Συζητήθηκε στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο εκσυγχρονισμός του τελωνειακού κώδικα της ΕΕ που ορίζει -μεταξύ άλλων- την καταχώριση των εμπορευμάτων σε αυτά μη προτιμησιακής καταγωγής. Ο χαρακτηρισμός ενός εμπορεύματος ως μη προτιμησιακής καταγωγής το συναρτά με την εφαρμογή των δασμών και των λοιπών μέτρων εμπορικής πολιτικής της Ε.Ε., ενώ ταυτόχρονα οδηγεί στην επισήμανση των εμπορευμάτων με τη χώρα καταγωγής τους ("made in").

Η καταγωγή των εμπορευμάτων καθορίζεται από την αρχή που θέτει το άρθρο 24 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (Καν. Συμβουλίου ΕΟΚ αριθ. 2913/92). Σύμφωνα με αυτό, εάν στην παραγωγή ενός εμπορεύματος έχουν μεσολαβήσει δύο ή περισσότερες χώρες, τότε το εμπόρευμα κατάγεται από τη χώρα στην οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία, οικονομικά δικαιολογημένη, σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό, η οποία κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παραγωγής.

Ο Ευρωβουλευτής Σπύρος Δανέλλης προέβη στην ακόλουθη δήλωση στα πλαίσια της συζήτησης: "Η αρχή αυτή παρουσιάζει προβλήματα για την εμπορία εμπορευμάτων όπως τα νωπά γεωργικά προϊόντα. Κι αυτό διότι μπορεί για παράδειγμα ένα γεωργικό προϊόν που εισάγεται από τρίτες χώρες, όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο, να προωθείται στην αγορά της ΕΕ ως ευρωπαϊκό, από τη στιγμή που υποστεί μεταποίηση σε κράτος μέλος της ΕΕ, ακόμα κι αν αυτή η μεταποίηση δεν αλλάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή την ειδική υφή του πρωτογενούς προϊόντος.

Έτσι οδηγούμαστε εύκολα σε παραπληροφόρηση του καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να διαβάζει στην ετικέτα του προϊόντος ότι η επιλογή του είναι προϊόν της ΕΕ και να αγνοεί ότι η πρωτογενής ύλη παράχθηκε σε χώρα εκτός ΕΕ. Γι αυτό άποψή μας είναι ότι ο εκσυγχρονισμός του τελωνειακού κώδικα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτήν την ιδιαιτερότητα.

Κ. Επίτροπε, η προστασία του καταναλωτή και η διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού δε συνιστούν προστατευτισμό αλλά υποχρέωση της Ένωσης".