Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939 διέκοψε απότομα την παιδική ηλικία της Henia Bryer. Καθώς σήμερα τιμάται η Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Ολοκαυτώματος, διηγείται την ιστορία της και θυμάται τις περιπέτειες που την οδήγησαν στον δρόμο της ελευθερίας...

Πέρασαν τα σύνορα την 1 Σεπτεμβρίου του 1939. Οκτώ μέρες μετά τοποθέτησαν σε ολόκληρη την πόλη του Ράτνομ μεγάφωνα από τα οποία εξέπεμπαν την προπαγάνδα του μίσους κατά των Εβραίων. «Φορούσαν μαύρες στολές και το κράνος τους...» θυμάται η γυναίκα που μεταφέρθηκε σε τέσσερα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι επέζησε.





«Οι ομιλίες του Χίτλερ ήταν ατελείωτες... ποτέ δεν κράτησε μυστικό τι σκόπευε να κάνει με τους Εβραίους» ανακαλεί από τη μνήμη της.

Αρχικά η οικογένεια της Bryer –οι γονείς της, ένας μεγαλύτερος αδερφός, ένας μικρότερος και μία αδερφή – κατάφερε να επιβιώσει με κάποια χρυσά νομίσματα που είχε φυλάξει ο πατέρας της, ιδιοκτήτης εργοστασίου υποδημάτων που συνέχισε να εργάζεται αν και δεν πληρωνόταν. Τα χειρότερα έπονταν...

Το 1941, η οικογένεια ήταν ανάμεσα στους 30.000 εβραίους που μεταφέρθηκαν στο γκέτο που δημιούργησαν οι ναζί. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν σκληρές, καθώς σ’ ένα δωμάτιο ήταν υποχρεωμένα να ζουν 10 άτομα. Η βία και οι πυροβολισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο, ωστόσο η οικογένεια κατάφερε να μείνει ενωμένη, κάτι που δεν διήρκεσε.

«Ο μικρότερος αδερφός μου μεταφέρθηκε στο εργοστάσιο πυρομαχικών. Ποτέ δεν μάθαμε τι του συνέβη στη διάρκεια του πολέμου. Η οικογένειά του δεν ξέρει πού ήταν ή τι έκανε». Ο μεγαλύτερος αδερφός της, που αντιμετώπιζε νοητική στέρηση, ήταν ανάμεσα σε εκείνους που σκοτώθηκαν αμέσως: «Ο αδερφός μου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, αλλά σκότωσαν όλους τους ανθρώπους που είχαν ειδικές ανάγκες. Ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε... πήρε το παλτό του, το έδωσε στη μητέρα μου και της είπε δώστο σε κάποιον που θα το χρειαστεί. Εγώ δεν θα το χρειαστώ πια. Κι εκείνη επέστρεψε σπίτι με το παλτό».



Στρατόπεδα συγκέντρωσης



Έως τον Μάρτιο του 1944 ο πληθυσμός στο γκέτο είχε μειωθεί στα 300 άτομα και εν τέλει σφραγίστηκε. Όσοι είχαν απομείνει μεταφέρθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό και στοιβάχτηκαν μέσα στα βαγόνια με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Bryer μεταφέρθηκε στο Majdanek, κοντά στη Lublin, το πρώτο της στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μόλις έφθασε εκεί την ανάγκασαν να γδυθεί και να σταθεί γυμνή στο χιόνι. Στη συνέχεια της έδωσαν, όπως και στους λοιπούς αιχμαλώτους, μία στολή φυλακισμένου κι ένα λευκό μαντίλι για το κεφάλι κι αυτή ήταν η ενδυμασία τους για τον χειμώνα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η γυναίκα. Στο στρατόπεδο έκλεισε τα 17 της χρόνια. Έξι εβδομάδες μετά η οικογένεια μεταφέρθηκε ξανά, σύμφωνα με το αφιέρωμα του BBC.



Η Bryer μεταφέρθηκε στο Plazow, κοντά στην Κρακοβία, το στρατόπεδο που καταχωρείται στη λίστα του Σίντλερ. Η ζωή ήταν σκληρή. Οι αιχμάλωτοι ήταν χωρισμένοι σε ομάδες εργασίας και ήταν υποχρεωμένοι να σπρώχνουν βαγόνια με πέτρες από το κοντινό λατομείο. «Ήταν μία κόλαση. Δεν μπορούσαμε να αντέξουμε. Μας πυροβολούσαν, μας απαγχόνιζαν κι ενώ δεν υπήρχε κρεματόριο, έπαιρναν τα πτώματα και τα έκαιγαν σ’ έναν κοντινό λόφο, ενώ ο άνεμος μετέφερε τις στάχτες πάνω μας», θυμάται. Στο Plazow ένας φρουρός ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου τον πατέρα της, ο οποίος αγνοούσε πού βρίσκονταν η γυναίκα του και τα παιδιά του.



Απόφαση ζωής ή θανάτου

Το 1944 η Bryer εστάλη στο Άουσβιτς όπου και συνάντησε τον διαβόητο Josef Mengele. «Μας έβγαλαν από το τρένο, μας έβαλαν στη σειρά και μας ζήτησαν να γδυθούμε. Οι άνδρες διαχωρίστηκαν από τις γυναίκες. Μπροστά μας στάθηκε ο Mengele και οι βοηθοί του, όλοι ντυμένοι με στολές και εμείς έπρεπε να παρελάσουμε ολόγυμνες μπροστά τους. Μπορείτε να φανταστείτε πώς αισθανθήκαμε. Εκείνος απλώς κουνούσε το δάχτυλό του. Αν κουνούσε το δάχτυλο προς τα αριστερά, οι άνθρωποι πήγαιναν κατευθείαν στο κρεματόριο, αν το κουνούσε δεξιά οδηγούνταν στο στρατόπεδο».

Η γυναίκα επίσης θυμάται ότι από τα μεγάφωνα στο Άουσβιτς ακουγόταν μουσική την ώρα που τα παιδιά χωρίζονταν από τους γονείς της. Δεν είδε την αδερφή της αλλά ήταν σίγουρη ότι την έστειλαν στους φούρνους. Σ’ εκείνη χάραξαν στο χέρι τον αριθμό της, ήταν η αιχμάλωτη με αριθμό A26188.



Ο χειμώνας στο Άουσβιτς ήταν πολύ βαρύς κι έπρεπε να αντιμετωπίσει και την πείνα. Βρήκε τρόπους να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και να ξεχνιέται, όπως το να δημιουργεί ποιηματάκια στο μυαλό της κι άλλα. Καθώς στα μέσα Δεκεμβρίου ενηλικιωνόταν, κλείνοντας τα 18 της χρόνια, σκεφτόταν ότι τέτοια ημέρα θα έφευγε για Ρώμη για να σπουδάσει.

«Θυμάμαι ότι έλεγα στον εαυτό μου πως είμαι πολύ μικρή για να πεθάνω, δεν μπορεί να πεθάνω. Δεν έχω δει οτιδήποτε, δεν έχω κάνει ακόμη τίποτα στη ζωή μου!». Τρεις μήνες μετά την εγκατάστασή της στο Άουσβιτς και μόλις δύο ημέρες προτού φθάσουν τα ρωσικά στρατεύματα, η Bryer μεταφέρθηκε ξανά. Καθώς τους ανάγκασαν να περπατούν γρήγορα, είδε τους διπλανούς της να πέφτουν νεκροί από πυροβολισμούς επειδή ήταν πολύ κουρασμένοι να περπατήσουν. Φθάνοντας στο τελευταίο στρατόπεδο, στο Bergen-Belsen, είδε έναν τεράστιο σωρό πτωμάτων σε αποσύνθεση. Το στρατόπεδο ήταν σε χειρότερη κατάσταση ακόμη και από το Άουσβιτς, που της φαινόταν κόλαση.

Όταν ο δημοσιογράφος Richard Dimbleby επισκέφθηκε το στρατόπεδο μετά την απελευθέρωση των αιχμαλώτων τον Απρίλιο του 1945 το περιέγραψε ως «ζωντανός εφιάλτης». Και για τους φυλακισμένους η ελευθερία δεν ήρθε αμέσως. Είχαν να αντιμετωπίσουν ασθένειες όπως ο τύφος κι απέμεναν φυλακισμένοι ενώ ελάχιστοι γιατροί τους παρακολουθούσαν. Επίσης οι τροφές ήταν πολύ λιπαρές και δυσκολοχώνευτες επιδεινώνοντας την υγεία τους ακόμη περισσότερο.



«Οι άνθρωποι πέθαιναν, ήταν περίπου 30.000 που πέθαναν μετά την απελευθέρωση. Αισθανόμουν απαίσια, έχασα τη μόνη φίλη που έκανα τον καιρό που ζούσα στα στρατόπεδα»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ»

Mετά τον πόλεμο η Bryer ξαναβρήκε τη μητέρα της κι έζησε στη Γαλλία και το Ισραήλ προτού γνωρίσει τον σύζυγό της Maurice, οπότε μετακόμισε μαζί του στη Νότια Αφρική. Τώρα, στην ηλικία των 80, ανησυχεί πως οι νεότερες γενιές δεν θα έχουν ιστορική γνώση, αναφέροντας: «Ήμουν στο χειρουργικό κρεβάτι για μια επέμβαση κι έρχεται ο αναισθησιολόγος. Βλέπει το τατουάζ στο χέρι μου (τον αριθμό αιχμαλωσίας) και μου λέει ‘τι είναι αυτό;’, και του λέω ‘είναι από το Άουσβιτς’. ‘Άουσβιτς; Πού είναι αυτό;’. Κι αυτός ήταν ένας νέος άνδρας, γιατρός. Δεν είχα τον χρόνο να του εξήγησω. Μ’ έπιασε αμέσως το αναισθητικό» τονίζει η γυναίκα. Η Bryer είναι αποφασισμένη να μην αφήσει να ξεχαστούν οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες της: «Η ιστορία μας είναι γεμάτη αιματηρούς πολέμους, επαναστάσεις και κάθε είδους τραγωδία, αλλά νομίζω το Ολοκαύτωμα δεν συγκρίνεται με τίποτα στον κόσμο».



Σ' αυτούς που έσωσαν Εβραίους και άλλους από σίγουρο θάνατο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου είναι αφιερωμένη η εφετινή Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Ολοκαυτώματος. Στο μήνυμά του, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Κι- Μουν αναφέρει ότι το παράδειγμά τους μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους, ώστε να κτίσουν σήμερα έναν καλύτερο κόσμο.

«Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, εκατομμύρια άνθρωποι που δεν ταίριαζαν στη διεστραμμένη ιδεολογία του Αδόλφου Χίτλερ για την τελειότητα της Άριας φυλής- ανάμεσα τους Εβραίοι, Ρομά, Σίντι, ομοφυλόφιλοι, κομμουνιστές, ψυχικά ασθενείς και άλλοι- διώκονταν συστηματικά, συγκεντρώνονταν και μεταφέρονταν σε στρατόπεδα θανάτου. Κάποιοι δολοφονήθηκαν αμέσως, ενώ άλλοι εργάστηκαν μέχρι θανάτου υπό απάνθρωπες συνθήκες. Κάθε χρόνο, στην επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς- Μπίρκεναου τιμούμε τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, για να μην ξεχάσουμε ποτέ αυτά τα εγκλήματα».



Και συμπλήρωσε: «Το φετινό θέμα "Η Διάσωση κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος: το Θάρρος του να Νοιάζεσαι" αποτίει φόρο τιμής σε όσους διακινδύνευσαν τη ζωή τους και τις οικογένειές τους για να σώσουν Εβραίους και άλλους από σίγουρο θάνατο κάτω από τον ναζιστικό ζυγό. Οι ιστορίες τους ποικίλλουν. Αρκετοί προσέφεραν καταφύγιο στα θύματα, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, άλλοι φυγάδευσαν οικογένειες σε ασφαλή μέρη ή τους βοήθησαν να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα έγγραφα για να δραπετεύσουν. Όλοι αυτοί είχαν κάτι κοινό: θάρρος, συμπόνια και ηθικές αρχές».

«Στην εφετινή Διεθνή Ημέρα, ας θυμηθούμε όλους τους αθώους ανθρώπους που έχασαν τις ζωές τους στο Ολοκαύτωμα. Ας γίνουν πηγή έμπνευσης όλοι αυτοί που είχαν το θάρρος να νοιαστούν, οι καθημερινοί άνθρωποι που με τις αξιοθαύμαστες πράξεις τους υπερασπίστηκαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το παράδειγμά τους μπορεί να μας βοηθήσει σήμερα να χτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο» καταλήγει στο μήνυμά του ο γγ του ΟΗΕ.


real.gr