Τις τελευταίες μέρες ανακαλύψαμε διάφορες «επαύλεις» και το ρόλο τους στην καθημερινότητά μας. Και στην πολιτική μας ζωή. Τη βίλα Αμαλία! Τη βίλα Μαρία Κάλλας! Μέχρι στιγμής.

Απολαύσαμε καταλήψεις και ανακαταλήψεις. Ακόμα και ραδιοφωνικών σταθμών. Σε μια χώρα που διακρίνεται για την πάμπλουτη «ζούγκλα» των ανεξάντλητων, τελικά, συχνοτήτων. Και επειδή, προφανώς, όλοι παίζουμε, κάποιοι συμπολίτες μας, συνειδητοί τρομοκράτες ή αφελείς, δήθεν, κοινωνικοί αγωνιστές, παίζουν και αυτοί με τα «γκαζάκια» της φωτιάς.

Μπορούμε από την αρχή να προβούμε σε δύο εκτιμήσεις. Η πρώτη. Οι ιστορικά υποστατές πολιτικές δυνάμεις δεν επιδεικνύουν ή δεν έχουν την ψυχραιμία και το διαχρονικό ορίζοντα να αντιμετωπίσουν το ζήτημα και να ανταποκριθούν στο δημοκρατικό ρόλο και λειτουργία τους. Η δεύτερη. Τα φαινόμενα της βίας έχουν, πια, καταστεί επικίνδυνα. Ιδίως, σε κεντρικό θεσμικό επίπεδο. Η βία από τη φύση της ακυρώνει τη δημοκρατική ζωή.

Η βία δεν ήταν άγνωστη στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Όχι μόνο στις περιόδους κρίσης και οξύτατων προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Τα τελευταία, όμως, χρόνια έχει ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες.

Η βία είναι άφθονη. Όχι μόνο εκείνη που μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου. Φυσικά ένα μεγάλο μερίδιο στο πάνθεον της βίας έχουν κατακτήσει και οι πράξεις απελπισίας, που συνδέονται με την οικονομική κρίση. Η βία, όμως, που μας αφορά και ενδιαφέρει, είναι άφθονη και διάχυτη. Πάρα πολλοί συμπολίτες μας (περισσότεροι απ’ όσο στο παρελθόν) υποκύπτουν στον πειρασμό της «αρπαχτής» με τη βία. Στα χρόνια της πήλινης ευμάρειας και της ξέφρενης κατανάλωσης είχαμε γνωρίσει τις «αρπαχτές», με οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο.

Η βία εκδηλώνεται παντού. Σε όλους τους χώρους. Και σε εκείνους που η κρατική και πολιτική εποπτεία είναι ασφυκτική. Και σε εκείνους που η κοινωνική ευθύνη είναι σαφώς εντονότερη. Αυτό που συνεχίζει να εντυπωσιάζει είναι η βία στα Πανεπιστήμια. Ενώ μας αφήνει παγερά αδιάφορους η αφελής προσπάθεια αυτών που χρησιμοποιούν τη βία για να επενδύσουν την άνομη συμπεριφορά τους με δήθεν δημοκρατικό λεξιλόγιο. Εντυπωσιάζουν και τα πρόσφατα κρούσματα βίας κατά των δημοσιογράφων. Κατά ενός αξιόλογου αριθμού δημοσιογράφων. Ταυτόχρονα. Μέχρι στιγμής όσοι έχουν μιλήσει χαρακτήρισαν τη βία «τιμωρητική», «απειλητική» και, τελικά, «τρομοκρατική». Δεν θα διαφωνήσω. Υπάρχει, όμως, και ένα πρόσθετο, ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Που αφορά ένα ενιαίο πλέγμα μηνυμάτων αυτής της σκοτεινής ενέργειας σε βάρος του Τύπου. «Είμαστε παντού». «Είμαστε παντού παρόντες». «Πίσω και πάνω από τον καθένα». «Η εικόνα μας και η σπηλαιώδης αναπνοή μας σας ακολουθεί όπου κι αν πάτε»… «Σας καταδιώκει».

Η βία εφευρίσκει και μεταλλάξεις. Αυτή είναι και η πιο επικίνδυνη μορφή της. Ο φραστικός τραμπουκισμός ορισμένων πολιτικών μας. Η αλαζονεία και ο ετσιθελισμός, που καμουφλάρεται πίσω από την τυπική νομιμότητα. Οι υπερβάσεις εξουσίας και η ανεμπόδιστη κατάχρηση των ελευθεριών μας με τη χαοτική επίκληση δυσερμήνευτων ή παραπλανητικών κανόνων, ρητρών και ιδεών. Γιατί είναι τόσο επικίνδυνες; Έχουν έναν ευδιάκριτο στόχο. Να ωθήσουν τον πολίτη σε κατάσταση παθητικής άμυνας. Να του αφαιρέσουν κάθε δυνατότητα υπεράσπισής του. Και να τον καταστήσουν ανήμπορο να αντιδράσει ή να αντισταθεί.

Πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι σ’ αυτό που έχει ήδη εύστοχα λεχθεί. Οι λογικές της βίας, των μολότοφ, της λεηλασίας και των καμένων βιβλιοθηκών του Δεκέμβρη του 2008, του εμπρησμού των τραπεζών και της φρικιαστικής δολοφονίας αθώων συμπολιτών μας τον Μάιο του 2010, έχουν ηττηθεί. Και από την ελληνική κοινωνία. Ευτυχώς, καμιά «μαμή της ιστορίας» δεν διέσωσε ιστορικά τα σαλεμένα μυαλά αυτών που χρησιμοποίησαν τη βία με τη λογική κατάληψης και διαχείρισης εξουσίας.

Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 13.1.2013
Αντώνης Ν. Βγόντζας