Κυκλοφορεί ευρέως ένας "αντι-γερμανισμός" που εμένα, τουλάχιστον, με ξεπερνά. Μου θυμίζει τον τυφλό αντιαμερικανισμό και τον αντισημιτισμό, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εν γένει, πρόκειται για έκφανση μιας βαθιάς ψύχωσης, κάτι σαν σύνδρομο καταδίωξης: συνωμοσίες παντού, όλοι οι άλλοι είναι κακοί και μόνο εμείς καλοί, κι άλλα τέτοια ισοπεδωτικά και μισαλλόδοξα. Το να νιώθουμε σαν καταπιεσμένη μειονότητα πρέπει οπωσδήποτε να το ξεπεράσουμε, αλλιώς δε θα μεγαλουργήσουμε ποτέ ξανά.

Το ευκολότερο πράγμα για έναν λαϊκιστή είναι να είναι «αντί» (αντι-γερμανιστής, αντι-μνημονιακός, αντι-ξένος, ό,τι νά ‘ναι). Είναι εύκολο να είσαι «αντί» όταν οι διαθέσιμες επιλογές είναι όλες κακές, όπως σε μια χρεωκοπία (η Κύπρος το ανέδειξε σαφώς). Γι’ αυτό και μοιάζει πολύ ο αντι-γερμανισμός με την άλλη ανοησία, τον «αντι-μνημονιακό αγώνα»: επειδή ο λαϊκιστής δεν μπορεί να αυτό-προσδιοριστεί με κάποια συγκεκριμένη πρόταση, ετεροπροσδιορίζεται με τη στείρα αντίθεση. Αυτούς τους λέω εγώ «προπονητές της εξέδρας»: εύκολη η κριτική, αλλά άμα τους βάλεις στο γήπεδο με τη μπάλα θα γίνουν ρεζίλι. Θα σου λένε για λεφτά από τη Ρωσία και άλλα φαιδρά.

Μια ζωή το ίδιο κουτόχορτο μάς σερβίρουν οι λαϊκιστές: πόσο καημένοι που είναι οι Έλληνες, που μας έχουν όλοι στο κυνήγι, που δε μας αφήνουν να ορθοποδήσουμε, που είμαστε ζωσμένοι από εχθρούς. Όπως έκαναν και στους Τούρκους πολλές γενιές διδασκάλων τους, για να τους ενώνουν. Εκείνοι μόνον πρόσφατα το ξεπέρασαν, αποφασίζοντας να τα βρουν με τους γείτονες και να γίνουν μεγάλη δύναμη χτίζοντας συμμαχίες. Η δική μας κυβέρνηση μας πάει απ’ το κακό στο χειρότερο.

Προσωπικά, αυτό το κόμπλεξ κατωτερότητας πάντα μού την έσπαγε, γιατί έπειθε τους Έλληνες πως εδώ δε θα βρουν προκοπή, ότι μόνον στον εξωτερικό θα μπορέσουν να αναπτύξουν τα ταλέντα τους και τις φιλοδοξίες τους, πως η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της και άρα δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσεις. Ένα από τα συμπτώματα της παρανοειδούς διαταραχής του ατόμου είναι η άρνηση της ανάληψης ευθυνών για τα προβλήματά του και η μετάθεση των δικών του συγκρούσεων σε άλλους: Δε φταίμε εμείς, φταίνε πάντα οι «έτεροι» (σήμερα οι Γερμανοί, αύριο κάποιοι άλλοι).

Αυτή η παράνοια συνδυάζεται και με ένα ακόμη σύμπλεγμα, αυτή τη φορά της «εκ γενετής ανωτερότητας». Γενιές Ελλήνων γαλουχούνται με την πεποίθηση πως σε κάποια νεφελώδη ηθική σφαίρα (των προγόνων μας, των προπατόρων μας, των αρχαίων) εμείς είμαστε ο περιούσιος λαός, ο εξυπνότερος, ωραιότερος, και δεν-ξέρω-γω-τι-άλλο. Δεν είναι να απορεί κανείς που το καλάμι έχει αναχθεί σε εθνικό αερομεταφορέα!

Κι αν μας τη σπάνε οι Γερμανοί που εκμεταλλεύονται την ισχυρή τους θέση σήμερα (που την εκμεταλλεύονται, δεν αντιλέγω) ή που προβάλλουν τη δική τους ηθική (που το κάνουν, ούτε σε αυτό αντιλέγω), σκεφτείτε το αντίστοιχο σ’ εμάς: Ποιον θεωρούμε, δικαίως, τον σπουδαιότερο Έλληνα όλων των εποχών; Μήπως είναι κάποιος που, όταν είχε τη δύναμη, επέβαλλε την επιρροή του σε όλους τους άλλους; Τι ειρωνεία: το μέγα στρατηλάτη εμείς τον λέμε και «εκπολιτιστή»... Και βέβαια, όποιον "αντί-γερμανιστή" ρωτήσεις για τον Μέγα Αλέξανδρο, δε θα αρνηθεί πως όταν οι Έλληνες είναι από πάνω τότε έχουν και το δικαίωμα να επιβάλλουν τη δική τους θέληση, και μάλιστα με τα όπλα.

Τη συγγένεια με το μέγα στρατηλάτη δεν την έχουμε τιμήσει, όμως. Δείτε πώς συμπεριφέρθηκε η Ελλάς τη δεκαετία του '90, όντας η ισχυρότερη χώρα των Βαλκανίων, όταν κατέρρευσε το σιδηρούν παραπέτασμα και εκατομμύρια άνθρωποι ωθήθηκαν στη φυγή, τον αδελφοκτόνο εμφύλιο, την εθνικιστική έξαρση, και την αναζήτηση βοήθειας. Δε φροντίσαμε τότε να φιλιώσουμε με τους καταπιεσμένους λαούς, τους πεινασμένους, και να τους δώσουμε απλόχερα τη φιλανθρωπία μας. Εμείς ήμασταν που καλλιεργήσαμε εκ νέου τις εθνικιστικές έχθρες με τους γείτονες Αλβανούς, Σλάβους, και Βουλγάρους, και μάλιστα με ρατσιστική χροιά. Και φτάσαμε πλέον να έχουμε ξεφτιλιστεί με το «Μακεδονικό», εμείς οι κληρονόμοι του Αλέξανδρου.

Όσο καλλιεργούμε τον «αντι-γερμανισμό» και το «αντι-μνημονιακό» μέτωπο, τόσο θα ομολογούμε πως είμαστε ανίκανοι να παίξουμε το σκληρό παιχνίδι της διεθνούς διπλωματίας ως ίσοι εταίροι. Θα ομολογούμε την αδυναμία μας να σταθούμε σοβαροί έναντι των υποχρεώσεών μας. Πρέπει να ξεπεράσουμε αυτούς τους παιδικισμούς και να αναδείξουμε μια σοβαρή Ελλάδα, της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας, της οικονομικής ευρωστίας, γιατί αυτά είναι που θα μετρήσουν πραγματικά. Όσοι θέλουν μια Ελλάδα δυνατή είναι άνθρωποι της δράσης, όχι της αντί-δρασης.

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος