Οι πιγκουίνοι της Αδελίας είναι ένα από τα είδη που, απ’ ό,τι φαίνεται, επωφελούνται από την κλιματική αλλαγή: ο πληθυσμός τους, σε κάποιες περιοχές, αυξάνεται καθώς ο πάγος συρρικνώνεται. Η ενίσχυσή τους πάντως δεν οφείλεται μόνο σε αυτόν τον παράγοντα.

Χρησιμοποιώντας αεροφωτογραφίες που τραβήχτηκαν από το 1958 έως το 2010 και δορυφορικές εικόνες από την περασμένη δεκαετία, ερευνητές μελέτησαν την αποικία των πιγκουίνων της Αδελίας (Pygoscelis adeliae) στη νήσο Μποφόρ της Ανταρκτικής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, μέσα σε αυτά τα 52 χρόνια, ο πληθυσμός αυξήθηκε από 35.000 σε 64.000 ζεύγη.

Οι πιγκουίνοι αυτοί, που απαντώνται στις νότιες ακτές της Ανταρκτικής, ζουν στο θαλάσσιο πάγο. Για να αναπαραχθούν, όμως, μετακινούνται σε βραχώδεις παράκτιες περιοχές, όπου οι πάγοι και το χιόνι έχουν λιώσει. Πρόσφατα επιστήμονες κατέγραψαν πώς, με την υποχώρηση των παγετώνων, έχουν μειωθεί και οι ρυθμοί της μετακίνησης των πιγκουίνων, οι οποίοι εγκαθίστανται πιο μόνιμα σε περιοχές χωρίς πάγο.

Οι ερευνητές από το πανεπιστήμιο της Μινεσότα πιστεύουν πως η αύξηση του πληθυσμού ενδέχεται να σχετίζεται και με έναν άλλο παράγοντα: την ενίσχυση των ασημόψαρων, λόγω της εμπορικής αλίευσης του βασικού θηρευτή τους, του μπακαλιάρου της Ανταρκτικής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι πιγκουίνοι να έχουν μεγαλύτερα αποθέματα τροφής.

«Η έρευνα εγείρει νέα ερωτήματα γύρω από το πώς τα είδη της Ανταρκτικής επηρεάζονται από ένα περιβάλλον που αλλάζει», αναφέρει σε γραπτή ανακοίνωση η Μισέλ Λαρού, εκ των συντακτών της έκθεσης που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση PLOS ONE. «Η έκθεση ενθαρρύνει όλους εμάς να ρίξουμε μια δεύτερη ματιά σε όσα βλέπουμε και να διαπιστώσουμε ότι αυτή η εξάπλωση βιοτόπων αφορά και άλλες περιπτώσεις πιγκουίνων της Αδελίας ή και άλλα είδη.»

Τα ευρήματα της μελέτης προκαλούν εντύπωση αν αναλογιστεί κανείς ότι άλλες αποικίες πιγκουίνων της Αδελίας παρουσιάζουν συρρίκνωση. Η Λαρού και οι συνάδελφοί της πιστεύουν ότι, πέρα από την πιθανή επίδραση της αύξησης της διαθέσιμης τροφής, αυτό σχετίζεται κυρίως με την εξάπλωση των περιοχών αναπαραγωγής σε ποσοστό 20% από τη δεκαετία του 1980.

naftemporiki.gr