Τελευταία ενημέρωση 2.19

Τη Μεγάλη Πέμπτη θα τελεστεί η νεκρώσιμος ακολουθεία του Μητροπολίτη πρώην Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίου Γαλανάκη, η σορός του οποίου θα έχει τεθεί μέχρι τότε σε λαϊκό προσκήνυμα.

Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος συνήλθε το μεσημέρι και αποφάσισε να γίνει η νεκρώσιμος ακολουθεία και η ταφή του γέροντα, στις 12 το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης του Ι. Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Καστελίου Κισάμου.

Θα γίνει αρχιερατικό συλλείτουργο ενώ το πένθος θα φέρει ο μητροπολίτης Λάμπης, Συβρίτου καί Σφακίων Ειρηναίος.

Τον επικήδειο θα εκφωνήσει ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Ειρηναίος ο οποίος σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους τόνισε ότι πρόκειται για πένθος όχι μόνο της Κρήτης αλλά και όλης της Ελλάδας, Έκανε λόγο για ιεράρχη της προσφοράς, χαρακτηρίζοντάς τον ευλογημένο και τιμημένο.

Μετά την απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου σήμερα, τελέστη τρισάγιο.

Ο αγαπητός σε όλους μητροπολίτης πρώην Κισάμου και Σελίνου, εκοιμήθη σήμερα στις 7.30 το πρωί, πλήρης ημερών σε ηλικία 102 ετών.

Οι φωτογραφίες είναι από την Ιερά Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου



Η ζωή του

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης πρώην Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίος Γαλανάκης γεννήθηκε στο Νεροχώρι Αποκορώνου το 1911 από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και τη Σοφία, και έλαβε το όνομα Μιχαήλ.

Παρακολούθησε το Δημοτικό Σχολείο στη γενέτειρά του, φοίτησε στο Ιεροδιδασκαλείο της Αγίας Τριάδας Ακρωτηρίου Χανίων και κατόπιν στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Διορίζεται στη συνέχεια καθηγητής σε διάφορα γυμνάσια του Νομού Χανίων, ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αξιόλογη θρησκευτική και κοινωνική δράση στην τότε επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου.

Το 1940 λαμβάνει υποτροφία για τη Γερμανία, την οποία όμως δεν αποδέχεται λόγω του εν τω μεταξύ εκραγέντος ελληνοϊταλικού πολέμου. Το 1943 εξ αφορμής επαναστατικού κηρύγματός του στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Χανίων συλλαμβάνεται από τις γερμανικές αρχές κατοχής και οδηγείται στις φυλακές της Αγιάς.

Διασώζεται από εκτέλεση χάρη στη δυναμική επέμβαση του Επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη, αλλά και εξαιτίας πολλών αντιδράσεων θρησκευτικών και φιλανθρωπικών σωματείων των Χανίων.

Το 1946 χειροτονείται Διάκονος και λαμβάνει το όνομα Ειρηναίος, ενώ πολύ σύντομα γίνεται πρεσβύτερος και τοποθετείται στην υποδιεύθυνση της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης, όπου διδάσκει θεολογικά μαθήματα έως το 1957. Ενδιάμεσα, κατά τα έτη 1950 έως 1952, λαμβάνει υποτροφία από το Πανεπιστήμιο της Λίλλης των Παρισίων, όπου πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα της Πρακτικής Θεολογίας.

Μετά την επιστροφή του συνεχίζει τη διακονία του ως διδάσκαλος στην Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης μέχρι και το 1957, οπότε εκλέγεται Επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου και εγκαθίσταται στην έδρα της Επισκοπής του στο Καστέλλι.

Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατάφερε να ανυψώσει την Επισκοπή του, ιδρύοντας κοινωφελή και πνευματικά ιδρύματα, που μπορούσαν να καλύψουν όλες τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής.

Γνωστή είναι η συμβολή του στην ίδρυση της ναυτιλιακής εταιρείας ΑΝΕΚ αλλά και άλλων πολλών εταιρειών λαϊκής βάσης, οι οποίες έδωσαν πραγματικά ζωή σε πολλές οικογένειες, ενώ διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την οικονομία και την πρόοδο της Κρήτης αλλά και της Ελλάδος ολόκληρης. Παράλληλα, το 1960, ιδρύει τη μηνιαία περιοδική έκδοση Χριστός και Κόσμος, η οποία διανέμεται σε όλα τα σπίτια των πιστών της Μητροπόλεώς του καθώς και στους απόδημους Κισαμίτες και Σελινιώτες ανά την οικουμένη.

Το 1972 η δυναμική αρχιερατεία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίου διακόπτεται με την αναπάντεχη εκλογή του από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε Μητροπολίτη Γερμανίας. Αποχαιρετά κατασυγκινημένος την επαρχία του και φτάνει στη Βόννη της Γερμανίας, όπου πραγματοποιεί αξιόλογη εκκλησιαστική, κοινωνική και αντιστασιακή δράση για τα δεδομένα της εποχής.

Διπλασιάζει τις ενορίες της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας. Ενεργεί και επιτυγχάνει ασφάλιση και μισθοδοσία του κλήρου. Δημιουργεί ενοριακά κέντρα. Εγκαινιάζει το Ιερό Μητροπολιτικό Κέντρο της Βόννης. Ομιλεί κάθε Σάββατο από το γερμανικό ραδιόφωνο στους ομογενείς.

Εκδίδει μηνιαίο περιοδικό με τον τίτλο Ορθόδοξος Μετανάστης. Επιτυγχάνει να διδάσκεται η Ορθόδοξη Θεολογία σε γερμανικά πανεπιστήμια. Καταφέρνει να αναγνωριστεί επίσημα η Ι. Μ. Γερμανίας ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Οργανώνει τους Έλληνες μετανάστες σε συλλόγους και ομοσπονδίες και προωθεί την ίδρυση εταιρειών λαϊκής βάσης για την αξιοποίηση των εσόδων των μεταναστών. Υπερασπίζεται δυναμικά τον Έλληνα εργάτη και αγωνίζεται για την διατήρηση της ανόθευτης ταυτότητάς του, ενώ προωθεί πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ των δύο λαών. Για τη σημαντική του προσφορά στην ομογένεια τιμάται με το ανώτατο παράσημο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Η επιστροφή του Σεβασμιωτάτου Ειρηναίου στη Μητρόπολή του, ύστερα από πρωτοφανέρωτους αγώνες του ποιμνίου του, πραγματοποιήθηκε το 1981, οπότε επανερχόμενος αρχίζει τη δεύτερη περίοδο της αρχιερατείας του, η οποία αποτέλεσε φυσική συνέχεια της πρώτης.

Το 2005, σε ηλικία 94 ετών, υποβάλλει την παραίτησή του λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας του. Στις 23 Αυγούστου 2005, ημέρα των ονομαστηρίων του, αποχαιρετά κατασυγκινημένος τον κλήρο και το λαό της αγαπημένης του Μητρόπολης και μέσα σε συγκλονιστικές εκδηλώσεις αγάπης και βαθυτάτου σεβασμού του ποιμνίου του αποσύρεται για περισυλλογή και μελέτη κοντά στη θαλπωρή των οικείων του.