Στις 15 Μαρτίου 1838, με το διάταγμα 980 καθιερώθηκε επίσημα η 25 Μαρτίου ως παντοτινή, “εις το διηνεκές”, εθνική εορτή των Ελλήνων. Το διάταγμα αυτό εκδόθηκε δεκαεφτά χρόνια μετά την έναρξη του αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, όχι ως η ημέρα που άρχισε η πρώτη ή οι πρώτες μάχες του Ελληνικού Έθνους για την εθνική ανεξαρτησία, αλλά ως η ημέρα που η Ελλάδα επίσημα τιμά την κορυφαία στιγμή στην ιστορία του, την Ελληνική Επανάσταση. 

Την πρόταση για την έκδοση του διατάγματος από τον βασιλιά Όθωνα είχε κάνει ο Γεώργιος Γλαράκης, γραμματέας της Επικράτειας επί των Εκκλησιαστικών, Δημόσιας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Η εισήγηση του, που καθόριζε την 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής εορτής, θεωρήθηκε ορθή και εύστοχη γιατί αποτελούσε ένα θαυμάσιο συνδυασμό του εθνικού με το θρησκευτικό στοιχείο. Μερικά χρόνια πριν από το διάταγμα, είχαν γίνει σκέψεις για καθιέρωση εθνικής εορτής που να θυμίζει την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. 

Ανεπίσημα ήδη κατά την ημέρα αυτή μνημονεύονταν οι ψυχές των ηρώων που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς. Στις 25 Μαρτίου 1821 δεν υψώθηκε κανένα λάβαρο στην Αγία Λαύρα, ούτε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός βρισκόταν εκείνη την ημέρα εκεί. Αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και τεκμηριωμένο. 

Ο Όθων ήταν αντίθετος να συνδυαστεί η επανάσταση με την εκκλησιαστική γιορτή του Ευαγγελισμού. Το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. 

Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν, τότε, στην πρωτεύουσα. Λέγεται ότι για την πρώτη γιορτή της 25ης Μαρτίου δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου. 

Ο Παν. Σούτσος, με επιστολή του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αθηνά» στις 30 Οκτωβρίου 1843 υποστηρίζει ότι αυτός πρώτος, όταν ήταν σύμβουλος (τμηματάρχης) στη Γραμματεία Εσωτερικών, το 1834, εισηγήθηκε την «σύστασιν εθνικής εορτής… κατά την 25ην Μαρτίου». Σχέδιο διατάγματος για την καθιέρωση της ημέρας αυτής ως εθνικής εορτής είχε συντάξει και ο Ι. Κωλέττης το 1835, όταν ήταν Γραμματέας των Εσωτερικών. 

Αυτό όμως δεν προωθήθηκε λόγω αποχώρησης του από την Γραμματεία. Επιχειρήθηκε και το 1837 να προχωρήσει σχετική εισήγηση, αλλά εγκαταλείφθηκε γιατί δεν επαρκούσε ο χρόνος για την ολοκλήρωση της αναγκαίας διαδικασίας και άφησαν να γιορταστεί άτυπα η 25η Μαρτίου του χρόνου εκείνου. 

Τελικά, πάλι στο παρά πέντε, στις 15 Μαρτίου 1838, δημοσιεύθηκε το 980 διάταγμα για την Εθνική Εορτή.
Δύο μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος εκδόθηκε από την Γραμματεία της Επικρατείας εγκύκλιος που κοινοποιούσε το διάταγμα στην Περιφερειακή Διοίκηση και έδινε οδηγίες για τον λαμπρό εορτασμό της μεγάλης ιστορικής ημέρας σε όλη την Ελλάδα.

Η πρώτη εγκύκλιος για την Εθνική Εορτή

Η εγκύκλιος, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΦΗΜΗ (φύλλο 106) στις 19 Μαρτίου του 1838 έχει ως εξής:

«Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία της Επικρατείας. Προς τας Διοικητικός αρχάς του Κράτους. Η Α. Μ. ο Σ. ημών Βασιλεύς, λαβών υπ’ όψιν, ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγϊας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, δια την κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν έναρξιν του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, ηυδόκησεν δια Β. Διατάγματος εκδοθέντος την 15ην του παρόντος μηνός υπ. αρ. 980, να καθιέρωση την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ. 

Τούτο γνωοτοποιούντες εις υμάς δια της παρούσης, σας προσκαλούμε, κύριε Διοικητά, συνεννοούμενοι με την Επιτόπιον Εκκλησιαστικήν Αρχήν, να κάμετε γνωστήν εις τους υπό την ημετέραν Διοίκησιν διατελούντες λαούς την Υ. (=Υψηλοτάτην) ταύτην της Α. Μ. απόφασιν, πανηγυρίζοντες λαμπρώς την Εορτήν ταύτην, προσεγγίζουσα ν ήδη κατά το ενεστώς έτος και μέλλουσαν να τελήται ενιαυσϊως εις το διηνεκές.

Εν Αθήναις
Τη 17 Μαρτίου 1838 
Ο Γραμματεύς Γ. Γλαράκης»

Λεωνίδας Γ. Κουδουμογιαννάκης