Θρίαμβος ή αποτυχία, η συμμετοχή της Ελλάδας στο νέο προϋπολογισμό της Ε.Ε.; Λογικό αλλά συνάμα δευτερεύον ερώτημα που κυριαρχεί στη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση.

Είναι αλήθεια πως ένα ποσό γύρω στα 11 δις ευρώ θα ήταν πολύ μικρό. Είναι εξίσου αληθινό πως οι υπόλοιποι εταίροι θα ήταν σοβαρά εκτεθειμένοι αν έμεναν σε μια τέτοια επιλογή για την Ελλάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαπραγμάτευση της ελληνικής πλευράς ήταν επιτυχής και το όφελος σημαντικό. Το τελικό ποσό κινείται σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα για τα δεδομένα του πρώτου μειωμένου προϋπολογισμού της Ε.Ε. και ο πρωθυπουργός δικαιούται να λέει ότι πέτυχε τη μεγαλύτερη αύξηση σε σχέση με την αρχική πρόταση.

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι απλό στη διατύπωσή του, αλλά εξαιρετικά σύνθετο στην απάντηση: Πως θα αξιοποιηθούν αυτά τα κονδύλια;

Από σήμερα και για τα επόμενα δέκα χρόνια η Ελλάδα, θα πρέπει να αξιοποιήσει κοντά στα 30 δις ευρώ. Τα 10 δις από το ΕΣΠΑ που παραμένουν αναπορρόφητα κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο καθώς και τα υπόλοιπα που δεσμεύονται μέχρι το 2020.

Τα χρήματα αυτά είναι ικανά να σηματοδοτήσουν την ανάκαμψη της χώρας, αρκεί να τηρηθεί μια βασική προϋπόθεση: Η επικρατούσα νοοτροπία που κάνει λόγο για αγώνα δρόμου στην “απορρόφηση” των πόρων, πρέπει να αντικατασταθεί από ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα υπηρετεί την “αξιοποίηση” τους. Αυτή τη φορά η Ελλάδα δεν θα κριθεί από την Ευρώπη αν πέτυχε στις ποσοστώσεις, θα κριθεί από την ελληνική κοινωνία, για το βαθμό που κατάφερε να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και προοπτικές ανάπτυξης.

Μια τέτοια στόχευση απαιτεί εντελώς διαφορετική προσέγγιση και προετοιμασία από τις αντίστοιχες του παρελθόντος. Μπορεί όμως σήμερα το ελληνικό κράτος να ανταποκριθεί στην μεγάλη πρόκληση;

Η εμπειρία δείχνει πως το ΕΣΠΑ αποδείχθηκε στην πράξη γραφειοκρατικό, άκρως συγκεντρωτικό, πολύπλοκο και αντιπαραγωγικό. Η απορρόφηση των πόρων μέχρι τώρα θυμίζει καταστροφή. Είναι αυτονόητο πως απαιτείται άμεση απλούστευση.

Το ελληνικό σύστημα επειδή είναι πολύπλοκο αφήνει ανοικτά “παράθυρα” για κατάχρηση. Είναι κοινό μυστικό στον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο της χώρας, πως τα ευρωπαϊκά κονδύλια έχουν εξειδικευμένους “διαχειριστές” στην Ελλάδα και ο μικρομεσαίος Έλληνας επιχειρηματίας αντιμετωπίζει την προσπάθεια να ενταχθεί σε αυτά ως την είσοδο στο Λαβύρινθο.

Το αναπτυξιακό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος που θα επιφέρει η παράταση αυτής της πρακτικής θα είναι τεράστιο για το μέλλον της Ελλάδας. Μόνο διαφάνεια και ξεκάθαροι κανόνες μπορούν να οδηγήσουν στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων στο μέλλον.

Τα προηγούμενα χρόνια δόθηκε έμφαση στα λεγόμενα “πιλοτικά έργα” και στα μεγάλα έργα υποδομών. Ωστόσο από τις υποτιθέμενες πιλοτικές ενέργειες μόνο στον τομέα των υπηρεσιών και της κατανάλωσης υπήρξε μια ανάπτυξη, αλλά χωρίς μακρόχρονη προοπτική. Χωρίς δηλαδή το πιλοτικό έργο να οδηγεί σε μια κατεύθυνση που δημιουργεί νέες υπηρεσίες, νέες ανάγκες, νέα προϊόντα ή καινοτόμες δράσεις. Αυτό που η Ελλάδα εφάρμοζε ως πιλοτικό η υπόλοιπη Ευρώπη το χρησιμοποιούσε μερικά χρόνια πριν και προχωρούσε στο επόμενο στάδιο.

Κι αυτό γινόταν όχι γιατί δεν υπήρχαν ιδέες ή επιχειρηματίες, αλλά γιατί ο βασικός κανόνας ήταν ένας: “τρέχουμε να απορροφήσουμε κονδύλια”. Ο υπολογισμό; της βασικής παραμέτρου “κόστους – οφέλους” που έπρεπε να υπάρχει για να μιλάμε για επαρκή αξιοποίηση των πόρων, η κοινωνική, οικονομική και αναπτυξιακή διάσταση περιγραφόταν στις μελέτες και μέχρι την εκταμίευση των πόρων.

Εκτιμώ πως τη μεγαλύτερη απόδειξη αποτελεί η διόγκωση των εισαγωγών ακόμα και στα αγροτικά προϊόντα που η Ελλάδα είχε διαχρονικά ποιότητα και επάρκεια.
Σήμερα η χώρα χρειάζεται παραγωγή. Μπορεί και έχει περιθώρια να παράξει. Επειδή όμως δεν έχει μεγάλες μονάδες πρέπει να υποστηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τη νέα επιχειρηματικότητα, τις στοιχειοθετημένες ιδέες του νέου επιστημονικού δυναμικού της χώρας που συνθλίβεται από την διογκούμενη ανεργία και υπό την πίεση των συνθηκών επαναπροσδιορίζει την αντίληψη για το εργασιακό μέλλον.

Πιστεύω πως τα κονδύλια της επόμενης προγραμματικής περιόδου θα μπορούσαν να δοθούν άμεσα για επενδύσεις στον ιδιωτικό και όχι στο κράτος. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και μια Αναπτυξιακή Τράπεζα στην Ελλάδα, θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Μ' ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άμεσες επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα με πρώτο στόχο τη δημιουργία αξιόπιστων και βιώσιμων επιχειρήσεων που θα μπορούν να καλύψουν νέες θέσεις εργασίας.

Ακόμα και για τις δημόσιες επενδύσεις θα μπορούσε να προχωρήσει η αξιολόγηση των έργων μέσα από τη συγκεκριμένη πρακτική. Σίγουρα θα είναι πολύ πιο αποδοτική, από την γραφειοκρατία που καθήλωσε ένα ολόκληρο πρόγραμμα σε περίοδο ύφεσης. Πολύ θα ήθελα να πιστέψω πως θα καταφέρει το ελληνικό κράτος να βρίσκεται σε διαδικασία ανασυγκρότησης και παράλληλα να στηρίξει το νέο απαιτητικό πρόγραμμα. Στην παρούσα περίοδο είναι μάλλον ανεδαφικό.

Γιώργος Χατζημαρκάκης
Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/ Άρθρο στο protagon.gr