Οι δηλώσεις είναι απίστευτες. «Εμείς θέλουμε το 100%! Όχι το 20%, το 25% ή το 30%!

Όταν το κίνημα φτάσει το 100%, τότε οι πολίτες θα έχουν το κράτος. Μετά θα διαλυθούμε!» Οι δηλώσεις ανήκουν στο νέο αστέρα των Μ.Μ.Ε. τον Μπέπε Γκρίλο.

Οι «αγανακτισμένοι» Ιταλοί πολίτες του χάρισαν το γενναιόδωρο 25% των προτιμήσεών τους στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Αρκετοί από εμάς έσπευσαν να το χειροκροτήσουν. Με την ίδια ευκολία και άνεση, που είχαν αγκαλιάσει τους «αγανακτισμένους» της πλατείας Συντάγματος την άνοιξη του 2011. Αυτές οι δηλώσεις βρίσκονται κοντά στις ρίζες κάθε είδους ολοκληρωτισμού.

Στις δημοκρατίες ισχύουν οι πλειοψηφίες. Μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες αρέσκονται σε παμψηφίες και φλερτάρουν τις πολιτικές και κοινωνικές «ομοφωνίες». Η ταύτιση, μάλιστα, των κομμάτων και των κινημάτων με το κράτος ακυρώνει τον πυρήνα της Δημοκρατίας και των βασικών θεσμών της.

Η ιστορία είναι διδακτική. Ή μπορεί να αναδειχθεί ως τέτοια. Ακόμα και με την επιλογή και σύγκριση των λέξεων και των συνθημάτων. Το κόμμα που ίδρυσε το 1919 ο Μπενίτο Μουσολίνι, ονομάστηκε «Πυρήνες του Αγώνα». Δυο χρόνια αργότερα μετονομάστηκε σε «Εθνικό Φασιστικό Κόμμα». Είχε συγκεκριμένη πολιτική θεώρηση. Υπέρβαση των κατεστημένων πολιτικών οριοθετήσεων μεταξύ αριστεράς, δεξιάς και κέντρου! Έθεσε το φασισμό πέρα και πάνω από αυτές. Επαγγελλόταν ριζοσπαστικές αλλαγές. Χωρίς, όμως, ποτέ να παρουσιάζει επίσημο πρόγραμμα και τρόπους εφαρμογής του!

Το 1922, οι μελανοχίτωνές του οργάνωσαν τρομοκρατικές επιθέσεις σε όλη τη χώρα. Οι νόμιμες κυβερνήσεις αδυνατούσαν να ανακόψουν την πορεία προς την αναρχία και την εκτροπή. Στις 28 Οκτωβρίου 1922 (έχουν και οι Ιταλοί στη δική τους ιστορική μνήμη την 28η Οκτωβρίου, αλλά με κατασκότεινη σημειολογία!) εκατό χιλιάδες οπαδοί του οργάνωσαν την «Πορεία προς τη Ρώμη». Τη «Marcia Su Roma»! Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ, με την απειλή εμφύλιου πολέμου, παρέδωσε την εξουσία στο Μουσολίνι. Τα μετά είναι γνωστά. Οι μεταγενέστερες κορυφαίες φάσεις της τραγωδίας του ιταλικού λαού αλλά και άλλων εθνών είναι σε όλους μας οικείες.

Ο πολίτης μπορεί να αγανακτεί. Δικαιούται να αποδοκιμάζει. Ακόμη και με δυναμικές μορφές αγώνα. Ο πολίτης δεν λειτουργεί, όμως, ως «αγανακτισμένος». Έχει τη δύναμη της ψήφου του. Αποδοκιμάζει κυβερνήσεις. Καμιά φορά και αντιπολιτεύσεις. Επιλέγει, όμως, πάντοτε προτάσεις. Όσες τον πείθουν. Δεν υφαρπάζει αρμοδιότητες, που ανήκουν σε άλλες λειτουργίες μιας δικαιοκρατούμενης πολιτείας και κοινωνίας. Δεν απονέμει αυτός το δίκαιο. Παρακολουθεί τα δημόσια πράγματα. Ως υποκείμενο των εξελίξεων. Δεν είναι «αχρείος», κατά τη σοφή παραίνεση του Σόλωνα. Του πρώτου δημοκρατικού ηγέτη. Αυτοί, που επαίνεσαν ή τουλάχιστον επέχαιραν με τις μούντζες κατά του συμβολικά ιερού κτιρίου της Εθνικής Αντιπροσωπείας, προφανώς και δεν είχαν τον αναγκαίο ιστορικό ορίζοντα στις σκέψεις τους, στα κίνητρά τους και στα κριτήριά τους.

Η χώρα μας, προφανώς, περνάει δύσκολες μέρες. Και στο πολιτικό επίπεδο. Και στο κοινωνικό.

Όσοι μεν ασχολούνται με τη διακυβέρνηση της χώρας πρέπει να έχουν αντιληφθεί (επιτέλους!) ότι οι εκπρόσωποι της «Τρόικα» έχουν υπερβεί κάθε όριο δικαιοδοσίας τους. Όσες από τις δηλώσεις και θέσεις τους έχουν υποστεί τη βάσανο της δημοσιότητας, θίγουν ξεκάθαρα την εθνική κυριαρχία και την εθνική φιλοτιμία. Αναμφισβήτητα, μπορούν να καταγράφουν και να πιστοποιούν τους διάφορους τεχνοκρατικούς δείκτες και αλγόριθμους των εξισώσεών τους. Δεν μπορούν και δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν ρυθμίσεις, που ανάγονται στα θεμέλια του κράτους δικαίου.

Όσοι στοιχίζονται δε στην αντιπολίτευση και όσοι θέλουν να είναι ενεργοί στα μεγάλα στάδια της κοινωνίας, πρέπει να κατανοήσουν ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μονίμως ως φάρσα. Συχνά και ως τραγωδία.   

Αντώνης Ν. Βγόντζας

Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακη 10.3.2013