H Ελλάδα και η Τουρκία μπορεί να αποτελέσουν το παράδειγμα εταίρων στην ΕΕ του 21ου αιώνα, όμοιο με εκείνο της Γερμανίας και της Γαλλίας, λέει ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, εν όψει της ομιλίας που θα κάνει απόψε στη λέσχη Bab-I Ali, στην Κωνσταντινούπολη, σε σημαντικό ακροατήριο επιχειρηματιών , δημοσιογράφων διανοουμένων και πολιτικών.

«Πιστεύω πως η Ελλάδα και η Τουρκία, όχι μόνο ως σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ αλλά και ως εταίροι στην ευρωπαϊκή οικογένεια, μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα τον 21ο αιώνα, αντίστοιχο με της Γερμανίας και της Γαλλίας τον 20ό», τονίζει σε συνέντευξη του στο Τουρκικό πρακτορείο ΑΝΑΤΟΛΗ, και προσθέτει: «τα λάθη του παρελθόντος δεν πρέπει -με κανέναν τρόπο- να μας κάνουν εχθρούς».

«Στην πορεία της ιστορίας, άλλες φορές συμφωνούμε και άλλες διαφωνούμε. Πάντοτε, όμως, μπορούμε και πρέπει να συνυπάρχουμε αρκεί να μιλάμε με ειλικρίνεια. Γι' αυτό και η εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις είναι τόσο
αναγκαία», επισημαίνει και υπογραμμίζει ότι «η ειλικρίνεια και η αμοιβαία εμπιστοσύνη αποτελούν το θεμέλιο των διεθνών σχέσεων».

Ο πρώην πρωθυπουργός εξηγεί ότι η κυβέρνησή του το 1992, δεν μπόρεσε να υπογράψει το Σύμφωνο Φιλίας και συνεργασίας με την Τουρκία, όπως υπολόγιζε γιατί δεν είχε σημειωθεί αναγκαία πρόοδος στο Κυπριακό.

«Ετοιμαζόμουν να πάω στην Άγκυρα για να υπογράψουμε και ένα σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας, με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, που θα αντικατόπτριζε τα συμφωνηθέντα για να αρχίσουμε το διάλογο στα διμερή, τα οποία πιστεύω ότι
είναι εφικτό να επιλυθούν αρκεί να υπάρχει και από τις δύο όχθες του Αιγαίου ισχυρή βούληση και αποφασιστικότητα. Δεν πραγματοποιήθηκε τότε, αυτό το ταξίδι, γιατί ζήτησα να υπάρξει πρόοδος και στο Κυπριακό, που δεν
επετεύχθη».

«Πάντως, καταφέραμε τότε να καταστήσουμε αυτή την πολιτική εθνική στρατηγική στην Ελλάδα γιατί ενεκρίθη από όλα τα κόμματα -κυρίως το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου- σε σύσκεψη όλων των πολιτικών αρχηγών, υπό την προεδρία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στη συμφωνία που πετύχαμε τότε με την αντιπολίτευση προσετέθη ότι στηρίζουμε τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας. Έκτοτε, πέρα από την αποκλιμάκωση της έντασης, η στρατηγική αυτή έχει αποφέρει καρπούς στον τομέα της οικονομικής συνεργασίας και μου προκαλεί ικανοποίηση, πως αποτελεί σήμερα κοινό κτήμα όλων».

Ο πρώην πρωθυπουργός πιστεύει ότι η λύση των διμερών διαφορών είναι πάντοτε δυνατή και τονίζει πως «αρκεί και οι δύο κυβερνήσεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να επιδείξουν πολιτική γενναιότητα και να απευθυνθούν στους
λαούς τους με ειλικρίνεια. Υπάρχει ασφαλώς η δαμόκλειος σπάθη του Κυπριακού, η παράταση της εκκρεμότητας, του οποίου εξακολουθεί να δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Και αυτό πρέπει να επιλυθεί, και η επίλυσή του εξαρτάται, εν πολλοίς, από την τουρκική πολιτική».

«Μέχρι την οριστική επίλυση των διαφορών μας, θα ζούμε με τα προβλήματά μας αλλά με πνεύμα φιλίας, αλληλοκατανόησης και αλληλοσεβασμού», επισημαίνει ο πρώην πρωθυπουργός και καταλήγει: «Οφείλουμε να προωθήσουμε τη διμερή μας συνεργασία τόσο στις καλές όσο και στις κακές ημέρες που περνούν οι χώρες μας. Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να μας κάνουν εχθρούς τα λάθη του παρελθόντος. Αυτό το μήνυμα φιλίας και συνεργασίας ξεκίνησε από την εποχή των δύο μεγάλων ιστορικών ηγετών, του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι δύο ηγέτες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την λήξη ενός αιματηρού πολέμου υπέγραψαν σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας.

Αυτή τη πολιτική οφείλουμε να τη συνεχίσουμε».-