Ανησυχητική έκρηξη των υπερχρεωμένων από τραπεζικά δάνεια νοικοκυριών δείχνουν τα στοιχεία για την πορεία των αιτήσεων υπαγωγής στον «Νόμο Κατσέλη».

Η αύξηση των χιλιάδων αιτήσεων για διαγραφές χρεών μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα για το τραπεζικό σύστημα καθώς οι τράπεζες απειλούνται με έκρηξη των επισφαλειών τους

Πρόκειται για καταναλωτές που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στις τράπεζες και αποζητούν τη δικαστική ρύθμιση ή τη διαγραφή τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Εθνους», οι αιτήσεις των νοικοκυριών στα Ειρηνοδικεία έφτασαν στο τέλος του Δεκεμβρίου του 2012 περίπου στις 35.000. Εκτιμήσεις, δε, μιλούν για νέα εκτίναξη, καθώς στις 31 Ιανουαρίου είχαν ανέλθει στις 40.000.

Οπως αναφέρουν πηγές, από τις 35.000 αιτήσεις οι 9.500 έχουν γίνει στα Ειρηνοδικεία της Αθήνας. Μάλιστα αυτές στο τέλος του περασμένου Αυγούστου ήταν 6.500. Δηλαδή σε διάστημα μόλις τεσσάρων μηνών αυξήθηκαν κατά 3.000. Πρόκειται για μια άνοδο της τάξης του 46%. Στην υπόλοιπη Ελλάδα οι αιτήσεις τον Δεκέμβριο ήταν στις 26.000 από 20.000 που ήταν τους προηγούμενους τέσσερις μήνες.

Τα σύνολα
Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, το συνολικό ύψος των δανείων που ζητούν ρύθμιση ή διαγραφή είναι 4,2 δισ. ευρώ με 5 δισ. ευρώ. Το μέσο δάνειο ανά νοικοκυριό εκτιμάται ότι είναι 120.000 ευρώ.

Οι αιτήσεις είναι τόσο πολλές, με αποτέλεσμα τα Ειρηνοδικεία να ορίζουν ημερομηνίες εκδίκασης των υποθέσεων το 2020.

Οπως ανέφεραν πηγές στο «Εθνος», η αύξηση των χιλιάδων αιτήσεων για διαγραφές χρεών μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα για το τραπεζικό σύστημα. Με δεδομένες τις αποφάσεις που εκδίδονται υπέρ των δανειοληπτών οι τράπεζες απειλούνται με έκρηξη των επισφαλειών τους.

Πέραν όμως των επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα, η άνοδος των υπερχρεωμένων νοικοκυριών μοιάζει με βραδυφλεγή βόμβα και για την κοινωνική συνοχή. Και είναι λογικό, καθώς υπάρχουν όλα τα δεδομένα, δηλαδή η σκληρή δημοσιονομική πολιτική, η αύξηση της ανεργίας, η επί έξι χρόνια ύφεση και η δραματική μείωση των εισοδημάτων.

Το 47%
Αξίζει, δε, να σημειωθεί πως και η τελευταία έρευνα που έκανε η Marc για λογαριασμό της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας, δείχνει πως το 47% των νοικοκυριών έχει δανειακές υποχρεώσεις (στεγαστικά, καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες).

Την ίδια στιγμή σε αναμονή βρίσκεται η κυβέρνηση για τις τελικές ρυθμίσεις στο σχέδιο νόμου που έχει ετοιμάσει το υπουργείο Ανάπτυξης και αφορά τη διευκόλυνση κοινωνικών ομάδων για τα δάνεια που έχουν συνάψει από τις τράπεζες.

Πληροφορίες θέλουν οι ρυθμίσεις να βρίσκονται αυτή την περίοδο στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να μετρηθούν ενδεχόμενες επιπτώσεις στις τράπεζες από τη ρύθμιση. Απαίτηση που τέθηκε από την τρόικα, προκειμένου να ανάψει το «πράσινο φως» για το σχέδιο νόμου.

Το παράδοξο σε αυτή την περίπτωση είναι πως ενώ οι τράπεζες και το υπουργείο Ανάπτυξης συμφώνησαν με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, πράγμα που σημαίνει πως τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υπολογίσει τις επιπτώσεις στα κεφάλαιά τους, εντούτοις η τρόικα, σε πρόσφατη συνάντηση που είχε κλιμάκιό της με στελέχη του υπουργείου και της Τράπεζας της Ελλάδος, έθεσε το προαναφερόμενο αίτημα.

Νομοσχέδιο
Διευκόλυνση ανέργων, μισθωτών, συνταξιούχων και πολυτέκνων

Η κυβέρνηση θέλει να τελειώνει με το θέμα μέχρι το τέλος του μήνα, ώστε να πάει το νομοσχέδιο στη Βουλή και να μπορέσουν νοικοκυριά που υπάγονται στις διατάξεις να διευκολυνθούν με τα δάνειά τους. Υπενθυμίζεται ότι το σχέδιο προβλέπει τη διευκόλυνση μισθωτών, συνταξιούχων με ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ αλλά και ανέργους, πάσχοντες από βαριά ασθένεια και πολυτέκνους. Το ετήσιο εισόδημά τους θα πρέπει να έχει μειωθεί 35% από το 2010, ενώ η ρύθμιση αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια.

Για τις κατηγορίες αυτές θα χορηγείται από τις τράπεζες περίοδος χάριτος τεσσάρων ετών, με επανεξέταση στα δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια της οποίας θα καταβάλλονται μόνο τόκοι υπολογισμένοι με σταθερό επιτόκιο 1,5%. Το ποσό της τοκοπληρωμής δεν θα υπερβαίνει το 30% του φορολογητέου εισοδήματος. Για τους ανέργους η δόση μπορεί να είναι και μηδενική. Η αντικειμενική αξία των ακινήτων, τα οποία υπάγονται στη ρύθμιση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 180.000 ευρώ.

Έθνος