Σύμφωνα με το άρθρο 26 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, κάθε Συνθήκη που βρίσκεται σε ισχύ, είναι μεν δεσμευτική για τα Μέρη της (pacta sunt servanda), εκτελείται όμως πάντοτε (όπως ρητώς ορίζει η διάταξη) με καλή πίστη (good faith). Η καλή πίστη δε αφορά Γενική Αρχή τόσο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου, αλλά και του Εσωτερικού Δικαίου των πολιτισμένων Κρατών.

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 31 της Σύμβασης της Βιέννης, μια Συνθήκη ερμηνεύεται με καλή πίστη στο σύνολό της και υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της. Ωστόσο με τις διατάξεις των άρθρων 61 και 62 της Συνθήκης της Βιέννης, η διακρατική Συνθήκη με Κράτη ή Διεθνείς Οργανισμούς, όχι απλώς ερμηνεύεται, αλλά και ρυθμίζεται με βάση: α) «την επιγεννόμενη αδυναμία εκτέλεσης» και β) «τη θεμελιώδη μεταβολή των περιστάσεων».

Με βάση τις προσλαμβάνουσες αυτές παραστάσεις, υποστηρίζονται ενταύθα τα εξής:
Τόσο οι «Δανειακές Συμβάσεις», όσο και τα «Μνημόνια Συνεννόησης» που έχει συνομολογήσει η Ελλάδα με την τρόικα (ΔΝΤ-Επιτροπή-ΕΚΤ), αφορούν ευθέως δεσμεύσεις Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, και ειδικότερα Δημοσίου Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου που υπάγονται κατευθείαν (λόγω και της συμμετοχής του ΔΝΤ) στις ρυθμίσεις και πρόνοιες της Σύμβασης της Βιέννης. Δηλαδή, οι υπερκείμενοι κανόνες του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου που δεσμεύουν ακόμη και τις εσωτερικές έννομες τάξεις των δανειστών Κρατών, είναι κανόνες που υπερισχύουν των «Δανειακών Συμβάσεων» και των «Μνημονίων Συνεννόησης». Με τούτη την παραδοχή υφίσταται απόλυτη ακυρότητα των συμφωνηθέντων κατά το μέρος που οι «Δανειακές Συμβάσεις» αφορούν: α) στο αγγλικό δίκαιο και β) στη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του εσωτερικού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου.

Πέραν αυτών:

Με βάση το άρθρο 61 της Σύμβασης της Βιέννης, ένα Μέρος μπορεί να επικαλεσθεί αδυναμία εκτέλεσης εάν η αδυναμία αυτή είναι αποτέλεσμα: «οριστικής εξαφάνισης ή καταστροφής ενός αντικειμένου-συντελεστή απαραίτητου (όμως) για την εκτέλεση της Συνθήκης».

Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα πρόσφατα επίσημα στατιστικά δεδομένα που αφορούν στην ανεργία και στην ύφεση προκύπτει ότι σημαντικότατο τμήμα του ελληνικού λαού ευρίσκεται εκτός παραγωγικής διαδικασίας με κίνδυνο τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και την πλήρη αδυναμία για παραγωγική ανασυγκρότηση.

Η επιβεβαίωση της ΕΛΣΤΑΤ για ανεργία που ανέρχεται στο 27% (με πρόβλεψη του ΚΕΠΕ για ανεργία το έτος 2013 στο 30,1%), συνδυαζόμενη με την ύφεση του 6%, αποδεικνύει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αντιθέτου λόγου, την απόλυτη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας (και κοινωνίας) να ανταποκριθεί στα υπεσχημένα έναντι των δανειστών! Ως εκ τούτου υφίσταται έννομο δικαίωμα ώστε η Ελληνική Δημοκρατία όχι απλώς να ζητήσει, αλλά και να απαιτήσει τουλάχιστον(!) την αναστολή εφαρμογής-εκτέλεσης των δανειακών δεσμεύσεων!..
Πέραν των προαναφερομένων και πέραν της συνομολόγησης από το ΔΝΤ ότι πράγματι ως προς τους «πολλαπλασιαστές» έχουν λάβει χώρα σοβαρά λάθη, συντρέχει και περαιτέρω λόγος επίκλησης θεμελιώδους μεταβολής των περιστάσεων, εφόσον δεν προβλέφθηκαν οι συνέπειες των λαθών από τα Μέρη.

Το συγκεκριμένο δεδομένο αποτελεί ακόμη και λόγο αποχώρησης –υπαναχώρησης από τα υπεσχημένα, εφόσον δυνάμει της παρ. 1β του άρθρου 62 της Συνθήκης της Βιέννης, η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα: «να μεταβάλλεται ριζικώς η έκταση των υποχρεώσεων που απομένει να εκπληρωθούν σύμφωνα με τη Συνθήκη (sic)».

Ενταύθα επισημειώνονται και τα εξής: α) ο «πολλαπλασιαστής» δημοσίων δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες, β) ο «πολλαπλασιαστής» των μεταβιβαστικών πληρωμών- δηλαδή μονομερών μεταβιβάσεων χρηματικών πόρων χωρίς αντιπαροχή από την πλευρά των πολιτών, γ) ο «πολλαπλασιαστής» του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και δ) ο «πολλαπλασιαστής των εμμέσων φόρων κατανάλωσης (είτε οι καταναλωτές βρίσκονται σε νομισματική πλάνη -money illusion- είτε όχι), έχουν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο Εθνικό Προϊόν.

Τούτο σημαίνει ότι αναλόγως με την αύξηση ή μείωση στις μεταβλητές των δημοσιονομικών μεγεθών, υφίσταται και η ανάλογη αύξηση ή μείωση του Εθνικού Προϊόντος.
Οι οικονομικοί δε λόγοι, στους οποίους οφείλεται η επίδραση των δημοσιονομικών μεταβλητών ως προς το Εθνικό Προϊόν, μπορούν εκ προοιμίου να εκτιμηθούν και να προβλεφθούν ως προς τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις τους.

Τα προαναφερόμενα «μεγέθη» της ελληνικής οικονομίας καταδεικνύουν ότι είτε υπήρξε αδικαιολόγητη άγνοια των «σοφών του συστήματος», είτε υπήρξε επιτήδεια πολιτική απόφαση. Και επειδή δεν μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ευπρεπώς ότι υπάρχει άγνοια των «σοφών του συστήματος», καταλήγει στο αβίαστο συμπέρασμα της πολιτικής απόφασης.

Συνεπώς: πολιτική απόφαση είναι η επίκληση της διεθνούς νομιμότητας, προκειμένου η Ελλάδα (ως κυρίαρχο Κράτος) να ζητήσει και, σε τελευταία ανάλυση, να επιβάλει τουλάχιστον την αναστολή εφαρμογής των συμπεφωνημένων και να απαιτήσει ρήτρα ανάπτυξης και επαναδιαπραγμάτευση, με διαγραφή χρέους κυρίως OSI (ομολόγων του επίσημου τομέα). Διαφορετικά η απόκρημνη κατάσταση που ευρίσκεται η Ελλάδα και ο λαός της, θα έχουν απροσδιόριστες εξελίξεις τόσο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα όσο και για το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης!..

Πέτρος Ι. Μηλιαράκης
Δικηγόρος των Ανώτατων Δικαστηρίων και των ECHR, ECJ, CFI - G.C/EU