Στις περισσότερες εκθέσεις που δημοσιεύθηκαν αυτές τις ημέρες για το ενεργειακό μέλλον του πλανήτη, παρατηρεί κανείς πως όλοι μιλούν για «ενεργειακή αποτελεσματικότητα». Αυτό είναι το ζητούμενο πλέον. Μόνον που η επίτευξή της δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση.

Η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας (ΙΕΑ) στη νέα ετήσια έκθεσή της για την Παγκόσμια Ενέργεια το 2013 που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, δίνει μια γκρίζα εικόνα, έστω και με λίγες ανοιχτόχρωμες πινελιές. Παρόλο που το περασμένο έτος οι ανεπτυγμένες χώρες έλαβαν νέα μέτρα με στόχο την βελτίωση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας και την τόνωση των ενεργειακών προοπτικών τους –οι ΗΠΑ υιοθέτησαν νέα στάνταρτ καυσίμων, η Ε.Ε. δεσμεύθηκε να μειώσει κατά 20% την ενεργειακή κατανάλωση έως το 2030, η Ιαπωνία σκοπεύει να μειώσει την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος κατά 10% την ίδια περίοδο, ενώ η Κίνα προσδοκά μια συρρίκνωση της ενεργειακής έντασης της τάξης του 16% μέχρι το 2015- δεν αναμένεται να προκύψει μια ουσιαστική αλλαγή.

Και ενώ η διεθνής οικονομική κρίση και η ύφεση έχουν κάμψει ως έναν βαθμό την ενεργειακή ζήτηση στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν συμβαίνει καθόλου το ίδιο στις αναπτυσσόμενες χώρες που κρατούν ανοιχτές τις μηχανές της ανάπτυξης. Επομένως, το ζήτημα της ενέργειας, της επάρκειας και της ασφάλειάς της, παραμένει υψίστης σημασίας για τον πλανήτη και θα συνεχίσει να είναι στο μέλλον.

«Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις νέες εξελίξεις και πολιτικές που εφαρμόζονται, ο κόσμος ακόμα αδυνατεί να βάλει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα σε ένα βιώσιμο μονοπάτι. Η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση αυξάνεται περισσότερο από 30% κατά την περίοδο έως το 2035 στο κεντρικό μας σενάριο περί νέων πολιτικών» υπογραμμίζει ο διεθνής οργανισμός. Μάλιστα, και η Exxon Mobil στην ετήσια έκθεσή της «Μια εικόνα της ενέργειας έως το 2040» προβλέπει αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια κατά 35% έως το 2040, ενώ η ενεργειακή ζήτηση στα αναπτυσσόμενα κράτη (μη μέλη του ΟΟΣΑ) αναμένεται να ενισχυθεί κατά 65% την ίδια χρονική περίοδο, εν συγκρίσει με τα μεγέθη του 2010.

Ως συνέπεια, τονίζει η Exxon Mobil στην έκθεσή της, θα υπάρξει ακόμα μεγαλύτερη ζήτηση για ηλεκτρισμό, ενώ το πετρέλαιο θα παραμένει το Νο1 παγκόσμιο καύσιμο, με το φυσικό αέριο να καταλαμβάνει την δεύτερη θέση ως βασική πηγή ενέργειας, ξεπερνώντας τον άνθρακα. «Η χρήση πυρηνικής ενέργειας και ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα ενισχυθεί επίσης, όσο η ζήτηση για άνθρακα θα αρχίσει να πέφτει σταδιακά» επισημαίνεται στην έκθεση.

Σκληρά γεωπολιτικά παιχνίδια

Για την Exxon Mobil, η οποία σκοπεύει να επενδύσει περίπου 185 δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια σε ενεργειακά projects, αυτή η εξέλιξη προσφοράς-ζήτησης, κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες, θα ανοίξει πόρτες για σημαντικές ευκαιρίες στο παγκόσμιο εμπόριο. Ο αμερικανικός πετρελαϊκός κολοσσός εκτιμά δε, πως γύρω στο 2030 η Βόρεια Αμερική πιθανότατα θα μετατραπεί από καθαρός εισαγωγέας ενέργειας σε καθαρό εξαγωγέα (φυσικού αερίου, πετρελαίου και ειδών με βάση το πετρέλαιο).

Η συγκεκριμένη εξέλιξη σαφώς και δεν είναι τυχαία, καθώς τα τελευταία δέκα χρόνια τα γεωπολιτικά παιχνίδια στις περιοχές των ενεργειακών πηγών είχαν γίνει ιδιαίτερα σκληρά και συνεχίζουν να είναι. Αξίζει να υπενθυμίσουμε τις προειδοποιήσεις Βρετανίδας αναλύτριας στους στους Financial Times από το 2004 :

“Τα στελέχη των πετρελαϊκών κολοσσών δεν θα ξεχάσουν ότι η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να είναι ένα σκληρό μέρος για να βγάλει κανείς λεφτά. Η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και το Ιράν έχουν όλο το χρόνο να αλλάξουν γνώμη αλλά και στρατηγική μόλις οι πολιτικοί άνεμοι αλλάξουν κατεύθυνση». Από τότε, στην παραπάνω λίστα προστέθηκαν μερικές χώρες ακόμη (Ρωσία, Βενεζουέλα, Νιγηρία, Λιβύη και Ιράκ), ενώ προέκυψε μια οξεία οικονομική κρίση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και ξέσπασαν μαζικές κοινωνικές εξεγέρσεις στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή «Αραβική Άνοιξη».

Η ΙΕΑ που επίσης μιλά για αλλαγή του ενεργειακού χάρτη με σημαντικές επιπτώσεις στις ενεργειακές αγορές και το εμπόριο, θέτει ως βασικούς παράγοντες των μελλοντικών εξελίξεων α) την ανάδειξη των ΗΠΑ σε βασικό ενεργειακό παίκτη β) την απομάκρυνση αρκετών χωρών από την πυρηνική ενέργεια μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, γ) την συνεχή αύξηση της χρήσης της ηλιακής και αιολικής τεχνολογίας και δ) την επιτυχία (ή όχι) της ανόρθωσης και αναζωογόνησης του πετρελαϊκού κλάδου του Ιράκ.

Οι ΗΠΑ βρήκαν την ενεργειακή τους σωτηρία πριν τρία περίπου χρόνια στην τεχνολογία εκμετάλλευσης του σχιστολιθικού φυσικού αερίου (fracking). Όπως η Exxon Mobil, έτσι και η BP εκτιμά σε αντίστοιχη μελέτη της, πως η Βόρεια Αμερική θα καταστεί σχεδόν ενεργειακά αυτάρκης τις επόμενες δύο δεκαετίες, καθώς παράλληλα με το fracking αυξάνεται τόσο η παραγωγή βιοκαυσίμων όσο και του μη συμβατικού πετρελαίου. Και ενώ το σχιστολιθικό φυσικό αέριο αποδεικνύεται «άσσος στο μανίκι» των ΗΠΑ, η Ευρώπη εμφανίζεται ενεργειακά αποδυναμωμένη. Η BP προβλέπει ότι μέχρι το 2030 η Ευρώπη θα εισάγει περίπου το 60% των αναγκών της σε φυσικό αέριο όσο η ζήτηση θα αυξάνεται και η εγχώρια παραγωγή θα μειώνεται.

Ωστόσο, όπως προειδοποιεί η ΙΕΑ, καμία χώρα δεν μπορεί να αποτελέσει «νησί ενέργειας» και οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα τους διαφορετικούς τύπους καυσίμων, τις αγορές και τις τιμές εντείνονται. «Εντός κάθε χώρας αλλά και περιοχής, οι ανταγωνιστικές αγορές ενέργειας δημιουργούν ισχυρότερους δεσμούς μεταξύ των αγορών φυσικού αερίου και άνθρακα, ενώ αυτές οι τελευταίες πρέπει να προσαρμοστούν στον ολοένα αυξανόμενο ρόλο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την μειωμένη χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Οι κυβερνήσεις που θέλουν να κάνουν πρόοδο στο θέμα της ενεργειακής επάρκειας και ασφάλειας είναι αντιμέτωπες με πολύπλοκες και αρκετές φορές αντιφατικές επιλογές» υπογραμμίζεται στην έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας.

Αποτελεσματικότητα

Από την πλευρά του διεθνούς οργανισμού και με βάση το αισιόδοξο κομμάτι των προβλέψεών του που περιλαμβάνεται στο αποτελεσματικό παγκόσμιο σενάριο, η ενεργειακή αποτελεσματικότητα αποτελεί την μοναδική λύση του ενεργειακού ζητήματος και αυτή μπορεί να επιτευχθεί όχι με τεράστιες τεχνολογικές ανακαλύψεις και εφαρμογές, αλλά με απλές κινήσεις και μέτρα που είναι οικονομικώς βιώσιμα. Το κλειδί στην όλη ιστορία της ενεργειακής επάρκειας είναι να γίνει ξεκάθαρο το οικονομικό της όφελος, αναφέρουν οι αναλυτές του οργανισμού. «Με την ανάπτυξη ενός μείγματος κανόνων που αποθαρρύνουν τις λιγότερο αποτελεσματικές ενεργειακές προσεγγίσεις και σοβαρά κίνητρα για την υιοθέτηση αποτελεσματικών πρακτικών, οι κυβερνήσεις θα κάνουν τις ενεργειακά αποτελεσματικές τεχνολογίες βασική τάση» αναφέρεται στην Έκθεση για την Παγκόσμια Ενέργεια. Ωστόσο, ο παράγοντας λιτότητα έρχεται εδώ για να δυσκολέψει τα πράγματα και κυρίως το επιμέρους ζήτημα των κινήτρων.

Η Exxon Mobil, πάντως, εμφανίζεται στην έκθεσή της περισσότερο αισιόδοξη από την ΙΕΑ για την δυνατότητα επίτευξης ενεργειακής αποτελεσματικότητας. Το επιχείρημά της είναι πως σε όλες τις χώρες –εντός και εκτός ΟΟΣΑ- αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες καυσίμων και ενέργειας, ενώ υιοθετούνται νέες πρακτικές διαχείρισης και διοίκησης που είναι αποτελεσματικότερες από τις παλαιότερες. «Οι διαδικασίες στο κατασκευαστικό κλάδο και την βιομηχανία απαιτούν την χρήση λιγότερης ενέργειας, τα νέα αυτοκίνητα είναι πιο αποτελεσματικά από πλευράς καυσίμων, ενώ περισσότερο φυσικό αέριο χρησιμοποιείται πια για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές θα βοηθήσουν να εξοικονομηθεί ενέργεια της τάξης των 500 τετράκις εκατομμυρίων BTUs στις οικονομίες μας έως το 2040» τονίζεται στην έκθεση.

Φυσικό Αέριο: Το πολύτιμο καύσιμο του 21ου αιώνα

Το φυσικό αέριο είναι, κατά την ΙΕΑ, το μόνο ορυκτό καύσιμο για το οποίο η παγκόσμια ζήτηση θα ανεβαίνει συνεχώς και υπό πολλές διαφορετικές συνθήκες και πολιτικές. Η πιο μεγάλη ζήτηση προβλέπεται στην Κίνα, την Ινδία και τη Μέση Ανατολή, όπου οι υποστηρικτικές πολιτικές των κυβερνήσεων και οι μεταρρυθμίσεις ήδη δίνουν ώθηση στην κατανάλωση φυσικού αερίου. Στην Κίνα τα 130 δις. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου που ήταν η κατανάλωση το 2011, θα ανέλθουν στα 545 δις. κυβικά μέτρα το 2035. Στην ΗΠΑ το φυσικό αέριο θα ξεπεράσει την χρήση πετρελαίου μέχρι το 2030, ενώ στην Ευρώπη θα χρειαστεί σχεδόν μια δεκαετία για να φθάσει στα υψηλά επίπεδα του 2010.


energypress.gr