«Η ελληνική Δικαιοσύνη οφείλει να επιτελέσει το έργο της. Και να το συνεχίσει. Απροσωπόληπτα. Με την πεποίθηση λειτουργικού χρέους. Το στρατηγικό, όμως, καθήκον αντιμετώπισης της διαφθοράς ανήκει στην πολιτική εξουσία».

Η καταδίκη του Βασίλη Παπαγεωργόπουλου σε ισόβια αποτέλεσε επικοινωνιακή βόμβα. Κανείς δεν είχε προετοιμάσει την κοινή γνώμη για ένα τέτοιο εξαιρετικό γεγονός.

Με εξαίρεση τις θανατικές και ισόβιες ποινές των πρωταιτίων της επτάχρονης Δικτατορίας του 1967 - 1974, κανένας άλλος πρωταγωνιστής της δημόσιας ζωής δεν έχει υποστεί την ταπείνωση της εσχάτης των προβλεπόμενων ποινών.

Κανένας δεν δικαιούται να αποδώσει στους τρεις Δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κίνητρα ξένα προς τη νομιμότητα. Ούτε υπακοή ή πειθαρχία στα φανερά, κρυφά ή υπόγεια μηνύματα της εκτελεστικής ή πολιτικής εξουσίας. Ούτε μπορούν να ερμηνευθούν ως φιλικά νεύματα προς τις τηλεοπτικές «κραυγές» μιας απροσδιόριστης κοινής γνώμης.

Οι συγκεκριμένοι Δικαστές μια μακρά δικαστική πορεία και έχουν δώσει επιτυχώς τις αναγκαίες εξετάσεις. Η όποια εκ των υστέρων προσπάθεια ένταξής τους σε πολιτικές ή κοινωνικές ομαδοποιήσεις είναι ανέντιμη και αδέξια.

Αναμφισβήτητα, αρκετές από τις δικαστικές αποφάσεις έχουν παιδαγωγικό και ιδεολογικά χαρακτήρα. Η εξουσία τις σέβεται. Και η κοινωνία οφείλει να μην τις αγνοεί.

Από την άλλη, οι δικαιοδοτικές κρίσεις δεν συνιστούν ένα ξεχωριστό ιστορικό μέγεθος, ικανό για τη δημιουργία μιας άλλης ή νέας εποχής. Συχνά, έχουν διαπιστωτικό χαρακτήρα του τέλους μιας εποχής. Η δίκη των πρωταιτίων και η καταδίκη των αρχιπραξικοπηματιών το καλοκαίρι του 1975 ήταν η επιτύμβιος πλάκα ενός αυταρχικού, αντιδημοκρατικού και προδοτικού καθεστώτος, που είχε καταρρεύσει ένα χρόνο πριν. Ο παιδευτικός χαρακτήρας εκείνης της απόφασης ήταν προφανής και πολύτιμος. Οι βασικοί δημοκρατικοί θεσμοί είχαν ήδη θεμελιωθεί και η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων είχε διαμορφωθεί ως προς τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της.

Και οπωσδήποτε. Καμία αυστηρότητα των ποινών ή αγριότητα κατά την εκτέλεσή τους δεν απέτρεψε τα φαινόμενα, που ο ιστορικός (πραγματικός ή πλασματικός!) νομοθέτης είχε θέσει στο στόχαστρό του. Τρανταχτό παράδειγμα οι μαυραγορίτες της Κατοχής. Ούτε οι θανατικές ποινές, ούτε ο συχνά φρικώδης τρόπος εκτέλεσής τους, ούτε η διαπόμπευση των ίδιων και των οικογενειών τους, περιόρισαν σημαντικά το φαινόμενο του μαυραγοριτισμού. Σε μια περίοδο βαθειάς οικονομικής, κοινωνικής και ηθικής εξαθλίωσης.

Η ιστορία της Ιταλίας των τελευταίων δεκαετιών είναι, επίσης, διδακτική. Αναμφίβολα οι Εισαγγελείς του Μιλάνου κατάφεραν καίριο πλήγμα στη διαφθορά της ιταλικής πολιτικής τάξης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά το Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο. Δεν πείραξαν, όμως, ούτε το σύστημα εξουσίας του Βατικανού, ούτε την επιχειρηματική τάξη. Και το κυριότερο: Η νέα τάξη πραγμάτων της Ιταλίας είναι πιο διεφθαρμένη. Είναι ασύδοτη. Και απολαμβάνει μια χυδαία ασυλία και ατιμωρησία. Τελικά, μέσα από τη γραφικότητά της, βλάπτει σοβαρά τη χώρα τους.

Η ελληνική Δικαιοσύνη οφείλει να επιτελέσει το έργο της. Και να το συνεχίσει. Απροσωπόληπτα. Με την πεποίθηση λειτουργικού χρέους. Απρόσκοπτα. Με την εσωτερική αγωνία της δημόσιας προσφοράς, που δεν εντάσσεται σε επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Όποιον και αν εξυπηρετούν. Χωρίς αλαζονεία. Προσωπική ή παρεΐστικη.

Το στρατηγικό καθήκον αντιμετώπισης της διαφθοράς ανήκει στην πολιτική εξουσία. Η διαδικασία του πόθεν έσχες αποδείχθηκε μια πελώρια και άσχημη υποκρισία. Το πολιτικό χρήμα είναι μία πραγματικότητα. Οι εξωχώριες εταιρίες αποτέλεσαν το προσωρινό σωσίβιο μιας μαζικής αμαρτωλής συμπεριφοράς.

Σήμερα πια δεν είναι. Οι ανάλογες, νέες, τεχνικές συγκάλυψης της διαφθοράς έχουν ήδη αναπτυχθεί. Γενναία και τολμηρή κίνηση είναι η Αναθεώρηση του Συντάγματος. Το πελατειακό κράτος μπορεί να χτυπηθεί αλύπητα. Η νέα Πολιτεία μπορεί να οικοδομηθεί. Και η διασφάλιση των ουσιαστικών προϋποθέσεων μιας ανοικτής και δίκαιης κοινωνίας είναι εφικτή.

Αντώνης Ν. Βγόντζας