Ανάκαμψη εντός του 2013 αναμένεται στην Ευρωζώνη, καθώς ο κίνδυνος μιας επικείμενης διάλυσης της, εξακολουθεί να μειώνεται. Ωστόσο, παρά τα σημάδια βελτίωσης της παγκόσμιας επιχειρηματικής εμπιστοσύνης από την αρχή του έτους, πολλά θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της ζώνης του ευρώ παραμένουν αδύναμα και απρόβλεπτα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση Eurozone Forecast (EEF) Spring 2013 της Ernst & Young.

Η έκθεση προβλέπει αναστροφή της πορείας στη μέση του έτους. Παρά την επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, αναμένεται συνολική μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 0,5% για το 2013, μετά από μια αντίστοιχη μείωση το 2012. Για το 2014 προβλέπεται υποτονική ανάπτυξη της τάξης του 1,1%.

Κατά τα επόμενα χρόνια ο ρυθμός ανάπτυξης θα παραμείνει χαμηλός, κατά μέσο όρο 1,4% ετησίως κατά την περίοδο 2014 έως 2017, σχεδόν μια ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα κάτω από το μέσο όρο 2,3% που πέτυχε η Ευρωζώνη κατά την προηγούμενη δεκαετία. Η αντίθεση μεταξύ της περιορισμένης ανάπτυξης στις χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης και της συνεχιζόμενης ύφεσης στις χώρες της περιφέρειας θα παραμείνει έντονη το 2013, αν και η βελτίωση της παραγωγικότητας στις χώρες της περιφέρειας θα περιορίσει αυτό το χάσμα το 2014.

Η Ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύσουν την ήδη «εύθραυστη» εμπιστοσύνη. Το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ιταλία και οι πολιτικές προκλήσεις σε αρκετές ακόμη χώρες της Ευρωζώνης παραμένουν πηγές αβεβαιότητας όπως τα συνεχιζόμενα υψηλά επίπεδα της ανεργίας, οι μειωμένες δαπάνες επιχειρήσεων και καταναλωτών καθώς και η δημοσιονομική λιτότητα. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και οι ασιατικές οικονομίες δίνουν μια αίσθηση πραγματικής δυναμικής και η εκτίμηση του συστημικού κινδύνου από την ΕΚΤ έχει μειωθεί σημαντικά, δημιουργούν την αίσθηση ότι τα χειρότερα έχουν τελειώσει.

Ο Mark Otty, Managing Partner της Ernst & Young για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Ινδία και την Αφρική, σχολιάζει: «Υπήρξαν πολλές ψεύτικες ακτίνες φωτός στο δρόμο προς την ανάκαμψη της Ευρωζώνης και η παρούσα φάση ενδέχεται να αποδειχθεί μια ακόμη. Ωστόσο, η αίσθηση που έχουμε από επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη είναι ότι οι εταιρείες έχουν αρχίσει να αυξάνουν τις προσδοκίες τους όσον αφορά στα σχέδια τους για μελλοντικές επενδύσεις.

Όμως πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα ακόμη όσον αφορά στη μακροπρόθεσμη βελτίωση της παραγωγικότητας και της καινοτομίας, αν οι ευρωπαϊκές οικονομίες πρόκειται να ανταγωνιστούν τις άλλες ανεπτυγμένες αγορές και νέους αναδυόμενους παίκτες.»

Ελπίδες για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, με τις δυσκολίες να παραμένουν

Το δεύτερο πρόγραμμα διάσωσης για την Ελλάδα, το οποίο είχε συμφωνηθεί για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2012, υποβλήθηκε, σημαντικά, αναθεωρημένο προς τα τέλη του 2012 μετά τον «εκτροχιασμό» του κατά τη διάρκεια του έτους.

Οι επίσημοι δανειστές συμφώνησαν να χαλαρώσουν ορισμένους δημοσιονομικούς στόχους που συνδέονται με την καταβολή στην Ελλάδα του πακέτου στήριξης , ενώ συμφώνησαν σε μέτρα για να καλυφθεί το βραχυπρόθεσμο κενό χρηματοδότησης, τα οποία περιλαμβάνουν τη μείωση των επιτοκίων και την παράταση των λήξεων των δανείων. Τον Δεκέμβριο ολοκληρώθηκε επίσης η επιχείρηση επαναγοράς χρέους μέσω της οποίας η Ελλάδα απέσυρε κάτι λιγότερο από € 32 δισεκατομμύρια από τα ομόλογα με σημαντική έκπτωση.

Όπως εκτιμάται στην έκθεση η αποδέσμευση των κεφαλαίων και η χαλάρωση των στόχων επαρκούν για να αποσοβήσουν τον κίνδυνο πιθανής εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ στη διάρκεια του 2013.

Η νέα συμφωνία διάσωσης υποδηλώνει τη δέσμευση των πιστωτών της Ελλάδας να διατηρήσουν τη χώρα στην ευρωζώνη - μια δέσμευση που δεν ήταν σαφής για μεγάλο μέρος του 2012. Περαιτέρω επιβεβαίωση της αυξημένης επιθυμίας να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη αποτέλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στα τέλη του περασμένου έτους, να συνεχίσει να αποδέχεται τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ως εγγύηση για δάνεια προς τις τράπεζες.

Ως αποτέλεσμα, ενισχύεται η αισιοδοξία για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Ωστόσο, ακόμη και το αναθεωρημένο εξακολουθεί διατρέχει τον κίνδυνο της απόκλισης από τους στόχους του. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αυστηρή περιοριστική δημοσιονομική πολιτική για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, πράγμα που συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους εφαρμογής, δεδομένου του κοινωνικού κόστους.

Η εκλογή ενός κόμματος που αντιτίθεται στους όρους της συμφωνίας διάσωσης παραμένει ως ενδεχόμενο, ιδίως αν τα μέτρα λιτότητας έχουν αρνητικές αναδιανεμητικές επιπτώσεις.

Ως εκ τούτου, στην έκθεση εκτιμάται ότι το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί πάνω από 5% ενώ η οικονομία θα παραμείνει αδύναμη και το 2014. Για τους προαναφερόμενους λόγους, όπως τονίζεται στην έκθεση, θα απαιτηθεί σημαντική περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους προς τους επίσημους πιστωτές για μεγάλο χρονικό διάστημα ούτως ώστε το ελληνικό χρέος να καταστεί βιώσιμο μεσοπρόθεσμα.

Γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειας

Παρά την διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ του πυρήνα της Ευρωζώνης και της περιφέρειας, υπάρχουν κάποιες αμυδρές ενδείξεις ότι η κατάσταση πέρα από τις χώρες του πυρήνα βελτιώνεται. Η έκθεση προβλέπει ότι ο ρυθμός συρρίκνωσης στην περιφέρεια θα επιβραδυνθεί από 1,9% το 2012 σε 1,4% το 2013, πριν από την επιστροφή στην ανάπτυξη το 2014. Αυτό οφείλεται κυρίως στις επώδυνες προσπάθειες που έχουν αναλάβει ορισμένες χώρες της περιφέρειας να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους, οι οποίες αποδίδουν ήδη αποτελέσματα με τη μορφή της βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους.

Από το 2008, η απασχόληση στην περιφέρεια μειώθηκε κατά 9%, ή 5 εκατομμύρια άτομα. Στην περίπτωση της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, η απασχόληση μειώθηκε περισσότερο από την παραγωγή, δίνοντας μια ώθηση στην παραγωγικότητα. Η μείωση του σχετικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει καταστήσει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγονται σε αυτές τις περιφερειακές οικονομίες περισσότερο ανταγωνιστικά από ό, τι ήταν πριν από πέντε χρόνια.

Η έκθεση εκτιμά ότι το 2014 οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης με την ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών θα είναι η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Ισπανία με ρυθμούς 9,3%, 4,4% και 4,1% αντίστοιχα. Οι τρεις αυτές χώρες έχουν επιτύχει τη μεγαλύτερη βελτίωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, και κατ επέκταση της ανταγωνιστικότητας, από το 2008. Αυτό θα βοηθήσει τι χώρες αυτές να ξεπεράσουν την ύφεση, να επιτρέψει η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και να οδηγήσει στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η Marie Diron senior economic adviser του Eurozone Forecast της Ernst & Young σχολιάζει: «Η επιστροφή στην εξαιρετικά περιορισμένη ανάπτυξη που περιμένουμε να δούμε στις χώρες της περιφέρειας το 2014 θα έχει ως κινητήρια δύναμη, αρχικά τις επενδύσεις και τις εξαγωγές και στη συνέχεια, όταν η αγορά εργασίας αρχίζει να βελτιώνεται, τις καταναλωτικές δαπάνες.»

Αναμένεται μικρή μείωση του πληθωρισμού από το 2014
Η περαιτέρω αύξηση της ανεργίας βραχυπρόθεσμα και η περιορισμένη μείωση από το 2014, είναι πιθανό να αποτελέσουν εμπόδιο για την ανάπτυξη. Η έκθεση προβλέπει ότι η ανεργία στην Ευρωζώνη θα φτάσει στο επίπεδο ρεκόρ του 12,4% μέχρι το τέλος του 2013, με τα ποσοστά ανεργίας στην Ισπανία και την Ελλάδα να ξεπερνούν το 26,5%.

Ακόμη και μετά την ανάκαμψη, ο αριθμός ανέργων σε όλη την Ευρώπη θα παραμένει πεισματικά υψηλός. Μέχρι το τέλος του 2017, η έκθεση εκτιμά ότι το ποσοστό ανεργίας θα παραμείνει πάνω από το 11%, και ο αριθμός των ανέργων θα είναι κατά περίπου 6,5 εκατομμύρια υψηλότερος από ότι πριν μια δεκαετία.

Η τάση των καταναλωτών για νέες αγορές θα περιορισθεί από την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας το 2013. Η συνεχιζόμενη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και τα μέτρα λιτότητας θα έχουν επίσης αντίκτυπο στις δαπάνες των νοικοκυριών. Οι καταναλωτικές δαπάνες αναμένεται να μειωθούν και πάλι το 2013 κατά 0,6%, πριν αρχίσουν να αναπτύσσονται αργά κατά μέσο όρο μόλις 1% ετησίως στο διάστημα 2014-2017.

Η απομόχλευση του τραπεζικού τομέα θα συνεχίσει επίσης να περιορίζει την ανάπτυξη στο χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων. Παρά το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα αποτελεί πλέον πολύ μικρότερη συστημική απειλή για την ευρύτερη οικονομία από ότι πριν από ένα χρόνο, δεν είναι ακόμη σε θέση να αποτελέσει κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάκαμψης μέσω της ταχείας αύξησης των χορηγήσεων. Σε γενικές γραμμές, η πιστωτική στενότητα θα επιδράσει αρνητικά στις επενδύσεις και τις καταναλωτικές δαπάνες.

Το ισχυρό ευρώ δεν αναμένεται να απειλήσει την ανάπτυξη
Παρά το γεγονός ότι το οικονομικό κλίμα παραμένει αρνητικό η εμπιστοσύνη μεταξύ των επιχειρήσεων και των καταναλωτών θα πρέπει να ανακάμψει σταδιακά, καθώς ορισμένες από τις σημαντικότερες απειλές του περασμένου έτους υποχωρούν. Όμως, οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να συρρικνωθούν κατά 2% το 2013, προτού ανακάμψουν σταδιακά για να καταγράψουν μέση ετήσια αύξηση της τάξεως του 3,5% στο διάστημα 2014-17.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών έχει υπάρξει μια σημαντική μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου στις χρηματαγορές της Ευρωζώνης. Η έκθεση εκτιμά ότι οι αγορές έχουν ανατιμηθεί υπερβολικά, δεδομένου ότι πολλά θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη παραμένουν, στην καλύτερη περίπτωση, αδύναμα και επίσης, η πολιτική αβεβαιότητα σε αρκετές χώρες παρατείνεται.

Το ευρώ έχει ήδη απολέσει μέρος από τα κέρδη που προηγήθηκαν, αλλά παραμένει ανατιμημένο έως και κατά 8% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και κατά 8,5% μεσοσταθμικά, από τα μέσα του 2012. Στο σημερινό κλίμα η επίδραση της ανατίμησης θα μετριαστεί από το γεγονός ότι συνοδεύεται από ένα πιο σταθερό περιβάλλον. Ωστόσο, οι εξαγωγικοί τομείς των χωρών της περιφέρειας ενδέχεται να υποφέρουν από την ανατίμηση του ευρώ. Αν διατηρηθεί αυτή η κατάσταση μπορεί να μετριάσει τα αποτελέσματα των επώδυνων προσπαθειών που έχουν αναληφθεί για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας.

Παρά τις ανησυχίες αυτές, η έκθεση δεν έχει ελαφρύνει τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη ή τις εξαγωγές, δεδομένου ότι δεν αναμένεται η ισοτιμία να παραμείνει στα σημερινά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η έκθεση εκτιμά ότι το ευρώ σήμερα είναι υπερτιμημένο κάτι λιγότερο από 10%. Όμως, καθώς θα αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική των ΗΠΑ και η ανάκαμψη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις αναδυόμενες αγορές θα γίνεται όλο και πιο εμφανής, η έκθεση προβλέπει ότι το ευρώ θα υποτιμηθεί πάλι προς τα 1,25 δολάρια ΗΠΑ μέχρι το τέλος του χρόνου.

Η Marie Diron παρατηρεί: «Δεν αναμένεται να παρέμβει η ΕΚΤ, εκτός αν η ενίσχυση του ευρώ συνεχισθεί και υπάρξει μια εμφανής αρνητική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, αν η άνοδος του ευρώ συνεχισθεί, μπορεί να χρειασθεί να παρέμβει η ΕΚΤ, ενδεχομένως ακόμη και με μείωση των επιτοκίων, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη περαιτέρω ανατίμηση. Ένα ισχυρότερο ευρώ αποτελεί μια ακόμη απειλή για τις προοπτικές της ευρωζώνης, αλλά πρόκειται για κάτι με το οποίο οι επιχειρήσεις έχουν εξοικειωθεί και συνεπώς δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις.»

Η δημοσιονομική λιτότητα θα περιορίσει την ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 1%

Μεσοπρόθεσμα, η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική αναμένεται επίσης να αποτελέσει τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Η έκθεση εκτιμά ότι η δημοσιονομική συρρίκνωση θα ξεπεράσει και πάλι το 1% του ΑΕΠ φέτος, μειώνοντας την αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα. Από το 2014 και μετά, ο ρυθμός της δημοσιονομικής συρρίκνωσης θα πρέπει να μειωθεί, με ρυθμό μεταξύ 0,5% και 1% του ΑΕΠ ετησίως, θα συνεχίσει να περιορίζει την ανάπτυξη.

Η Marie Diron εξηγεί: «Μετά από πολλά χρόνια λιτότητας, μία από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρωζώνη - στις περιφερειακές χώρες, αλλά και σε αρκετές ακόμη - είναι να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα με έναν τρόπο που δεν συνεχίζει να υπονομεύει την ανάπτυξη.»

Ιδιαίτερα στις χώρες της περιφέρειας, μια σειρά από μέτρα έχουν προταθεί και εφαρμοστεί. Η αναδιάρθρωση αυτή περιλαμβάνει τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, τη βελτίωση της είσπραξης των φόρων, τη μείωση της μισθοδοσίας του δημοσίου τομέα, καθώς και τη μείωση της έκτασης και της διάρκειας των κοινωνικών επιδομάτων.

Οι νόμοι περί ανταγωνισμού έχουν επίσης ενισχυθεί, δίνοντας ενδείξεις μείωσης της γραφειοκρατίας και καθιστώντας ευκολότερη την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Δυο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω

Η Marie Diron καταλήγει: ««Όπως συμβαίνει συχνά με την Ευρωζώνη από τότε που ξεκίνησαν οι προβλέψεις μας τον Απρίλιο του 2010, οι πρόσφατες εξελίξεις κινήθηκαν στο ρυθμό «δύο βήματα μπρος και ένα βήμα πίσω». Μόλις βελτιώνονται οι προοπτικές και μειώνεται η αβεβαιότητα, εμφανίζονται νέες ανησυχίες και νέες απειλές.

Αν πρόκειται να υπάρξει ανάκαμψη προς το τέλος του χρόνου- η οποία σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα πιστεύουμε ότι θα υπάρξει - θα είναι εύθραυστη και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις προκειμένου να είναι έτοιμοι και πάλι να ανταποκριθούν γρήγορα και αποτελεσματικά για να αντιμετωπίσουν μια ενδεχόμενη κρίση.»


tovima.gr