"Δεν μου αρέσει η δουλειά που κάνω αλλά μια μάνα μπορεί να κάνει τα πάντα για το παιδί της. Ελπίζω σε ένα χρόνο να έχω μαζέψει χρήματα και να φύγω από τη Μίνωος".

Το λέει και το πιστεύει. Η Μαρία (όλα τα ονόματα που ακολουθούν είναι ψευδώνυμα) είναι μια από τις γυναίκες που συναντά κανείς στην πάροδο της Μίνωος, στα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια.

Εκεί όπου από το 1870 ξεκίνησε να καταγράφεται η ιστορία του αγοραίου έρωτα των Χανίων.

Eίναι μόλις 21 ετών.

"Πιστεύεις στο θεό"; τη ρώτησα.

"Και βέβαια μου είπε, τι...", και τα μάτια της γούρλωσαν τόσο που εγώ κατέβασα τα δικά μου από ντροπή για την ερώτηση.

Ήρθε πριν ένα χρόνο στα Χανιά μετά από την προτροπή μιας φίλης της, για να δουλέψει σαν ιερόδουλη. Είναι καλά εδώ της είπε, θα δουλέψεις για λίγο καιρό και μετά θα γυρίσεις πίσω.

Στη Μίνωος λειτουργούν 15 οίκοι ανοχής, καθένας από τους οποίους έχει το δικό του αριθμό.

Στην είσοδο κάθε οίκου υπάρχει και το όνομα της κοπέλας που δουλεύει. Μια σε κάθε σπίτι με ένα ή δύο άτομα υπηρεσία.



Τη Μαρία τη συνάντησα απόγευμα της Κυριακής των Βαΐων, έξω από το σπίτι με το Νο 5. Κάθονταν σε ένα μπεντενάκι και έπινε τον καφέ της μαζί με την Χρύσα, που εργάζεται και αυτή σαν ιερόδουλη.

Θα σου μιλήσουμε χωρίς να πούμε πολλά προσωπικά, μου ξεκαθάρισαν από την αρχή. Έχουμε οικογένειες πίσω μας δεν ξέρουμε τί μπορεί να γίνει, υπάρχουν κοπέλες που την πάτησαν και μαθεύτηκαν πράγματα που δεν ήθελαν.

Η Χρύσα είναι 24 χρονών και είναι πιο ομιλητική. Δεν είναι από Ελλάδα αλλά μιλάει άπταιστα ελληνικά.

"Είναι η πιο δύσκολη δουλειά και η πιο ιερή", μου λέει.

"Δεν ξέρεις τί μπορεί να σου συμβεί. Μου έχουν πει ιστορίες οι παλιότερες για άντρες που πήγαν να της πνίξουν. Εδώ γενικά είμαστε ασφαλείς, δεν είναι όπως άλλες που δουλεύουν παράνομα, όμως ποτέ δεν ξέρεις τί να περιμένεις. Όση προφύλαξη και να παίρνεις, ακόμα και για την υγεία σου, ποτέ δεν ξέρεις.




"Και ιερή γιατί"; της υπενθυμίζω τη λέξη που είπε.

"Γιατί προσφέρεις το κορμί σου, υπάρχει χειρότερο πράγμα";

Δεν περίμενα να ακούσω αυτή τη λέξη ειπωμένη τόσο απόλυτα και δυνατά και τι ρωτάω γιατί χειρότερο.

Γιατί είναι, γιατί είναι... και μετά από λίγο συνεχίζει.

"Καταρχήν εδώ έρχονται παιδιά, πρωτάρηδες, άνθρωποι που έχουν κάποιο πρόβλημα και δεν μπορούν να βρουν αλλιώς γυναίκα. Αν δεν ήμασταν εμείς αυτοί μπορεί να έβγαιναν έξω και να βίαζαν".

Οι κρητικοί λέει είναι κλειστοί άνθρωποι, κρύβονται, δύσκολοι.



Τις ρωτάω τί είναι αυτό που φοβούνται να μην τους συμβεί.

Τίποτα, είμαστε ασφαλείς εδώ λέει η Μαρία. Κάθε μήνα έχουμε τους γιατρούς μας, αν συμβεί κάτι η αστυνομία επεμβαίνει αμέσως. Το μόνο που φοβάμαι είναι να μην περάσει ο χρόνος και δεν έχω καταφέρει τον σκοπό μου. Να μαζέψω χρήματα και να φύγω.

Συμφωνεί και η Χρύσα. "Αν συνηθίσεις είναι δύσκολο να ξεκόψεις μετά. Αν συνηθίσεις και λες να δουλέψω λίγο ακόμα να βγάλω χρήματα, μπορεί να περάσει ο χρόνος χωρίς να το καταλάβεις. Αυτό δεν θέλουμε να μας συμβεί".

Έχουμε όμως ένα σκοπό συμπληρώνει η Μαρία. "Δεν ξοδεύουμε τα χρήματα που βγάζουμε, τα μαζεύουμε όλα και τα στέλνουμε εκεί που πρέπει".

Πόσο καιρό υπολογίζεις ότι θα σου πάρει ακόμα τη ρωτάω. Κανένα χρόνο μου λέει και μετά θα γυρίσω πίσω.

Με δυσκολία μου λέει ότι έχει ένα παιδί αλλά μετά μόνη της ξεσπάει.

"Αν έχεις ένα παιδί και ξέρεις ότι δεν μπορείς να του προσφέρεις αυτά που πρέπει, τότε παίρνεις την απόφαση να φύγεις για να μπορέσεις να του δώσεις το καλύτερο. Αυτό έκανα. Δεν μου αρέσει αυτή η δουλειά. Τι νομίζεις δεν γεννήθηκα με... Αλλά έχω ένα σκοπό (το επαναλαμβάνει συνέχεια). Ελπίζω σε ένα χρόνο να έχω φύγει".

Μου εξηγούν ότι δεν είναι το ίδιο εύκολο να μαζέψεις χρήματα όπως πριν 20 χρόνια.

Παλιά οι γυναίκες στη Μίνωος μπορούσαν να μένουν στους οίκους. Τώρα πια αυτό απαγορεύεται. Οι κανόνες τηρούνται αυστηρά.

Το ωράριο ξεκινάει από τις 9 μέχρι τις 12. Μετά αν παραμείνεις μέσα η αστυνομία έχει δικαίωμα να σε συλλάβει.

Όλες οι κοπέλες νοικιάζουν σπίτι. Το πληρώνουν με τα χρήματα που βγάζουν. Η ελάχιστη αμοιβή από κάθε πελάτη είναι 30 ευρώ. Από αυτά κάποια χρήματα τα κρατάει η ιδιοκτήτρια του σπιτιού (συνήθως γυναίκες που παλιότερα δούλευαν τα σπίτια).

Μια από αυτές, μου είπε στα γρήγορα ότι τον τελευταίο καιρό έχει "ανοίξει αγορά" στα Εμιράτα. Εκεί είναι πιο εύκολο για τις κοπέλες να μαζέψουν γρήγορα λεφτά.

Υπάρχουν όλων των ειδών τα κορίτσια λέει. Αυτές που είναι γεννημένες για αυτήν την δουλειά και τους αρέσει, αυτές που οι συνθήκες τις ανάγκασαν να γίνουν ιερόδουλες αλλά και αυτές που ευτυχώς βρίσκονται εδώ γιατί θα ήταν επικινδυνες να είναι έξω στην κοινωνία.

Με την κουβέντα η ώρα πέρασε και σιγά - σιγά στη Μίνωος έπεσε το σκοτάδι. Τα κόκκινα φωτάκια έξω από τους οίκους φαίνονταν πιο καθαρά.



Μου είπαν ότι θα έρθει μια γυναίκα που είναι από παλιά στη Μίνωος. και είναι βέρα Χανιώτισσα.

Μάλλον την περίμεναν γιατί όταν έφτασε μαζεύτηκαν 4 -5  γύρω της και την καλωσόρισαν.

Μαρία θέλει και αυτή να την φωνάζω.

"Εγώ είμαι εδώ από 14 ετών μου λέει. Οι γονείς μου με είχαν διώξει από το σπίτι και με μεγάλωσαν ιερόδουλες. Είμαι πάνω από 30 χρόνια εδώ.

Τότε τα σπίτια ήταν 57 περίπου και τα δούλευαν κυρίως Ελληνίδες. Τα χρόνια ήταν πιο δύσκολα.

Παλιά τις κοπέλες τις έφερναν "αγαπητικοί", τους έταζαν γάμους, στο τέλος έπαιρναν τα λεφτά και άφηναν πίσω τους σκιάχτρα.

Υπήρχαν πολλές γυναίκες που από εδώ μεγάλωσαν και σπούδασαν μόνες τους τα παιδιά τους και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι δουλειά έκαναν.




Τί ρωτάω πιο προσωπικά πράγματα δεν θέλει όμως να ειπωθεί τίποτα.

Μου είπαν της λέω για μια γυναίκα στο Νο 4 που θυμιάζει το σπίτι πριν ξεκινήσει να δουλέψει.

Με σταματάει.

"Μόνο μια;" μου απαντάει - "Να, μπες εδώ, και μου δείχνει την ανοιχτή πόρτα στο Νο 5, θα δεις το θυμιατό δίπλα από το ρολόι".

Και συνεχίζει πιο αυστηρά

Άκου να σου πω, πρέπει βέβαια να το έχει μια γυναίκα μέσα της, αλλά οι περισσότερες που μπαίνουν εδώ πιστεύουν πολύ. Καταρχήν, το πρώτο πράγμα που λένε όταν ξεκινάνε τη μέρα τους είναι, θεέ μου βοήθησέ με να είμαι καλά, και το τελευταίο θεέ μου σε ευχαριστώ που και σήμερα είμαι καλά.

"Την Κυριακή, ποτέ καμία δεν ανοίγει πριν τελειώσει η εκκλησία, αν και κανείς δεν τους το απαγορεύει. Είναι ο δικός μας κανόνας αυτός" συμπληρώνει.

Κοιτάζοντάς την κατάλαβα το απλό

Οι γυναίκες αυτές που κάθε μέρα δίνουν το κορμί τους, νιώθοντας έκθετες σε κάθε κίνδυνο, μπροστά στο άγνωστο, ανυπεράσπιστες σε κάθε απειλή, αφήνουν τον εαυτό τους στο έλεος του θεού, ζητώντας να τις προστατέψει, όπως "η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή" στο τροπάριο της Κασιανής που ζητάει άφεση αμαρτιών.

Φεύγοντας μου έρχεται στο μυαλό η Μαρία που πιστεύει στο Θεό, το παιδί της, η επιθυμία της να γυρίσει πίσω και ο τελευταίος στίχος από το τροπάριο.

«Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος»


Flashnews.gr/ Ελένη Ζουμαδάκη
[email protected]