Τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι ειδικοί για να εκτιμήσουν τον μελλοντικό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και εγκεφαλικού μπορεί να αποδειχθούν πιο ωφέλιμοι δείκτες πρόβλεψης της μελλοντικής έκπτωσης των νοητικών ικανοτήτων, της μνήμης και της αντίληψης, σε σύγκριση με τα τεστ που γίνονται για την εκτίμηση του κινδύνου άνοιας.

Αυτό ήταν το συμπέρασμα πρόσφατης γαλλοβρετανικής έρευνας που διεξήχθη σε 7.830 άνδρες και γυναίκες μέσου όρου ηλικίας 55 ετών.

Για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου των συμμετεχόντων αξιολογήθηκαν παράγοντες κινδύνου όπως η ηλικία, η πίεση και η θεραπεία της υπέρτασης, οι τιμές της καλής και της ολικής χοληστερίνης, το κάπνισμα και το σάκχαρο.

Για την εκτίμηση του κινδύνου εκδήλωσης εγκεφαλικού λήφθηκαν επιπλέον υπόψη το καρδιαγγειακό ιστορικό, καθώς και τυχόν αρρυθμίες.

Τα τεστ αξιολόγησης του κινδύνου άνοιας περιελάμβαναν παράγοντες κινδύνου όπως η ηλικία, η εκπαίδευση, η πίεση, ο ΔΜΣ, η ολική χοληστερίνη, η άσκηση και το κατά πόσο ο εξεταζόμενος έφερε ένα γονίδιο (APOE ε4) που σχετίζεται με την άνοια. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology.

Όλα τα τεστ εκτίμησης του μελλοντικού κινδύνου για την υγεία φάνηκε να προβλέπουν και τον κίνδυνο άνοιας. Ωστόσο το τεστ καρδιαγγειακού κινδύνου έδειξε τον ισχυρότερο συσχετισμό όσον αφορά την πρόβλεψη του κινδύνου έκπτωσης των νοητικών ικανοτήτων, συγκρινόμενο ακόμη και με το ίδιο το τεστ για την άνοια.

Πηγή: vita.gr