Ούτε χρόνος δεν έχει συμπληρωθεί από την ημέρα εκλογής του Φρανσουά Ολάντ στον προεδρικό θώκο της Γαλλίας, όμως έχει αρχίσει να επιβεβαιώνει τους αμφισβητίες του, ότι είναι ένας μη χαρισματικός πολιτικός που δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος του ηγέτη της δεύτερης ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας, τόσο στο εσωτερικό μέτωπο όσο και στο εξωτερικό μέτωπο, εμφανίζεται αδύναμος να αναλάβει κρίσιμες αποφάσεις, δεδομένων των οικονομικών συνθηκών σε Γαλλία και ευρωζώνη, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στην κυπριακή κρίση.

Οι ευθύνες του σοσιαλιστή προέδρου είναι σοβαρές για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στην κοινή νομισματική ένωση.

Προεκλογικά «πλάσαρε» τον εαυτό του ως έναν ηγέτη που θα σταθεί απέναντι στη Μέρκελ, ως αντίπαλο δέος στη λιτότητα και τη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία. Έθεσε το θέμα των ευρωομολόγων επί τάπητος, όμως πολύ γρήγορα έκανε πίσω, αφού και ο ίδιος γνώριζε ότι η κατάσταση της γαλλικής οικονομίας δεν του επέτρεπε να προκαλέσει ανοικτή σύγκρουση με τον σκληρό πυρήνα του ευρώ.

Έκτοτε ο γάλλος πρόεδρος φαίνεται σαν να παρακολουθεί τις εξελίξεις, δίνοντας το περιθώριο στη γερμανίδα καγκελάριο και τον υπουργό Οικονομικών της να εκβιάζουν ανοιχτά, όπως γίνεται στην περίπτωση της Κύπρου.

Ο Ολάντ δεν είχε λόγο στις διαπραγματεύσεις με τη Λευκωσία, αφού αυτή τη στιγμή δέχεται ήδη συστάσεις από το Βερολίνο για το διογκούμενο έλλειμμα της χώρας. Οπότε, εάν άρθρωνε λέξη, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απλά θα του κουνούσε το δάχτυλο.

Οι διεθνείς παρεμβάσεις του γάλλου προέδρου περιορίζονται στην στρατιωτική επέμβαση στο Μάλι, πίσω από την οποία κρύβονται οι στενές οικονομικές σχέσεις που έχουν η Γαλλία και οι επιχειρήσεις στην περιοχή (επενδύσεις στην Ενέργεια, κοιτάσματα ουρανίου, κακάο) και φυσικά, σε ρόλο «ντίλερ», η προσπάθεια προώθησης φρεγατών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα. Ό,τι, ουσιαστικά επιτάσσουν τα συμφέροντα των γάλλικών κολοσσών.

Μαύρα σύννεφα πάνω από το Ελιζέ

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για τον Ολάντ στη Γαλλία. Η δημοτικότητά του βρίσκεται σε μία συνεχή φθίνουσα πορεία, όπως κατέδειξε με εμφατικό τρόπο η δημοσκόπηση της εταιρείας Ifop για την εφημερίδα Le Journal du Dimanche (JDD). Σύμφωνα με την έρευνα, που δημοσιεύθηκε χθες, το 68% των Γάλλων εκφράζει δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς του γάλλου ηγέτη, ενώ μόλις το 31% εκφράζει ικανοποίηση.

Ήδη τον ξεπερνούν σε δημοτικότητα ο Φρανσουά Φιγιόν, ο Αλέν Ζιπέ και η Μαρίν Λε Πεν, όπως κατέδειξε πριν από μερικές μέρες δημοσκόπηση του ινστιτούτου OpinionWay για λογαριασμό της εφημερίδας Metro και του τηλεοπτικού σταθμού LCI.

Ο σοσιαλιστής πρόεδρος, παράλληλα, κάνει πίσω στον περίφημο φόρο του 75% στα υψηλά εισοδήματα, αφού φοβάται οικονομική «μετανάστευση» των μεγάλων γαλλικών πορτοφολιών (Αρνό, Ντεπαρντιέ, μεταξύ άλλων) προς φορολογικούς παραδείσους.

Δημοσίευμα της εφημερίδας Le Figaro ανέφερε ότι το οικονομικό τμήμα του Conseil d΄Etat, του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο φορολογικός συντελεστής δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από το 66,66% χωρίς να κριθεί υπερβολικός από το Συνταγματικό Δικαστήριο, αν και μάλλον και το τελευταίο ποσοστό μάλλον θα είναι απίθανο να εφαρμοστεί, αν κρίνουμε από την πυγμή του Ολάντ.

Σε άλλη μία αρνητική εξέλιξη για το Μέγαρο των Ηλυσίων, την Τετάρτη παραιτήθηκε ο υπουργός Προϋπολογισμού και στενός συνεργάτης του Ολάντ, Ζερόμ Καϊζάκ, υπό το βάρος έρευνας για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Αυτά βλέπει ο Νικολά Σαρκοζί και ορέγεται την επιστροφή του στην πολιτική και μάλιστα στην πρώτη γραμμή, με τις επόμενες προεδρικές εκλογές στο μυαλό του.

Είναι λυπηρό για τη Γαλλία, με το πλούσιο πολιτικό παρελθόν, που ανέδειξε μεγάλες μορφές που προώθησαν το ευρωπαϊκό ιδεώδες, να καθοδηγείται από προέδρους που είτε λένε μόνιμα «ναι» στη Μέρκελ (Σαρκοζί) είτε «κρύβονται» (Ολάντ).

newpost.gr/Βαγγέλης Βιτζηλαίος