Την Τετάρτη, 17 Απριλίου οδηγήθηκε στην τελευταία της κατοικία η Μάργκαρετ Θάτσερ, η μακροβιότερη πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (1979-1990). Πέθανε στις 8 Απριλίου 2013 στο Λονδίνο. Στην δεκαετία του 1980 πρωτοστάτησε στην διεθνή πολιτική σκηνή μαζί με τον Ρόναλντ Ρέϊγκαν, τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και τον Φρανσουά Μιττεράν.

Στην κηδεία της Βαρώνης Θάτσερ, τίτλος που της απενεμήθη από την Βασίλισσα Ελισάβετ Β’ σε αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφερε, παρέστη πενθούσα η Μεγαλειοτάτη.
Κατά την επιβλητική νεκρώσιμη πομπή, οι επευφημίες υπήρξαν μάλλον διακριτικές. Η σιωπηλή πλειοψηφία έκανε αισθητή την παρουσία της.

Είναι η δεύτερη πολιτική προσωπικότης στην παγκόσμια ιστορία που αποκτά το προσωνύμιο του «σιδηρού» ανθρώπου μετά τον Όττο φον Μπίσμαρκ, τον «Σιδηρούν Καγκελάριο»της Γερμανίας (1877-1890) και θεμελιωτή του γερμανικού κράτους. Ακριβώς όπως και ο Μπίσμαρκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ διεκρίθη για την ακλόνητη εμμονή της στις ιδέες της και την άνευ δισταγμού εφαρμογή αυτών.

Πίστευε ότι το πολιτικό κατεστημένο δεν την αποδέχθηκε, επειδή ήταν γυναίκα. ‘Όμως σε μία χώρα, όπως η Αγγλία, όπου, όταν αλλού οι θυγατέρες απεκλείοντο της διαδοχής του βασιλιά-πατέρα τους, δυναμικές βασίλισσες, όπως η Ελισάβετ η Μεγάλη (1533-1608) και η Βικτωρία (1837-1901), συνέδεσαν την βασιλεία τους με την ενίσχυση του μεγαλείου της Αγγλίας ως της μόνης κοσμοκράτειρας- θαλασσοκράτειρας δύναμης, η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν για πολλά χρόνια απόλυτη κυρίαρχος στο κόμμα της, το Κόμμα των Συντηρητικών, και στον κυβερνητικό μηχανισμό, του οποίου ηγείτο. Έτσι, άλλωστε, μπόρεσε να υλοποιήσει την σκληρή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της και να κυβερνήσει με πυγμή.

Αναμφιβόλως, «εκείνη η παλιογυναίκα» ( that bloody woman!), κατά την υβριστική έκφραση ενός υπουργού της την ημέρα της καθαιρέσεώς της από την πρωθυπουργία με συνοπτικές εσωκομματικές διαδικασίες, δικαιούται να έχει μία θέση στο Πάνθεον των Μεγάλων Γυναικών μετά την Ίντιρα Γκάντι (1917-1984), πρωθυπουργό της Ινδίας, την Γκόλντα Μέϊρ (1898-1978), πρωθυπουργό του Ισραήλ και την Σιριμάβο Μπανταρανάϊκε (1916-2000), πρωθυπουργό της Σρι Λάνκα.

Κοινός παρονομαστής και των τεσσάρων αυτών γυναικών είναι ότι ενεπλάκησαν με αγωνιστικό δυναμισμό «λίαν επιτυχώς» σε πολεμικές περιπέτειες.

Η Μάργκαρετ Χίλντα Ρόμπερτς γεννήθηκε το 1925 στο Γκράνθαμ, μία μικρή βικτωριανή πόλη στο Λίνκολνσαϊρ. Ήταν η δευτερότοκη κόρη του Άλφρεντ και της Μπέατρις. Ο πατέρας της διατηρούσε ένα παντοπωλείο και η μητέρα της ήταν μοδίστρα. Ο ένας παππούς της, ο τσαγκάρης, ήταν Ουαλλός και ο άλλος, που ήταν σιδηροδρομικός υπάλληλος, ήταν Ιρλανδός. Στα Απομνημονεύματά της η εκλιπούσα Σιδηρά Κυρία δεν αναφέρεται στην μητέρα της, ούτε στην μεγαλύτερη αδελφή της, την Μούριελ, αλλά μόνο στον πατέρά της, τον οποίο υπεραγαπούσε και εθαύμαζε.

Μεγάλωσε σε μία οικογένεια αυστηρών και θρησκευομένων μικροαστών, που ανήκαν στην Εκκλησία των Μεθοδιστών. Πρόκειται για μία από τις σπουδαιότερες διακλαδώσεις του Προτεσταντισμού, η οποία προέρχεται από το κήρυγμα των αδελφών Ουέσλεϊ, του Ιωάννη (1703-1791) και του Καρόλου (1707-1788), οι οποίοι γεννήθηκαν και κήρυξαν στο Γκράνθαμ του Λίνκολνσαίρ!

Είναι μία διαφωνούσα (Non-Conformist) ομολογία του Προτεσταντισμού. Διδάσκει την σταθερή θέληση των πιστών να ζουν έντιμα, ειρηνικά, σεμνά απέχοντας από οτιδήποτε δεν συντελεί στην δόξα του Θεού. Διαπνέεται από κάποια υπερβολική αυστηρότητα ιδίως σε ότι αφορά την εγκράτεια, τις σχέσεις των δύο φύλων και την χρησιμοποίηση του πλούτου.

Γι’αυτό, από μικρή η Μάργκαρετ μυήθηκε στις αξίες της τάξης, της ακρίβειας και της αυστηρότητας. Ο πατέρας της, ο Άλφρεντ μετέδωσε στην κόρη του τις αρχές της ακεραιότητας, της εντιμότητας, της εργατικότητας, της αξίας των προσόντων, της επιμονής, της ατομικής ευθύνης, της αυτοπεποίθησης, της φειδούς και της αποστροφής προς την χαλαρότητα και την εκκεντρικότητα.

Ο ίδιος ήταν αυτοδίδακτος, λάτρης των σπουδών και της μελέτης. Είχε διατελέσει δημοτικός σύμβουλος και δήμαρχος του Γκράνθαμ. Είχε φιλοδοξίες για την νεώτερη κόρη του, την Μάργκαρετ, στην οποία μετεμφύτευσε το πάθος για την πολιτική.

Με μία υποτροφία η Μάργκαρετ σπούδασε χημεία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1943-1946). Επιμελής και φιλομαθής, μελέτησε αρκετά έργα. Μεταξύ αυτών και το έργο του Φρίντριχ φον Χάγεκ, Η πορεία της δουλείας. Το έργο αυτό που είναι η Βίβλος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, την επηρέασε βαθύτατα και αποτέλεσε την πυξίδα της πολιτικής σταδιοδρομίας της.
Δύο φορές, το 1950 και το 1951 είναι υποψήφια του Κόμματος των Συντηρητικών στο Ντάρτφορντ, προπύργιο των Εργατικών στο Κεντ, αλλά δεν κατορθώνει να εκλεγεί.

Τον Δεκέμβριο 1951 παντρεύεται με τον Ντένις Θάτσερ, κληρονόμο μιάς επιχείρησης βαφών, αργότερα διευθύνοντα την εταιρία πετρελαίου Μπούρμαχ- Κάστρολ και λάτρη του γκολφ. Ο Ντένις Θάτσερ ενεθάρρυνε τις πολιτικές φιλοδοξίες της συζύγου του Μάργκαρετ.

Το 1951 η Μάργκαρετ αρχίζει τις σπουδές νομικής. Πτυχιούχος νομικής το 1953, ειδικεύεται στο φορολογικό δίκαιο. Το ίδιο έτος αποκτά τα δίδυμά της : τον Μαρκ και την Κάρολ. «Απέκτησε δύο παιδιά μαζί για να μη χάνει χρόνο» είπαν με εμφανή ειρωνική διάθεση οι αντίπαλοί της. Το 1959 εκλέγεται βουλευτής στο Φίντσλεϊ, προάστιο ευπόρων κατοίκων του βορείου Λονδίνου. Από το 1961 έως το 1964 είναι Υφυπουργός αρμόδια για τις συντάξεις στην κυβέρνηση του Χάρολντ Μακμίλαν. Από το 1964 έως το 1970 είναι η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του Κόμματος των Συντηρητικών που είναι στην Αντιπολίτευση.

Το 1970 διορίζεται Υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Έντουαρντ Χιθ. Υπό την ιδιότητα αυτή κατήργησε την καθημερινή δωρεά διανομή γάλακτος στους μαθητές ηλικίας 8 έως 11 ετών. Η απόφασή της αυτή που απέβλεπε στην περικοπή, κατά την κρίσή της, περιττών δημοσίων δαπανών, προκάλεσε γενική κατακραυγή. «Κλέφτρα του γάλακτος» είναι ένα άλλο προσωνύμιο μίσους που την συνόδευε σε όλη της την ζωή. Η εφημερίδα “SUN” την επέλεξε ως «την γυναίκα της χρονιάς με την χαμηλότερη δημοτικότητα».

Το 1975,έτος εκλογικής ήττας για το Κόμμα των Συντηρητικών με ένα ούριο άνεμο της δεξιάς να φυσάει στους κόλπους του, η Μάργκαρετ Θάτσερ θέτει υποψηφιότητα για την αρχηγία του κόμματος έναντι του ήδη αρχηγού Έντουαρντ Χιθ και εκλέγεται άνετα στον α΄ γύρο στις 11 Φεβρουαρίου 1975. Ο απερχόμενος αρχηγός του κόμματος θεωρεί σοβαρό πλήγμα κατά του προσωπικού γοήτρου του την ενδοκομματική πολιτική νίκη της Μάγκι, της αναδυόμενης πολιτικού και κάνει είκοσι χρόνια να της μιλήσει!

Κατά τον «χειμώνα των δυσαρεσκειών» (1978-1979), το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε ο ασθενής της Ευρώπης. Οι απεργίες παρέλυσαν την χώρα, η οποία, με ολοένα μειούμενη παραγωγικότητα, βυθιζόταν στην κοινωνική και οικονομική αποσύνθεση. Υστερούσε σε ρυθμούς ανάπτυξης έναντι των γειτονικών ευρωπαϊκών χωρών. Επικεφαλής του Κόμματος των Συντηρητικών η Μάργκαρετ Θάτσερ εστιάζει την κριτική της έναντι της κυβερνήσεως των Εργατικών στην αύξηση της ανεργίας. Στις 4 Μαίου 1979 η Μάργκαρετ Θάτσερ κερδίζει τις εκλογές.

Η πολιτική της εκφράζεται με κάποιες απλές, ευκρινείς και πραγματοποιήσιμες ιδέες, τις οποίες υλοποίησε με τρόπο ριζοσπαστικό. Η αντιπληθωριστική πολιτική της αποκατέστησε την αξιοπιστία της αγγλικής λίρας, αλλά επιδείνωσε την ανεργία.

Ελλείψει κρατικής υποστηρίξεως, εκτεταμένοι τομείς της βιομηχανίας κατέρρευσαν και πολλές επιχειρήσεις επτώχευσαν. Το εμπορικό ισοζύγιο έγινε ελλειμματικό. Η οργή συσσωρεύθηκε και οι κοινωνικές εκρήξεις στα προάστια του Λονδίνου που κατοικούνται από έγχρωμους, κυρίως στο Μπρίξτον, νοτίως του Λονδίνου, δεν άργησαν να εκδηλωθούν.

Ω του Θαύματος! Τότε της ήλθε το «μάννα εξ’ουρανού»! Η κρίση των νησιών Φώλκλαντ κατά τους Άγγλους ή των Μαλβίνων νήσων κατά τους Αργεντινούς. Πρόκειται για ένα νησιωτικό σύμπλεγμα με έκταση 16.263 τετρ.χλμ, με λιγότερους από 2.000 κατοίκους, 500 χλμ από τις ακτές της Παταγονίας στον Νότιο Ατλαντικό και 13.000 χλμ από τις ακτές της Αγγλίας. Από το 1833 ανήκει στις κτήσεις του Στέμματος.

Στις 2 Απριλίου 1982 η χούντα της Αργεντινής κατέλαβε τα νησιά αυτά. Παρά την αντίθετη εισήγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η Μάγκι δεν δίστασε να στείλει σχεδόν το σύνολο του αγγλικού στρατού στην άκρη της γης επιτάσσοντας ακόμα και υπερωκεάνια. Σε μία ατμόσφαιρα φιλοπολεμικής φρενίτιδας, ο αγγλικός στρατός δεν δυσκολεύτηκε να ανακαταλάβει αυτά τα νησιά. Αυτή η ευφορία εθνικής εξάρσεως και υπερηφάνειας βοήθησε την Θάτσερ να θριαμβεύσει στις εκλογές του 1983. Το Κόμμα των Συντηρητικών επέτυχε το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα από το 1945.

Κατά την δεύτερη θητεία της η Θάτσερ πραγματοποίησε τις μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις. Περί τις εξήντα-πέντε μεγάλες επιχειρήσεις, μεταξύ αυτών οι British Aerospace, British Airways, Jaguar, Rolls Royce, British Telecom, BP κ.α. ιδιωτικοποιήθηκαν. Τον Μάρτιο 1984 ήλθε η ρήξη με τους ανθρακωρύχους που αγωνίζοντο να σώσουν την δουλειά τους και τα πανίσχυρα συνδικάτα.
Οι ιδιωτικοποιήσεις ενίσχυσαν οικονομικά το δημόσιο ταμείο.

Το City , παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο, γνώρισε περίοδο ευημερίας. Έγιναν ξένες επενδύσεις και η αγορά ακινήτων απογειώθηκε. Όμως διπλασιάστηκε ο αριθμός των πτωχών, αυξήθηκαν οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Μαζί με την εργασιακή αβεβαιότητα που αποτελεί πλέον τον κανόνα, υποβαθμίστηκε η παιδεία, κατέρρευσε το σύστημα υγείας, επιδεινώθηκε το σύστημα μεταφορών.

Το 1990 η Θάτσερ εισήγαγε ένα νέο τοπικό φόρο , “poll tax”, ένα είδος κεφαλικού φόρου ίσου για όλους.

Η ευρωπαϊκή πολιτική της Θάτσερ δεν απέκλινε από την παραδοσιακή πολιτική γραμμή, δηλαδή εναντίον της ενοποίησης (integration) με την περαιτέρω εκχώρηση αρμοδιοτήτων στα όργανα της Ε.Ε. Γι’αυτό, έλαβε θέση εναντίον του Ευρώ.

Όταν τα μέλη του Κόμματος των Συντηρητικών αντελήφθησαν ότι η Μάγκι, οξύθυμη, ολοένα και πιο αυταρχική, γινόταν μειονέκτημα γι αυτούς, την απέπεμψαν με αίσθημα αξιοπρόσεκτου ρεαλισμού.

Η ζωή της έγινε μιούζικαλ στο Λονδίνο και ταινία στο Χόλιγουντ, η οποία μάλιστα χάρισε Όσκαρ ερμηνείας στην ηθοποιό Μέριλ Στριπ, η οποία υποδύθηκε την εκλιπούσα Σιδηρά Κυρία.

Του Δρ Βύρωνα Ματαράγκα
Διεθνολόγου