Ακούγεται συχνά πως το νερό δεν πρέπει να αποτελεί «αντικείμενο εκμετάλλευσης από ιδιώτες», αφού και το διεθνές δίκαιο προβλέπει την απρόσκοπτη πρόσβαση στο νερό (η Συνθήκη της Γενεύης γράφει "επαρκές, ασφαλές, προσβάσιμο και φθηνό νερό, χωρίς διακρίσεις").

Το νερό είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα, κλασικό παράδειγμα ενός «δημόσιου αγαθού». Μήπως θα έπρεπε να το κρατικοποιήσουμε;

Σαν πρόταση πολιτικής, βρίσκει αρκετούς υποστηρικτές.

Από την άλλη, το περιβαλλοντικό κίνημα δίνει προτεραιότητα στη σωστή διαχείριση, χωρίς σπατάλες και καταστροφές οικοσυστημάτων. Από ποσοτικής άποψης, πάλι, είναι τελείως άλλο πράγμα να λες «φθηνό νερό για όλους» απ’ το να γεμίζεις ιδιωτικές πισίνες τζάμπα. Κι άμα το δει κανείς εμπορικά, ιδιωτικό νερό υπάρχει ήδη και πουλιέται με κέρδος: από το εμφιαλωμένο μέχρι τις γεωτρήσεις, τα υδροφόρα καράβια στα νησιά μας, και τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ. Έχει νόημα, λοιπόν, όλ’ αυτά να τα κρατικοποιήσουμε;

Ας ξεκινήσουμε από τα απλά: νερό πουλιέται ήδη με κέρδος σε μπουκάλια. Για λόγους που άπτονται του θεμελιώδους δικαιώματος, η τιμολογιακή πολιτική υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς. Υπάρχει όμως και εισαγόμενο νερό, καθώς και νερό με ανθρακικό, αλλά και νερό «γκουρμέ». Από εκεί και πέρα, ας αναρωτηθούμε: η πισίνα είναι θεμελιώδες δικαίωμα; είναι το γκαζόν στον κήπο; είναι το πλύσιμο του αυτοκινήτου; είναι η μπανιέρα 900 λίτρων; Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι αρνητική. Επομένως, το νερό ως «δημόσιο αγαθό» είναι μία σχετική έννοια: μόνον μέχρι ενός σημείου.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα δημόσια αγαθά είναι η "Τραγωδία των κοινών" (Tragedy of the Commons) ή αλλιώς το «Πρόβλημα των τζαμπατζήδων» (Free-rider Problem): αν δεν υπάρχουν κίνητρα να γίνεται οικονομία, κι επειδή είναι δωρεάν για όλους, έχουμε κατάχρηση. Αυτό το βλέπουμε κατά κόρον στο αγροτικό νερό: 85% του νερού της Ελλάδος σπαταλιέται στην αγροτική παραγωγή, η οποία δεν αποτελεί ούτε το 5% του ΑΕΠ. Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν κίνητρα για τη βιώσιμη και αειφόρο χρήση, ειδάλλως καταλήγουμε σε τραγωδίες τύπου Αχελώου. Άλλωστε, κάθε λίτρο νερού που έρχεται στην Αθήνα από τη Βοιωτία, ας πούμε, είναι νερό που έχει κλαπεί από κάποιο άλλο οικοσύστημα, μια άλλη λεκάνη απορροής. Κι αυτό μας φέρνει στην ουσία του θέματος: τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής.

Τα δίκτυα προσφέρουν πρακτικά ανεξάντλητες ποσότητες στον κάθε καταναλωτή, πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για τις βασικές ανάγκες. Οι καταναλωτές πληρώνουν ουσιαστικά για την υπηρεσία που τους προσφέρει το δίκτυο: καθαρό νερό, υπό πίεση, μέχρι το σπίτι. Αυτό είναι το ουσιαστικό «δημόσιο αγαθό», ενώ κάποιοι λένε πως το δίκτυο είναι και «φυσικό μονοπώλιο». Η παραγωγή του αγαθού, όμως, ανεξάρτητα του δικτύου, είναι κάτι που σε πολλές περιοχές της χώρας έχει ήδη ανατεθεί σε ιδιώτες: στη Μήλο παράγεται κατά 100% από αφαλατώσεις με αιολική ενέργεια, σε πολλά νησιά μεταφέρεται ακόμη 100% με υδροφόρα καράβια, ενώ στην Κρήτη πολλοί Δήμοι αγοράζουν από ιδιωτικές γεωτρήσεις. Το τι κάνει μετά το δίκτυο με το νερό που αγοράζει είναι από μόνο του ένα τεράστιο ζήτημα.

Για το δίκτυο, το μεγαλύτερο πρόβλημα σπατάλης είναι οι διαρροές. Αν αγοράζει πανάκριβο νερό από υδροφόρες, οι διαρροές είναι απαγορευτικές, αλλά για την ΕΥΔΑΠ, που παίρνει «τζάμπα» νερό απ’ την Υλίκη, το πρόβλημα είναι αμελητέο. Αν το νερό είναι φθηνό στην πηγή, δεν υπάρχουν οικονομικά κίνητρα για να επισκευάζεται το δίκτυο. Παρ’ όλ’ αυτά, η ΕΥΔΑΠ, όντας εισηγμένη, πετυχαίνει μεγάλη κερδοφορία κι έχει διαρροές της τάξης του 15%, που είναι από τις χαμηλότερες.

Από την άλλη, για ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα σπατάλης από τους καταναλωτές, όλα τα δίκτυα εφαρμόζουν κλιμακωτή χρέωση ανάλογα με την ποσότητα που καταναλώνουν οι πελάτες τους: η βασική ποσότητα είναι πολύ φθηνή, αλλά όσο αυξάνεται η κατανάλωση τόσο αυξάνεται και η χρέωση. Και η χρέωση είναι απαραίτητη λόγω του κόστους κατασκευής και συντήρησης του δικτύου. Δεν υπάρχει "δωρεάν" πρόσβαση στο νερό, εκτός αν πας με τον κουβά σου στο πηγάδι ή την πηγή, ή αν -τέλος πάντων- ζεις στην ορεινή Ήπειρο.

Τα δίκτυα που έχουν κατασκευαστεί και λειτουργούν με δημόσια δαπάνη έχουν πληρωθεί με φόρους. Δηλαδή, ακόμη κι ο Ηπειρώτης στο Συρράκο που δεν πληρώνει για νερό, έχει πληρώσει για το νερό του Αθηναίου. Κι αν το νερό δε φτάνει, παρά τα έργα, τότε το δίκτυο αγοράζει νερό από ιδιωτικές γεωτρήσεις, ιδιωτικές αφαλατώσεις, και ιδιωτικές υδροφόρες. Μήπως τότε το κράτος θα έπρεπε να τα κατάσχει όλα; Εμένα, μου ακούγεται πολύ δογματικό αυτό, και χωρίς νόημα. Για παράδειγμα, οι Δήμοι Σύρου και Μυκόνου αγόρασαν αφαλατώσεις παλαιάς τεχνολογίας και παράγουν νερό με μεγάλο κόστος, οπότε χρεώνουν 5 με 10 φορές ακριβότερα από τη Μήλο, που αγοράζει νερό από ιδιωτικές αφαλατώσεις.

Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα ιδιωτικοποίησης παραγωγής έχει εφαρμοστεί στο Δήμο Ηρακλείου, όπου ιδιωτικές αφαλατώσεις πουλούν καθημερινά χιλιάδες κυβικά νερού, και μάλιστα καλύτερης ποιότητας και χαμηλότερου κόστους από εκείνο των γεωτρήσεων. Οι δημότες Ηρακλείου κερδίζουν και από την ποιότητα και από την τιμή, ενώ ο ιδιώτης έχει κέρδος από τη μεγάλη επένδυσή του. Αντιθέτως, το φράγμα Αποσελέμη, ένα τεράστιο δημόσιο έργο που ήδη γεμίζει με νερό απ’ το οροπέδιο Λασιθίου, καθίσταται εν πολλοίς ξεπερασμένο πριν καν αρχίσει να λειτουργεί. Ο ανταγωνισμός μεταξύ αφαλατώσεων και γεωτρήσεων βελτιώνει την ποιότητα, ρίχνει τις τιμές, και ακυρώνει την ανάγκη για έργα με μεγάλο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Από την άλλη, όταν ο Δήμος πληρώνει για το νερό έχει και κίνητρα να επισκευάζει το δίκτυο. Αν το νερό του φράγματος είναι δωρεάν, θα έχουμε πληρώσει όλοι εκατοντάδες εκατομμύρια και το νερό θα χάνεται από τρύπιες σωλήνες.

Από την άλλη, όμως, ούτε το δίκτυο έχει νόημα να είναι ιδιωτικό, διότι η κοινωνία δεν κερδίζει αν το «φυσικό» μονοπώλιο απλώς μετατραπεί σε ιδιωτικό. Υπάρχουν πολλά αποτυχημένα παραδείγματα πλήρους ιδιωτικοποίησης ανά τον κόσμο που έκαναν αυτό ακριβώς το λάθος, και είδαν αύξηση τιμών, μείωση ποιότητας, αδιαφορία για τις διαρροές, κι επενδύσεις μέσω επιδοτήσεων από κρατικές οντότητες. Στις πλούσιες χώρες αυξήθηκε η κατανάλωση, ώστε να αυξηθούν τα κέρδη, αλλά με κόστος περιβαλλοντικό. Στις λιγότερο πλούσιες χώρες υπήρξαν αντιδράσεις στην αύξηση τιμών. Στις πρώην σοβιετικές χώρες τα κέρδη υπήρχαν μόνο δια μέσου χρηματοδοτήσεων από την ΕΕ. Εν τέλει, τα 100% ιδιωτικά μονοπώλια νερού λειτουργούν απρόσκοπτα μόνο σε αυταρχικά κράτη που αδιαφορούν για τις αντιδράσεις των πολιτών.

Ο Δήμος Ηρακλείου έχει σπάσει το μονοπώλιο των γεωτρήσεων. Ο Δήμος Μήλου έσπασε το μονοπώλιο των υδροφόρων. Δεν είναι πια δέσμιοι συντηρητικών πρακτικών και διαπλοκών. Άνοιξαν τον ανταγωνισμό και κερδίζουν οι δημότες. Αποδεικνύουν πως, αν θες βελτίωση ποιότητας και μείωση κόστους, αν θες επενδύσεις και ανάπτυξη, τότε αυτά γίνονται καλύτερα μέσα από τον ανταγωνισμό και την κερδοφορία. Κρατική εποπτεία ναι, κρατική ρύθμιση των δικτύων ναι, αλλά οι επενδύσεις να γίνονται με ρίσκο των επενδυτών και όχι με ρίσκο των πολιτών. Ο εποπτικός ρόλος του Κράτους είναι ο πιο σημαντικός, κι όχι ο ρόλος του στην παραγωγή, αφού τότε είναι ελεγκτής και ελεγχόμενος μαζί, οπότε οι πολίτες είναι έρμαια της διαφθοράς και της αδιαφορίας. Το ζήτημα πάντοτε είναι το πώς θα ωφεληθούν οι πολίτες.

Είδαμε με συγκεκριμένα παραδείγματα από διάφορες περιοχές της Ελλάδος το πώς ο ανταγωνισμός μπορεί να δώσει κίνητρα για επισκευές στο δίκτυο, για αύξηση της παραγωγής με αειφόρους τρόπους, για μείωση της κατανάλωσης, για βελτίωση της ποιότητας, για μείωση του κόστους, και –φυσικά– για προστασία των οικοσυστημάτων. Έχοντας τεράστιο έλλειμμα επενδύσεων, έλλειμμα ανάπτυξης, και έλλειμμα προστασίας του περιβάλλοντος, το να παραμένουμε συντηρητικά προσκολλημένοι σε δογματικές πεποιθήσεις δε θα μας βγάλει από το τέλμα. Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι πρωτοπόρος στην τεχνολογία νερού και να εξάγει τεχνογνωσία, όπως εξάγει ήδη Κρητικές αφαλατώσεις. Θα μπορούσε να εξάγει Ελληνικό νερό αντί να εισάγει Γαλλικό και Νορβηγικό. Το Κράτος πρέπει να ανοίξει για τους ιδιώτες περισσότερες δουλειές, ακόμη και στο νερό. Πρέπει να σκεφτούμε προοδευτικά σε όλους τους τομείς, ειδικά εκεί που υπάρχουν ακόμη ιδεολογικά ταμπού.

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος