Είναι 16:00 το απόγευμα. Η απαίσια, πνιγηρή ατμόσφαιρα στο κλειστοφοβικό, ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι του μητροπολιτικού υπόγειου σιδηρόδρομου επιτείνεται από την αφόρητη καλοκαιρινή υγρασία που επικάθεται πάνω σου σαν βαρίδι και καταδικάζει καθετί υλικό σε βραδεία αποσύνθεση. Ο Σηκουάνας αποπατεί εκδικητικά στα μούτρα των μολυντών του.

Τα χνώτα των εξαϋλωμένων υπαλλήλων, που μόλις σχόλασαν, βρωμάνε αλκοόλ πάνω από τους ώμους στριμωγμένων θηλυκών υπάρξεων που δέχονται ζαλισμένες τις εφαψιακές απόπειρες των πρώτων. Εξαθλιωμένοι «βέροι» Γάλλοι, κάτωχροι από τον εγκλεισμό στα μικροσκοπικά παρισινά διαμερίσματά τους, με φάτσες αλλοτριωμένες και εγκληματικές, συμπεριφέρονται καθώς αρμόζει στους Γάλλους: ηλιθιωδώς υπερήφανοι για το γεγονός ότι είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πιο «καρτ-ποστάλ» πόλη του κόσμου που από κάτω ζέχνει.

Μαύρες μετανάστριες με πρησμένα από το πολύ τηγανητό KFC κοτόπουλο μάγουλα και εξίσου πρησμένα παιδιά συνομιλούν φωναχτά, ασταμάτητα. Οι πολύχρωμες φολκλόρ ενδυμασίες τους τραυματίζουν το μάτι, σε βαθμό που μόνο ένας βλάκας θα έβλεπε σε όλο αυτό ψήγματα γραφικότητας.

Ιδρωμένοι μαγκρεμπίνοι με χαχόλικα κοστούμια και φρεσκοκουρεμένη κώμη πνιγμένη στη μπριγιαντίνη ολοκληρώνουν το οπτικό και οσφρητικό τοπίο, «εμβαπτισμένοι» σε τόνους φτηνού after shave.

Νιώθεις μία ακατανίκητη ορμή να φιλοτεχνήσεις όλο αυτό το συνονθύλευμα με μία γενναία δόση ξερατού που θα το μετατρέψει σε αλά Τζάκσον Πόλοκ αριστούργημα.

Ζαλισμένος σαρώνεις με το βλέμμα τα «περίχωρα» για να σκοντάψεις στο καρφωμένο πάνω σου βλέμμα μιας σέξι μελαψής, επιμελώς ατημέλητης, κομψής βορειοαφρικανής fashionista: μαύρα μακριά ίσια μαλλιά με αφέλειες, στρογγυλά γυαλιά αλά Γιόκο Όνο, λεπτή με υπέροχες καμπύλες που καταλήγουν σε ένα ζευγάρι θανατηφόρες γόβες, τέλεια σχηματισμένα χείλια και μύτη γλυπτό αριστούργημα.

Η αποστροφή που σε κύκλωνε μεμιάς εξατμίζεται...

Τα βλέμματά σας συναντούνται επίμονα και όταν σηκώνεται με αιδημοσύνη για να κατέβει στον επόμενο σταθμό, είναι πλέον τετελεσμένο: ποδοπατάς άσπρους, μαύρους και μαγκρεμπίνους και την πλησιάζεις ιλιγγιωδώς κοντά από πίσω.

Ένα λεπτό αργότερα τη σταματάς με το ζόρι στην έξοδο του μετρό ασθμαίνοντας και το θαύμα έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται...

16:45. Le Foumoir, στο νούμερο 6 της οδού Amiral Coligny. Συζητάτε στη ρουστίκ βιβλιοθήκη, πίνετε μοχίτο, τσιμπάτε από τα υπέροχα κρύα πιάτα και δεν βλέπεις την ώρα να αφήσει τις μυρωδιές της στα σκεπάσματά σου, ενώ τα εξωτικά γκαρσόνια με τις κομψές στολές εργασίας και τα παπιγιόν τους περιφέρονται ζωηρά αλλά διακριτικά τριγύρω σου, από πάνω σου.

Το κλίμα εξαθλίωσης στους κόλπους του οποίου φύτρωσε αυτό το ωραίο λουλούδι έχει εξαφανιστεί στο βάθος της γκρίζας μάζας του εγκεφάλου σου.

Πίνεις βιαστικά τις τελευταίες λιγωτικές γουλιές μαύρης ζάχαρης από το μοχίτο σου και της προτείνεις να συνεχίσετε κάπου πιο διακριτικά, στην ίδια την... Ινδοκίνα.

19:00. China Club, οδός Charenton, στο νούμερο 50. Για να το βρεις πρέπει να ξέρεις, διότι πρόκειται για ένα από τα πιο αφανή Μπαρ-ρεστό της πρωτεύουσας, το οποίο θυμίζει παλαιού τύπου λέσχη Γάλλων αποικιοκρατών και πλουσίων Ασιατών, με vintage δερμάτινους βρετανικούς καναπέδες, δάπεδο «σκάκι», σκοτεινό φωτισμό, χαμηλή τζαζ, σύννεφα καπνού και κόσμο ενός άλλου Παρισιού, σικ, τεατράλ, μπροστά από επιτραπέζια παιχνίδια και σπάνιες μποτίλιες με το καλύτερο ουίσκι του κόσμου.

Της μιλάς ψιθυριστά, τόσο ψιθυριστά που πρέπει να κολλήσεις το στόμα σου στο αυτί της. Έχετε αρχίσει να παραλύετε και οι δύο, όταν ο ενθουσιασμός και η μανία σου να επενδύεις τις εμπειρίες σου με αισθητικούς μανδύες και ενυπωσιασμούς σε ωθούν να της προτείνεις να κλείσετε τη βραδιά στο πιο αλλόκοτο μέρος της πόλης.

22:00. Club Silencio, στο νούμερο 142 της οδού Montmartre. Ανοίκειο κλίμα, μεθυστικό ντιζάιν δια χειρός David Lynch, μοδάτο πλήθος που νομίζει ότι βρισκόμενο εκεί θα γευτεί λίγη από την death-chic κινηματογραφική σκηνογραφία των ταινιών του.

Εσείς, όμως, είστε στον κόσμο σας, καθισμένοι σε ένα παράμερο καναπέ στο «τούνελ», ενώ στην μίνιμαλ «ιταλική» σκηνή κάποια καλλιτέχνιδα υφαίνει ένα σκοτεινό ηχητικό τοπίο.

Μετά από δύο ώρες και ζαλισμένοι από το αλκοόλ που εξατμίζεται στις φλέβες σας συνεπικουρούμενο από την αφόρητα υγρή νύκτα, βγαίνετε στον έρημο δρόμο, περπαπάτε μέχρι την κεντρική λεωφόρο μπαίνετε στο ίδιο ταξί.

Από το ραδιόφωνο ακούγονται σαν επωδός οι λέξεις:

Funny how secrets travel I'd start to believe if I were to bleed Thin skies, the man chains his hands held high Cruise me blond, cruise me babe A blond belief ..


iefimerida.gr