Σοκ προκαλούν οι εικόνες που μεταδόθηκαν από τηλεοπτικό δίκτυο του Βελγίου, στις οποίες παρουσιάζεται ένας νεαρός ο οποίος πέθανε το 2010 σε ένα πολύ μικρό κελί αστυνομικού τμήματος στην Αμβέρσα, όταν έξι αστυνομικοί τον έθεσαν υπό έλεγχο με βίαιο τρόπο.

Η υπουργός Εσωτερικών Ζοέλ Μιλκέ χαρακτήρισε τα γεγονότα αυτά «σκανδαλώδη» και επισήμανε ότι είναι «απαράδεκτο το γεγονός πως ο πράκτορας της αστυνομίας που ξυλοκόπησε τον νεαρό άνδρα δεν τέθηκε σε διαθεσιμότητα».

Σε μακροσκελές ρεπορτάζ του, το οποίο μεταδόθηκε χθες το βράδυ, το δημόσιο δίκτυο VRT παρουσίασε τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατο στις 6 Ιανουαρίου του 2010 του 26χρονου Τζόναθαν Τζέικομπ.

Εκείνο το πρωί ο νεαρός λάτρης του μπόντι-μπίλντινγκ, ο οποίος είχε αναπτύξει εξάρτηση από τις αμφεταμίνες και βρισκόταν εμφανώς σε στέρηση, ζήτησε από μια περίπολο της αστυνομίας στη μέση ενός δρόμου της Αμβέρσας να τον φροντίσει.



Οι αστυνομικοί τον οδήγησαν τότε σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, σύμφωνα με την αναπαράσταση των γεγονότων από την εκπομπή Panorama του VRT.

Μόλις μεταφέρθηκε εκεί, αρνήθηκε να εγκλειστεί σε δωμάτιο ασφαλείας και άρχισε να εκνευρίζεται, τραυματίζοντας ελαφρώς έναν αστυνομικό.
Οι υπεύθυνοι του ψυχιατρικού ιδρύματος αρνήθηκαν τότε να τον αναλάβουν, κρίνοντάς τον υπερβολικά βίαιο. Οι αστυνομικοί μετέφεραν ξανά το νεαρό άνδρα, ο οποίος είχε ξεντυθεί τελείως, ως το αστυνομικό τμήμα του Μόρτσελ, στην περιφέρεια της Αμβέρσας, όπου τον έκλεισαν σε ένα κελί της απομόνωσης 3,5 τετραγωνικών μέτρων.

Σύμφωνα με το VRT, οι αστυνομικοί πήραν εντολή από δικαστικό λειτουργό της εισαγγελίας να θέσουν υπό έλεγχο τον άνδρα ώστε ένας γιατρός να του κάνει ηρεμιστική ένεση. Οι αστυνομικοί του τμήματος ζήτησαν ενισχύσεις από την ειδική μονάδα επέμβασης της αστυνομίας της Αμβέρσας, τα μέλη της οποίας είναι γνωστά και ως «Ράμπο».

Έξι αστυνομικοί με κράνη, ρόπαλα και ασπίδες, πέταξαν μια βομβίδα κρότου μέσα στο πολύ μικρό κελί και εφόρμησαν κατά του Τζέικομπ, πιέζοντάς τον με το βάρος τους για περίπου δύο λεπτά για να του βάλουν χειροπέδες. Ο ένας από τους αστυνομικούς τον γρονθοκόπησε πέντε φορές, προτού ο γιατρός του χορηγήσει ένεση με ηρεμιστικό, σύμφωνα με τις εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας, οι οποίες μεταδόθηκαν από το VRT.

Οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν τότε ότι ο νεαρός άνδρας δεν κουνιόταν πια. Ο γιατρός διαπίστωσε ότι η καρδιά του είχε σταματήσει να χτυπάει και οι προσπάθειες ανάνηψης που έγιναν αποδείχθηκαν μάταιες. Η νεκροψία που έγινε στη συνέχεια έδειξε ότι ο 26χρονος πέθανε από εσωτερική αιμορραγία, η οποία προκλήθηκε από την βίαιη επέμβαση της αστυνομίας.

Στις αρχές αυτού του μήνα, η βελγική δικαιοσύνη αποφάσισε να ξαναφέρει ενώπιον πλημμελειοδικείου τον πρώην διευθυντή και έναν ψυχίατρο του ιδρύματος στο οποίο είχε αρχικά μεταφερθεί ο νεαρός, οι οποίοι είχαν αρνηθεί να αναλάβουν την περίπτωσή του, όπως και τον αστυνομικό που τον ξυλοκόπησε. Ο τελευταίος εξακολουθεί ακόμη να ασκεί τα καθήκοντά του.

Φλαμανδοί βουλευτές καταδίκασαν σήμερα την «εντελώς δυσανάλογη χρήση βίας» από την πλευρά των αστυνομικών.