Ούτε ο Φλεβάρης, ούτε ο Μάρτης πρόκειται να περάσουν εύκολα. Ελάχιστα θα μας απασχολήσει η πρόοδος των εργασιών της προκαταρκτικής επιτροπής για τη λίστα Λαγκάρντ.

Δεν θα αποτελέσει πρώτο θέμα στα βραδινά δελτία ειδήσεων. Στις παραπολιτικές στήλες, ναι. Στα πηγαδάκια των «πάνελ» της μεταμεσονύκτιας ζώνης, ναι.

Δεν φταίει, όμως, μόνο ο τρόπος λήψης και το περιεχόμενο των ιδρυτικών και παρεμπιπτουσών αποφάσεων της Επιτροπής. Δεν επιδρά μόνο ο χαρακτήρας των παραγόντων, που θέλησαν να παίξουν ρόλο στην υπόθεση αυτή. Την περιορίζουν οι καυγάδες κακής ποιότητας, που λαμβάνουν χώρα σε κάθε είδους οθόνη. Μέσα και έξω από τη Βουλή.

Είναι μια υπόθεση, χωρίς «υπόθεση». Υποφέρει, τελικά, από την εσωτερική αδυναμία της να λάβει ιστορικές διαστάσεις.

Η βδομάδα, που πέρασε, μας χάρισε γενναιόδωρα τη γεύση των γεγονότων που θα ακολουθήσουν. Η πρωτεύουσα της χώρας, και φυσικά η μισή Ελλάδα, επλήγησαν από μια σκληρή απεργία σε όλα, σχεδόν, τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ανάμεσα στα αποτελέσματά της βρίσκεται και η πλήρης κατάρρευση της ποιότητας της ζωής της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της.

Οι αγρότες μετά την ουσιαστική εξάντληση των παχιών αγελάδων της ευρωπαϊκής θαλπωρής, έρχονται σε ολομέτωπη αναμέτρηση με την κεντρική διοίκηση και Κυβέρνηση. Και την ωμή πραγματικότητα. Διεκδικούν από τον πτωχό, πια, εθνικό κορβανά ό,τι, με άνεση και ελευθεριότητα, απολάμβαναν στο παρελθόν. Οι κινητοποιήσεις τους πρέπει να θεωρηθούν δεδομένες. Δεν βράζει μόνο ο θεσσαλικός κάμπος. Αυτός, όμως, θα πρωταγωνιστήσει.

Η Κυβέρνηση, ο σκληρός, μάλιστα, άξονάς της, ετοιμάζεται για μία ολομέτωπη ρήξη. Οι διάφορες ξεχασμένες «βίλες», η κατάληψη και ανακατάληψή τους, λειτούργησαν σαν αποσπασματική προθέρμανση. Αντίστοιχα, τα συνδικάτα προωθούν και αυτά, το ιδεολογικό και στρατηγικό πλαίσιο μιας γενικής ρήξης και μιας πιο πλατιάς κοινωνικής αναταραχής. Σ’ αυτά συμπαραστέκονται όλες οι δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Μια πρακτική και συνήθεια πολλών δεκαετιών, ανεξάρτητα από την επωνυμία και τα λάβαρα τους.

Πρέπει να διαβεβαιώσουμε και τους δύο πόλους ότι ελάχιστοι και ελάχιστα θα ωφεληθούν από αυτήν την ολοκληρωτική ρήξη.

Η Κυβέρνηση δεν θα καταφέρει να φέρει αυτή τη ρήξη σε πέρας με θετικό γι’ αυτήν περιεχόμενο. Δεν έχει δυνάμεις. Ούτε στη δημόσια διοίκηση. Ούτε ανάμεσα στους κοινωνικούς φορείς. Δεν έχει ισχυρή νομιμοποίηση. Η εκλογική της αφετηρία μοιάζει να είναι ποσοτικά επαρκής. Υποθέτουμε ότι έχει αναλύσει και κατανοήσει τα φοβικά συναισθήματα που προκάλεσαν την αρχική μαζική μεταφορά εκλογέων προς τη μεριά της. Ποτέ, όμως, ο φόβος δεν αποτέλεσε πηγή μαχητικής εγρήγορσης και διαρκούς ή έμπρακτης στήριξης. Και κάτι τελευταίο για την Κυβέρνηση. Εάν ηττηθεί στη ρήξη, διαλύεται. Εάν υφαρπάξει μια προσωρινή νίκη, ένα είναι βέβαιο. Δεν θα υπάρξει επόμενη ημέρα.

Ούτε τα συνδικάτα θα βιώσουν εύκολες μέρες. Δεν μπορούν να αρκεσθούν σε εύκολες αποφάσεις. Πρέπει να αναγνωρίσουμε (και εκείνα να παραδεχθούν) ότι τα συνδικάτα παραμόρφωσαν το ρόλο τους τις τελευταίες δεκαετίες. Εκμεταλλεύθηκαν μια στρεβλή νομοθεσία για να επιβάλλουν συνδιοίκηση στο δημόσιο τομέα. Αναμφισβήτητα, τα συνδικάτα έχουν διεκδικητικό ρόλο. Από το ίδιο το Σύνταγμα και από τις συνθήκες του πολιτεύματος. Δυστυχώς, όμως, μετέτρεψαν τους οργανωμένους χώρους σε συντεχνίες. Κάτι που δεν ανταποκρίνεται στο ουσιαστικό περιεχόμενο της σύγχρονης δημοκρατίας. Το συντεχνιακό κράτος έχει τελειώσει οριστικά εδώ και δύο αιώνες. Και η επανεμφάνισή του, με διαφορετικό περιτύλιγμα και επωνυμία, συνετρίβη με τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο.

Η διαχείριση της κρίσης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν αντιμετωπίζεται με ακραίες συμπεριφορές. Ούτε επιλύεται με συνθήματα και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Ούτε με τις τεχνικές του «Γόρδιου δεσμού». Δεν χρειαζόμαστε τα σπαθιά του παρελθόντος. Ούτε τις ρομφαίες των φανατικών. Πολιτικός και κοινωνικός διάλογος απαιτείται. Χωρίς «σαλεμένους» οδηγούς. Και με τον ορίζοντα της διαχρονικής Ελλάδας.

Αντώνης Ν. Βγόντζας
Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 27.1.2013