικές τους προοπτικές.

Τέλος, ο αναγκαίος οικονομικός και διοικητικός εξορθολογισμός της οργάνωσης και της δράσης τους δεν  καταλύει τις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων και άρα δεν θίγει την εργασιακή τους ασφάλεια. Οι εργαζόμενοι, και όσοι από αυτούς δεν μετακινούνται αλλά και όσοι αλλάζουν φορέα μετακινούμενοι, διατηρούν τη σχέση εργασίας στον φορέα όπου ανήκουν ή σε αυτόν στον οποίο μετακινούνται. Η μετακίνηση προσωπικού κατόπιν της κατάργησης ή συγχώνευσης φορέων αποτελεί μία περίπτωση ένταξης των εργαζομένων στο Σχήμα της Κινητικότητας, όπως αυτό έχει περιγραφεί και ισχύει στο νόμο 4093/2012.

Η μόνη περίπτωση μετατροπής της εργασιακής σχέσης από δημοσιοϋπαλληλική σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διότι καταργείται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι η ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ (69 μόνιμοι υπάλληλοι). Αυτό συνέβη διότι στο δείγμα μας έτυχε να είναι η μοναδική περίπτωση ενοποίησης με νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δημιουργίας νέου προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Η συγκεκριμένη ενοποίηση δεν προδικάζει και κυρίως δεν αποκλείει τον σχεδιασμό για τη δημιουργία στο μέλλον ενός ενιαίου εθνικού κέντρου ερευνών.

Στις λοιπές περιπτώσεις κατάργησης-συγχώνευσης νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας, Κεφάλαια Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εταιρίες Προστασίας Ανηλίκων) το μόνιμο προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας στα συνιστώμενα με το νομοσχέδιο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση κατάργησης του ΟΤΕΚ το προσωπικό μεταφέρεται χωρίς μετατροπή της εργασιακής σχέσης στο Υπουργείο Τουρισμού.

Όλες οι υπόλοιπες περιπτώσεις κατάργησης αφορούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Υποχρεωτική μετακίνηση έχουμε σε 3 περιπτώσεις, ΙΟΚ, Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για Εκτελέσεις Αρχαιολογικών Έργων, Ε.Κ.Ε.Π.Π. - Ε.ΚΕ.Χ.ΧΑ.Κ. Μόνο για τη δεύτερη περίπτωση θα εφαρμοστεί η διάταξη σύμφωνα με την οποία θα μετακινηθούν σε νπιδ ανάλογα με τις ανάγκες τους (28 άτομα). Στις άλλες δύο περιπτώσεις ορίζεται ρητώς σε ποιο νομικό πρόσωπο θα μετακινηθούν (9 άτομα). Σύνολο: 37 άτομα

Κατά τα λοιπά οι συγχωνεύσεις αφορούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και όλο το προσωπικό μεταφέρεται στα συνιστώμενα νέα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Το σύνολο του προσωπικού που εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου είναι: 4.514

Το προσωπικό που μετακινείται στο πλαίσιο των συγχωνεύσεων είναι: 5 (ΙΟΚ), 28+364 (ΤΔΠΕΑΕ), 218 (ΟΤΕΚ), 4 (ΕΚΕΠΠ-ΕΚΕΧΧΑΚ),  103 (ΕΣΥΔ, ΕΛΟΤ, ΕΙΜ), 132 (ΚΕΤΕΑΘ), 78 (ΕΚΚΕ), 362 (ΦΔΠΠ), 2320 (ΜΚΦ), 17 (ΚΑΦ), 13 (ΕΠΑ), 51 (HELEXPO). ΣΥΝΟΛΟ: 3. 695

Οι μόνοι που δεν μετακινούνται είναι οι 26 εργαζόμενοι της ΔΕΘ, οι 210 εργαζόμενοι του Ε.Ι.Ε. και οι 487 εργαζόμενοι του ΕΚΕΤΑ.

Αλλάζουν σχέση εργασίας οι 69 μόνιμοι υπάλληλοι του ΕΚΚΕ.

Στο παραπάνω νούμερο δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποσπασμένοι οι οποίοι επιστρέφουν στο φορέα προέλευσης.

Από την προηγούμενη περιγραφή συνάγεται πιστεύω καθαρά η φιλοσοφία που διέπει το πρόγραμμα των συγχωνεύσεων: εξορθολογίζεται ο δημόσιος φορέας πρώτα με την κατάργηση των άχρηστων ή περιττών οργανισμών και στη συνέχεια με την ενοποίηση ή συγχώνευση των ομοειδών με σκοπό την εξοικονόμηση λειτουργικών δαπανών και των μείωση γενικά του κόστους λειτουργίας τους. Θα πρέπει όμως να είναι σαφές και να το καταλάβουν καλά τόσο οι διοικήσεις όσο και οι εργαζόμενοι. Η συρρίκνωση των δομών τους και η αναδιοργάνωση της λειτουργίας τους δεν εξασφαλίζει από μόνη της ούτε την επιβίωσή τους ούτε την μακροημέρευσή τους. Σε μια ανταγωνιστική και ανοικτή παγκόσμια οικονομία, η λειτουργία των παραπάνω οργανισμών συνδέεται με την ορθή οικονομική διαχείρισή τους και δεν μπορεί πάντα να στηρίζεται αποκλειστικά στις επιχορηγήσεις του κράτους, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Θα πρέπει, επομένως, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, οι φορείς να φροντίζουν να βρίσκουν και ίδιους πόρους. Ταυτόχρονα, η βιωσιμότητά τους και η απόδοσή τους θα πρέπει να αξιολογείται συνεχώς. Και η υποχρεωτική αξιολόγησή τους θα αφορά τόσο τις υπηρεσίες που παρέχουν στους πολίτες όσο και την απόδοση του προσωπικού τους. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι θα συνεχίσουν να παρέχονται οι αναγκαίες υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Το κρατικοδίαιτο, «κοστοβόρο» και γραφειοκρατικό μοντέλο, που έτρεφε προνομιούχες ομάδες συμφερόντων και ανα-παρήγαγε τις κοινωνικές ανισότητες μέσω προνομιακών ή χαριστικών κοινωνικών παροχών, επιβαρύνοντας τον απλό φορολογούμενο πολίτη, χρεοκόπησε οριστικά.  Οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε όλοι, και κυρίως οι διοικήσεις και οι εργαζόμενοι, και να εγκαταλείψουμε πρακτικές και νοοτροπίες του παρελθόντος ράθυμες και κοινωνικά ανεύθυνες. Η κοινωνία έχει ανάγκη από μια νέα μορφή δημόσιας υπηρεσίας, κοινωνικής αλληλεγγύης και πρόνοιας, που θα είναι λιγότερο γραφειοκρατική και περισσότερο αποκεντρωμένη, που θα οργανώνει και θα εξασφαλίζει την αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών και την κοινωνική αλληλεγγύη στο πιο κοντινό στον πολίτη επίπεδο, με μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας από το κράτος και πιο κοντά στην κοινωνία των πολιτών την οποία οφείλει να υπηρετεί.

Αυτή τη λεπτή, όσο και αναγκαία, ισορροπία μεταξύ από τη μια μεριά της επιταγής για λιγότερο αλλά αποτελεσματικό κράτος και για μια όσο γίνεται μικρότερη έμμεση φορολογική επιβάρυνση του Έλληνα πολίτη, και από την άλλη της ανάγκης για συνέχιση παροχής προς τον πολίτη και στο κοινωνικό σύνολο των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών με παράλληλη διασφάλιση του δικαιώματος των εργαζομένων στην απασχόληση, φροντίζει να κρατήσει το παρόν νομοσχέδιο και είμαστε υπερήφανοι γιατί το καταφέραμε.          

Το δεύτερο κεφάλαιο του νομοθετήματος είναι αφιερωμένο στην εγκαθίδρυση ενός θεσμού που είναι καθιερωμένος τώρα και πολλές δεκαετίες στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα και έλειπε σε μας, με αρνητικές  θεσμικές και κυβερνητικές συνέπειες. Πρόκειται για τη λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας, που υπάγεται απ΄ευθείας στον Πρωθυπουργό και έχει επικεφαλής της  έναν ανώτατο δημόσιο λειτουργό, η θητεία του οποίου υπερβαίνει τη πρωθυπουργική θητεία και δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις του Πρωθυπουργού. Σε μας η υπηρεσία αυτή παίρνει τη μορφή μιας Γενικής Γραμματείας συντονισμού του κυβερνητικού έργου.

Σκοπός και δικαιολογία της ύπαρξής της είναι πρώτον, η δημιουργία μιας μόνιμης Γενικής Γραμματείας που θα εγγυάται τη συνέχεια των δημόσιων υπηρεσιών και ειδικά εκείνης του Πρωθυπουργού και θα διασφαλίζει την θεσμική μνήμη τους. Από θεσμική επομένως άποψη η Γενική αυτή Γραμματείας υπηρετεί την επιταγή της συνέχειας του κράτους. Κατά δεύτερο λόγο, σκοπός της εν λόγω υπηρεσίας είναι να επικουρεί τον Πρωθυπουργό ώστε να επιτελεί αποτελεσματικότερα τον βασικό συνταγματικό του ρόλο που είναι η διασφάλιση της ενότητας της κυβέρνησης  και των δημοσίων υπηρεσιών, ο συντονισμός των δράσεων και των πολιτικών των Υπουργείων και κυρίως η παρακολούθηση και εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Στο τελευταίο είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο προσανατολισμένη η Γενική Γραμματεία και εκεί θα δώσει εξετάσεις, διότι η κυβερνητική πολιτική είναι αυτή που χρειάζεται την περισσότερη και πιο επιτακτική φροντίδα και κυρίως τον συντονισμό.  Και η κυβερνητική πολιτική είναι κάτι διαφορετικό και κάτι περισσότερο από την προετοιμασία και τον σχεδιασμό νομοθετημάτων  ή την απλή εφαρμογή των νόμων. Αφορά τη συνοχή και ενότητα πρώτα και κύρια της Κυβέρνησης . Η φροντίδα του συντονισμού επομένως συντονισμού του κυβερνητικού έργου περιλαμβάνει και την εναρμονισμένη δράση κυβέρνησης και κυβερνώσας κοινοβουλευτικής. 

Από τα προηγούμενα γίνεται πιστεύω φανερό ότι το προτεινόμενο νομοθέτημα δεν αφορά ούτε βέβαια παραβιάζει ή καταλύει, όπως παντελώς εσφαλμένα, από άγνοια ή ημιμάθεια λέχθηκε, το Σύνταγμα ή το πολίτευμα αλλά ούτε και τη μορφή οργάνωσης της Κυβέρνησης. Το πολίτευμα και μάλιστα το κοινοβουλευτικό ορίζεται από τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Κυβέρνησης και δεν επηρεάζεται από τη θέση του Πρωθυπουργού στην Κυβέρνηση ούτε από τον τρόπο οργάνωσής της. Από την ανάγνωση του άρθρου 82 παρ. 1 και 2Σ συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης σχεδίασε το συλλογικό σύστημα διακυβέρνησης τοποθετώντας τον Πρωθυπουργό ως πρώτο μεταξύ ίσων, primus inter pares. Στην πράξη εξ αιτίας του δικομματικού κομματικού συστήματος και των αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων που αναδεικνύονταν από τις εκλογές με τη βοήθεια βέβαια του εκλογικού συστήματος και των πρωθυπουργικεντρικών  διατάξεων της αναθεώρησης του 1986, το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της Κυβέρνησης που επικράτησε ήταν αυτό που αποκλήθηκε πρωθυπουργοκεντρικό. Το περίεργο είναι ότι το σύστημα αυτό συνυπήρξε και με μία άλλη στρέβλωση του συλλογικού: με ένα  υπουργοκεντρικό οργανωτικό σχήμα που παραδόξως δεν αντιστρατευόταν το πρωθυπουργοκεντρικό αλλά συμβίωνε αρμονικά μαζί του.  Έτσι η πρωθυπουργοκεντρική κοινοβουλευτική μονοκρατορία συμβίωνε και τρεφόταν από μια φεουδαλική αυτονομημένη και ουσιαστικά ανεξέλεγκτη υπουργο-κεντρική εξουσία. Στις μονοκομματικές κυβερνήσεις οι δύο αυτές σύγχρονες και παράλληλες στρεβλωτικές εκδοχές του συλλογικού συστήματος ανθούσαν και ακύρωναν κάθε προσπάθεια συντονισμού της Κυβέρνησης και εφαρμογής της ενιαίας κυβερνητικής πολιτικής.

Τα θεσμικά αυτά παράδοξα έρχεται να αντιμετωπίσει η Γενική Γραμματεία συντονισμού και να μετριάσει ορισμένες αρνητικές θεσμικές συνέπειες της στρεβλής εφαρμογής του συλλογικού συστήματος οργάνωσης της Κυβέρνησης. Το επιδιώκει με δύο θεσμικούς τρόπους: πρώτον με την οργάνωση μια μόνιμης δημόσιας υπηρεσίας που θα διασφαλίζει μέσω της γραμματειακής στήριξης τη θεσμική συνέχεια και μνήμη και δεύτερον, με τον την εγκαθίδρυση διαδικασιών παρακολούθησης της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής και συντονισμού του έργου των υπουργείων.

Είναι βέβαια φανερό ότι η επιτυχία του θεσμού θα εξαρτηθεί από τη λειτουργία του στην πράξη, όπως συμβαίνει με την αξιολόγηση όλων των θεσμών, αλλά και από τα πρόσωπα που θα ενσαρκώσουν με την πρακτική που θα ακολουθήσουν τη φυσιογνωμία του θεσμού.  

Ο πολυκομματικός χαρακτήρας της κυβέρνησης συνεργασίας αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία για την καταξίωση του θεσμού στην πράξη.   Είναι καιρός να τον δοκιμάσουμε και να είστε σίγουροι, κυρίες και κύριοι βουλευτές ότι θεσμός αυτό υπηρετεί και δεν αντιστρατεύεται την ομαλή και αρμονική λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος.

Βασικά σημεία της ομιλίας του Υφυπουργού Μανούσου Βολουδάκη   

Εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται στην πατρίδα μας σε εξέλιξη η συζήτηση για την ανάγκη συγχώνευσης ομοειδών φορέων του δημοσίου, ή κατάργησης κάποιων φορέων που δεν έχουν πλέον λόγο ύπαρξης.  Είχε προηγηθεί, τις προηγούμενες δεκαετίες, ένας μεγάλης έκτασης κατακερματισμός της κρατικής μηχανής, συχνά με το πρόσχημα της αποκέντρωσης ή της δημιουργίας υπερ-εξειδικευμένων φορέων.  Δημιουργήθηκαν πολλοί φορείς  με αρμοδιότητες που δεν είναι βέβαιο ότι έπρεπε να ασκούνται,  άλλοι που ασκούσαν αρμοδιότητες αλληλεπικαλυπτόμενες  με αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης ή άλλων φορέων,  και άλλοι  που λειτουργούσαν ενώ το ουσιαστικό τους αντικείμενο είχε πάψει να υφίσταται. Έκπληκτη η κοινή γνώμη πληροφορούνταν κατά καιρούς την ύπαρξη φορέων που το αντικείμενό τους ήταν ανέκαθεν ή είχε καταστεί επουσιώδες, οι οποίοι όμως απασχολούσαν ανθρώπινο δυναμικό, διοικούνταν από αμοιβόμενα διοικητικά συμβούλια και μετακλητούς διοικητές, μίσθωναν κτίρια γραφείων, κ.ο.κ.  Οι φορείς μέχρι κάποιο σημείο πολλαπλασιάζονταν σα μανιτάρια, αντικατοπτρίζοντας πολιτικές πιέσεις και τοπικιστικού χαρακτήρα  αναγκαιότητες. Το αποτέλεσμα, ήταν ένα κράτος – λαβύρινθος.

Σήμερα, οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης είναι 1504. Ενδεικτικά, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει περί τους 300, ενώ η Σουηδία περί τους 400.

Η περιπλοκότητα του κράτους αποτελεί πρόβλημα για πολλούς λόγους. Ο πρώτος προφανής λόγος είναι η σπατάλη πόρων. Μια τέτοια δομή κράτους, επιβαρύνει το φορολογούμενο με δαπάνες για περισσότερα από τα απαραίτητα διοικητικά συμβούλια, περισσότερες αμοιβές για θέσεις ευθύνης, περισσότερα χρήματα για μισθώματα,  για μετακινήσεις κ.ο.κ.  Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη μελέτη για τις τηλεπικοινωνιακές ανάγκες του δημοσίου για το έργο «Σύζευξις ΙΙ», το δημόσιο σήμερα λειτουργεί σε 34,500 κτίρια ανά την Ελλάδα. Ο αριθμός αυτός και μόνο αρκεί για να δείξει το μέγεθος του προβλήματος.

Με βάση ανάλυση της Eurostat του 2011, η Ελλάδα δαπανά το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ ποσοστό του ΑΕΠ στις δαπάνες  που κατηγοριοποιούνται ως  δαπάνες για την  «Οργάνωση και Λειτουργία του κράτους»:  11,1% του ΑΕΠ έναντι μέσου όρου 6,5%.

Δεν είναι όμως οι δαπάνες το  μοναδικό πρόβλημα. Ο κατακερματισμός της διοίκησης, είτε αναφερόμαστε στα πολυάριθμα νομικά πρόσωπα του δημοσίου, είτε στον πληθωρισμό διευθύνσεων και τμημάτων στο εσωτερικό των Υπουργείων, είναι συνώνυμο της γραφειοκρατίας.  Ένα κράτος-λαβύρινθος, όσα κι αν ξοδεύει, δε θα μπορέσει να παρέχει ικανοποιητικές υπηρεσίες στον πολίτη.  Κι ακόμα,  το πολυδαίδαλο του κράτους, δημιουργεί συνθήκες αδιαφάνειας : ο πολίτης δεν μπορεί να κρίνει τον τρόπο της λειτουργίας του κράτους, δεν μπορεί να αξιολογήσει το επίπεδο των παρεχομένων υπηρεσιών, ούτε είναι δυνατόν να διασφαλισθεί η χρηστή διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Έτσι, ο πολίτης αποξενώνεται από το κράτος.

Για όλους αυτούς τους λόγους, κεντρική μας αρχή στη διοικητική μεταρρύθμιση, είναι η απλούστευση της δομής του κράτους.  Απλούστευση δομών και διαδικασιών, απλούστευση τόσο στο επίπεδο της κεντρικής κυβέρνησης, στα οργανογράμματα των Υπουργείων, όσο και στο επίπεδο των εποπτευομένων φορέων.  Η απλούστευση, μεταξύ των άλλων, προϋποθέτει καταργήσεις  φορέων που δεν έχουν πλέον λόγο ύπαρξης, και συγχωνεύσεις των ομοειδών, με σκοπό τον περιορισμό των δαπανών, αλλά και τη βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών, καθώς από τις συγχωνεύσεις μπορούν να προκύψουν ισχυρότεροι και αποτελεσματικότεροι φορείς.

Οι συγχωνεύσεις και καταργήσεις φορέων που υλοποιούνται με το υπό συζήτησιν νομοσχέδιο, γίνονται με αυτό ακριβώς το πνεύμα. Σήμερα, οι δυνατότητες της τεχνολογίας, της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, επιτρέπουν την αποτελεσματική διαχείριση της πληροφορίας  - και άρα της διοίκησης - σε μεγάλο όγκο, από απόσταση , και  σε χρόνους ως πρόσφατα αδιανόητους.  Για το λόγο αυτό σύμμαχός μας στην προσπάθεια αυτή είναι τα συστήματα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.  Πρέπει να τονισθεί, ότι έχει ληφθεί με τα κατά περίπτωση εποπτεύοντα Υπουργεία ειδική μέριμνα ώστε να μη διακοπεί η παροχή οποιασδήποτε πραγματικής υπηρεσίας προς την κοινωνία.  Αυτές ήταν οι κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε ο Πρωθυπουργός για την προσπάθεια αυτή.

Χαρακτηριστικό είναι το τί γίνεται με τις ονομαζόμενες «Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας» :  Υπάρχουν 38 νομικά πρόσωπα ανά την Ελλάδα που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία. Πρόκειται για Θεραπευτήρια Χρονίων  Παθήσεων, Οικοτροφεία για παιδιά που χρειάζονται προστασία, κ.ο.κ. Συγχωνεύονται σε 12 τα νομικά πρόσωπα,  εξοικονομούνται πόροι από τα έξοδα διοικήσεως, καθώς καταργούνται διοικητικά συμβούλια, θέσεις διοικητών κλπ, χωρίς να σταματήσει η λειτουργία οποιασδήποτε μονάδας: όλες οι μονάδες που λειτουργούν, συνεχίζουν να λειτουργούν ως παραρτήματα  του ενιαίου ανά περιφέρεια νομικού προσώπου.

Το νομοσχέδιο αυτό, είναι για εμάς ένα νομοσχέδιο πιλοτικό.  Επελέγησαν ορισμένοι φορείς των οποίων η συγχώνευση ή η κατάργηση ήταν σχεδόν αυτονόητη ανάγκη, με σκοπό να προετοιμάσουμε λύσεις  πολιτικά και νομικά επαρκείς, οι οποίες θα αξιοποιηθούν στη συνέχεια, κατά τη δεύτερη φάση του εγχειρήματος,  που θα αφορά περισσότερους φορείς, με μεγαλύτερες  δημοσιονομικές επιπτώσεις. Έτσι με το εγχείρημα αυτό έχουμε πλέον ορισμένα πρότυπα που μπορούμε να αξιοποιήσουμε στη συνέχεια, αναφορικά με τα ζητήματα της διαχείρισης της περιουσίας των φορέων, με τα ζητήματα της παροχής υπηρεσιών, τα εργασιακά κ.ο.κ.  Επιλέξαμε αντί του εύκολου δρόμου των «μελετών» που πληρώνονται ακριβά για να καταλήξουν σε  ράφια Υπουργείων, να ξεκινήσουμε εργαζόμενοι στην πράξη. Έτσι προέκυψε το νομοσχέδιο αυτό.  Διασφαλίσαμε τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών προς τον πολίτη, με χαμηλότερο κόστος κατά περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ κατ’ έτος (περίπου 7% της κρατικής επιχορήγησης για τους φορείς αυτούς).  Αν σκεφτεί κανείς ότι είναι όφελος που αφορά μόνο μια πιλοτική εφαρμογή της κεντρικής ιδέας, αντιλαμβάνεται  τα οφέλη που μπορούν να υπάρξουν στην πλήρη ανάπτυξη της ιδέας της απλούστευσης δομών και διαδικασιών της δημόσιας διοίκησης .  Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η εκτίμηση του οφέλους των 3 εκατομμυρίων ευρώ  κατ’ έτος από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, δε συμπεριλαμβάνει τα οφέλη από οικονομίες κλίμακος : τα οφέλη δηλαδή από τις δυνατότητες προμηθειών προϊόντων και υπηρεσιών σε μεγαλύτερες ποσότητες (άρα σε χαμηλότερες τιμές), από τις δυνατότητες αποτελεσματικότερης κατανομής του εργατικού δυναμικού, κ.ο.κ.