Συναγερμός σήμανε το πρωί του Σαββάτου στη Φουκουσίμα, καθώς εντοπίστηκε ρωγμή στον αντιδραστήρα Νο2 του πυρηνικού εργοστασίου και νερό μολυσμένο με ραδιενέργεια διέρρεε στη θάλασσα, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία Tepco, που διαχειρίζεται το εργοστάσιο.

Η Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας της Ιαπωνίας ανακοίνωσε πως η Tepco ετοιμαζόταν να αρχίσει την έγχυση τσιμέντου στη ρωγμή, για να σταματήσει τη διαρροή. Η ραδιενέργεια, σύμφωνα με την εταιρεία, μετρήθηκε στα 1.000 μιλισίβερτ την ώρα.

Λίγες ώρες νωρίτερα, είχε γίνει γνωστό ότι ο διευθύνων σύμβουλος του αμερικανικού κολοσσού General Electric, Τζεφ Ίμελτ, μεταβαίνει στην Ιαπωνία για σειρά συναντήσεων με αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και οι επικεφαλής της Tepco. Μηχανικοί του αμερικανικού κολοσσού της παγκόσμιας οικονομίας, που σχεδίασαν τους αντιδραστήρες, που χρησιμοποιούνται στον πυρηνικό σταθμό στη Φουκουσίμα, έχουν ήδη αναταποκριθεί με συμβουλευτική παρουσία στην αντιμετώπιση της πυρηνικής κρίσης, όχι όμως απευθείας, αλλά μέσω του στρατηγικού εταίρου στον πυρηνικό τομέα της General Electric στην Ιαπωνία, δηλαδή της εταιρείας Hitachi.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής ενέργειας, Γιούκιο Αμάνο, προειδοποίησε ότι η πυρηνική κρίση στην Ιαπωνία παραμένει «πολύ σοβαρή» και θα καθυστερήσει πολύ να λήξει, «Αν θέλω να φτάσω στο σημείο να μπορώ να πω ότι όλα είναι ξανά φυσιολογικά, τότε πρέπει να σας πω ότι αυτό θα αργήσει ακόμα αρκετά» τόνισε.

Τρεις εβδομάδες μετά το σεισμό και το τσουνάμι που προκάλεσε την έναρξη της πυρηνικής κρίσης στο σταθμό της Φουκουσίμα, η κατάσταση παραμένει δύσκολη. Η διαρροή της ραδιενέργειας είναι πλέον σταθερή, καθώς οι μετρήσεις του ποσοστού του ραδιενεργού ιωδίου-131 στο θαλασσινό νερό γύρω από την περιοχή του εργοστασίου υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια κατά 10.000 φορές.

Η διαχειρίστρια εταιρεία ομολογεί την αδυναμία της να ελέγξει την κατάσταση στους τέσσερις από τους έξι αντιδραστήρες, όπου δεν λειτουργεί το σύστημα ψύξης και υπάρχουν φόβοι ότι κάποιοι από τους πυρήνες μπορεί να βρίσκονται ήδη σε φάση τήξης, ενώ αποδεικνύεται ανεπαρκής η ακτίνα εκκένωσης των 20 χιλιομέτρων, αφού καταμετρώνται υψηλά ποσοστά ραδιενέργειας στο έδαφος και τα φυτά της περιοχής.