"Στέγη" στην καρότσα της κλούβας τους βρίσκουν οι τρεις ανήλικες κόρες του, ηλικίας 12, 9 και 5 ετών, η 32χρονη σύζυγός του και ο ίδιος ο 39χρονος Αλέξανδρος Ξανθόπουλος, με τα οικογενειακά δράματα, απόρροια της κρίσης και της ανεργίας, να έρχονται ένα-ένα καθημερινά στο φως, συγκλονίζοντας την κοινωνία.

Αφού εκδιώχθηκαν από το σπίτι που νοίκιαζαν, καθώς χωρίς δουλειά και χωρίς άλλους οικονομικούς πόρους δεν μπορούσαν να φανούν συνεπείς στην πληρωμή των ενοικίων, τις τελευταίες πέντε μέρες έχουν βρει καταφύγιο στο φορτηγάκι τους. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που τους έμεινε. Εκεί τρώνε, εκεί ξυπνάνε, εκεί αγωνιούν και προβληματίζονται για το αύριο, υποφέροντας από το κρύο και την πείνα, ενώ για τη βιολογική τους ανάγκη, ζώντας υπό πρωτόγονες συνθήκες, αναγκάζονται να καταλήγουν στην ύπαιθρο...

Μια αλλαξιά

Πέντε άτομα σκεπάζονται με δυο παπλώματα και διαθέτουν μόνο μια αλλαξιά ρούχα. Ο πατέρας, η μητέρα και τρία ανήλικα αγγελούδια στοιβάζονται στην καρότσα της κλούβας, με την πείνα, την εξαθλίωση και τη δυστυχία να τους έχει αποδυναμώσει. Κλεισμένοι εκεί βλέπουν τις μέρες να περνούν κι εκείνοι να βρίσκονται ολοένα και σε χειρότερη θέση, ζώντας με την αβεβαιότητα για το μέλλον.

«Ποιος γονέας δε θα στεναχωριόταν για τα παιδιά του αν έφτανε να ζει σε αυτή την κατάσταση; Είναι τώρα πέντε μέρες που ο σπιτονοικοκύρης μάς έβγαλε από το σπίτι που μέναμε στην οδό Καστρινάκη γιατί χρώσταγα τρία ενοίκια. Όσο είχα δουλειά μπορούσα να συντηρήσω κούτσα-κούτσα την οικογένειά μου και να πληρώνω το νοίκι. Από τη στιγμή όμως που έμεινα άνεργος αδυνατώ. Μένω έξω στο δρόμο. Στην κλούβα με τα παιδιά και τη γυναίκα μου, χωρίς σπίτι και χωρίς δουλειά. Εύχομαι ειλικρινά μέσα από την ψυχή μου κανένας άνθρωπος να μη βρεθεί σε αυτή τη θέση που αναγκαστικά βρέθηκα εγώ και η οικογένειά μου από τη μια στιγμή στην άλλη. Να ζούμε δηλαδή μέσα σε αυτό το χάλι», λέει ο δύστυχος πατέρας.

Σκληρή ζωή
Η ζωή, όπως μας περιγράφει, δεν ήταν ποτέ εύκολη για αυτόν. Από πολύ μικρός κλήθηκε να αντιμετωπίσει το πιο σκληρό πρόσωπο της μοίρας και να παλέψει για να σταθεί στα πόδια του. Από παιδί φιλοξενήθηκε σε ίδρυμα. Αργότερα για πάνω από δέκα χρόνια εργαζόταν σε βιοτεχνία. Όταν όμως η βιοτεχνία έκλεισε και εκείνος έμεινε άνεργος, η ζωή του άλλαξε. Έγινε ένα μαρτύριο. Ένας καθημερινός εφιάλτης και ένας αγώνας επιβίωσης δίχως τέλος. Δίχως όνειρα και δίχως ελπίδα.

«Τα χρέη συνεχώς αυξάνονταν και εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα χωρίς να έχω μια δουλειά να εργαστώ και να ζήσω την οικογένειά μου. Κάναμε υπομονή ελπίζοντας ότι κάτι θα αλλάξει στην τύχη μας. Όμως δυστυχώς καταλήξαμε να κοιμόμαστε σε αυτό εδώ το αμάξι», λέει κ. Ξανθόπουλος για το παιχνίδι που τους έπαιξε η μοίρα.

Από γειτονιά σε γειτονιά
Και αν αυτή τη στιγμή ζουν σε μια κλούβα και πάλι αισθάνονται, όπως λένε, καταδιωκόμενοι, αφού, μεταφερόμενοι από γειτονιά σε γειτονιά στην αναζήτηση λίγων μέτρων για να στήσουν το "τετράτροχο σπιτικό τους" συνάντησαν την αντίδραση των κατοίκων, που για λόγους υγιεινής, απ' όπου και αν πέρασαν στην προσπάθειά τους να βγάλουν τη νύχτα, δεν τους επέτρεπαν την παραμονή.


Εξάντληση και πείνα

Σταμάτησαν και το σχολείο

Μέσα σε αυτή την τραγική κατάσταση που βιώνουν, όπως ήταν επόμενο, τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας αναγκάστηκαν να διακόψουν για λίγο και το σχολείο, αφού με την πείνα και την εξάντληση να μην τα κρατά στα πόδια τους, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι εκεί.

«Η μια μου κόρη έχει ένα μικρό πρόβλημα και όταν δε φάει κάτι ζαλίζεται. Αναγκαστικά πρέπει πριν πάει σχολείο να έχει φάει και να κρατάει κολατσιό. Όμως εγώ δεν μπορώ ούτε ένα κομμάτι ψωμί να παρέχω στα παιδιά μου.

Αυτό που ζητάω είναι να βρεθεί μια εργασία για μένα και αν είναι εύκολο να μας παραχωρηθεί ένα σπίτι μέχρι να καταφέρουμε και πάλι να τα φέρουμε βόλτα. Δυστυχώς δεν ξέρω τι να κάνω...», λέει πικραμένος ο 39χρονος πατέρας της οικογένειας που, δηλώνοντας πατριώτης, ζητά από την πατρίδα του να ενδιαφερθεί για αυτόν, τη γυναίκα και τα παιδιά του.


εφημερίδα Νέα Κρήτη