Στις 18 Δεκεμβρίου του 1991, στην ιστορική αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου "Χρυσόστομος", στα Χανιά, η Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Κρήτης τίμησε, σε ειδική εκδήλωση, το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου κ. Ειρηναίο Γαλανάκη, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας, για το πλούσιο, πολύπλευρο, μοναδικό και αξιοθαύμαστο έργο του, έργο της εκκλησίας, της προόδου και της ειρήνης. Στην εκδήλωση αυτή ο τότε πρόεδρος της Εταιρείας απένειμε στον τιμώμενο ιεράρχη αναμνηστική πλακέτα.

Η αντιφώνηση του Ανθρώπου που τίμησε όσο λίγοι την Εκκλησία, έμεινε στην ιστορία καθώς αποτελεί και μιαν αυτοβιογραφία του "Ιππότη του Σταυρού", όπως χαρακτηρίστηκε ο κ.κ. Ειρηναίος.

( Οι φωτογραφίες του Ειρηναίου της Κισάμου και απο τις κινητοποιήσεις των Κισαμιτών προκειμένου να επιστρέψει απο την Μητρόπολη Γερμανίας, είναι απο το irineos.blogspot.gr του Ιωάννη Παπαδάκη)

Η αντιφώνηση του Σεβασμιωτάτου Ειρηναίου Γαλανάκη στην προς τιμήν του εκδήλωση

"Κύριε Πρόεδρε της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Κρήτης. Σας και το Συμβούλιό σας ευχαριστώ, που οργανώσατε την αποψινή εκδήλωση για να τιμήσετε το πρόσωπο μου και το έργο μου. Μια εκδήλωση όμως σαν την αποψινή μπορεί να ερμηνευθεί σαν περιαυτολογία ή σαν μαρτυρία. Η ιδιότητα μου και η ηλικία μου δεν επιτρέπουν την περιαυτολογία. Ο Χριστός παράγγελνε στους Μαθητές του και μαζί μ' αυτούς σε όλους εκείνους, που Θα τον ακουλουθούσαν στούς αιώνες, να μη ζητούνε αμοιβές και επαίνους για αυτό που κάνουνε και λένε. Γι' αυτό σας είπα ότι είχα και έχω ακόμη δισταγμούς γι’ αυτή την εκδήλωση.

Την αποδέχομαι όμως σαν Μαρτυρία, με την έννοια που τη δέχτηκαν πάντα οι άνθρωποι της πίστης και της Εκκλησίας, για να μεταδώσουν στους άλλους όχι τα λόγια και τα εργα των, αλλά τα λόγια και τα έργα, που ο Θεός μεταφέρει στον κόσμο μέσα από την καρδιά και τη ζωή τους. Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι άνθρωποι της Τέχνης και της επιστήμης, και της πολιτικής ακόμη, χρησιμοποιούνται συχνά από τη Θεία Πρόνοια, για να ερμηνέψουν, ο καθένας με τη δική του γλώσσα, τις Βουλές και τα θαυμάσια του Θεού και να ευεργετήσουν τους συνανθρώπους των. Με την έννοια αυτή αποδέχομαι αυτή την εκδήλωση σας και ευχαριστώ άλλη μια φορά.



Σεβασμιώτατε, κ. Νομάρχα, κ. Δήμαρχε, Στρατηγοί, κ. Δικασταί, κι άλλοι όσοι παρίστασθε και τιμάτε αυτή την εκδήλωση. Ελπίζω μ' αυτά που ειπώθηκαν από τους φίλους ομιλητές και όσα εγώ θα ερμηνέψω, να δοθεί το νόημα της Μαρτυρίας σ' αυτή την εκδήλωση. Οι κοινωνικές συνθήκες και οι προϋποθέσεις της παιδικής μου ηλικίας ήταν να γίνω ένας χωρικός: γεωργός ή ποιμένας (βοσκός), κατά την παράδοση των προγόνων μου, αν και στα παιδικά μου όνειρα υπήρχαν και υψηλότεροι οραματισμοί.

Αλλά το φθινόπωρο του 1927 η ζωή μου πήρε ένα άλλο δρόμο. Με προτροπή των Γονέων μου. με το ενδεικτικό της Β' Γυμνασίου και ύστερα από εξετάσεις, γράφτηκα στο ονομαστό Ιεροδιδάσκαλείο Κρήτης (στην Αγ. Τριάδα Ακρωτηρίου), που ήταν τότε το ανώτατο πνευματικό Ίδρυμα της Κρήτης, ιδρυμένο το 1892 με Διαθήκη και οικονομική χορηγία του τότε Επισκόπου Κισάμου και Σελίνου αοιδίμου Γερασίμου Στρατηγακη, για τη μόρφωση των Δασκάλων και Ιερέων της Κρήτης. Θυμούμαι ακόμη ζωηρά πως, την παραμονή των εξετάσεων, (Σεπτέμβριος 1927), την ώρα του Εσπερινού, γοητευμένος από την κατάνυξη και τη μεγαλοπρέπεια του Ναού της Αγίας Τριάδας, μου' ρθε ξαφνικά - σαν έκσταση - η έμπνευση να κάμω τούτη τη συγκλονιστική υπόσχεση:

«Θεέ μου να μ’ αξιώσεις να εισαχθώ στη Σχολή του Μοναστηριού αυτού και να γίνω Μοναχός του».

Πολλές φορές αργότερα και μέχρι σήμερα, προσπάθησα να εξηγήσω αυτή την απροσδόκητη υπόσχεση, που έκανα κείνη την ώρα και δεν μπόρεσα να την εξηγήσω. Σίγουρα ήταν ένα «σημείο» από κείνα με τα οποία ο Θεός επεμβαίνει συχνά και σημαδεύει τη ζωή μας. Ωστόσο μπήκα στη Σχολή, τα μαθήματα άρχισαν, κι η εφηβεία μου προχώρησε μ' όλα τα ανθρώπινα όνειρά της. Κι όσες φορές ερχόταν στη σκέψη μου η δοσμένη υπόσχεση, «το τάξιμο μου» (όπως το' γραψα αργότερα), σκεπτόμουν πως ήταν μια επιπόλαιη υπόσχεση, που ο Θεός δε θα την λογάριαζε στα σοβαρά.



Η ζωή όμως στο ήρεμο και σιωπηλό εκείνο Μοναστηριακό περιβάλλον, τα Θεολογικά Μαθήματα του Ιεροδιδασκαλείου, οι νυχτερινές κατανυχτικές ακολουθίες στο μεγάλο Ναό, οι μορφές των μοναχών, αγγίζανε βαθειά την εφηβική ψυχή μου και ετοιμάζανε σιγά - σιγά τους κατοπινούς δρόμους της ζωής μου. Λυπούμαι τα παιδιά και τους εφήβου, που στην ώρα της εφηβείας δεν έχουν ένα περιβάλλον ήρεμο και καθαρό (ηθικά καθαρό), να αναθρέψουν την ψυχή των. Να ονειρευτούν, να στοχαστούν τα μεγάλα και άγια πράγματα της ζωής μ’ ένα παρθενικό στοχασμό. Λυπούμαι τους σημερινούς εφήβους (αγόρια και κορίτσια), όταν το περιβάλλον τους, οικογενειακό και κοινωνικό, δεν έχει να τους δώσει τίποτε άλλο, πέρα από τις κολασμένες εικόνες των video - τηλεοράσεων και τους Βάρβαρους ήχους της μουσικής Ροκ. Οπωσδήποτε στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας συναντήθηκα με το Θεό και συνδέθηκα μαζί Του με κείνη την «αγαπητική σχέση», που λένε οι Πατέρες και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας.

Τον Οκτώβριο του 1932, ύστερα από εξετάσεις πάλι, γράφτηκα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ήμουν χαρούμενος, γιατί συνέχιζα τις σπουδές μου. Αλλά ένα βραδινό, φεύγοντας από κάποιο μάθημα στα προπύλαια του Πανεπιστημίου συνάντησα το φιλόλογο Καθηγητή μου στην Εκκλησιαστική Σχολή (μακαριστό τώρα Δριτσάκο), ένα καλό Νεοελληνιστή Φιλόλογο, ο οποίος σχεδόν με επίπληξε γιατί-πήγα στη Θεολογία «Εκεί που πήγες θα χαθείς - μου είπε. Έπρεπε να πας στη Φιλοσοφική Σχολή». Ο καθηγητής μου έλεγε πως έγραφα καλές εκθέσεις και με ήθελε Φιλόλογο. Τα λόγια του Καθηγητή μου με σκότισαν λίγο. Τι είναι δηλαδή οι Θεολογικές σπουδές; Μήπως πήρα λάθος δρόμο; Μ' αυτό το περιστατικό και μ' άλλα, που θα πω σε λίγο, άρχισα να επισημαίνω ένα μεγάλο και σημαντικό πρόβλημα - θέμα στην πατρίδα μας την Ελλάδα. Το θέμα: Ελληνική Διανόηση και Χριστιανική Πίστη. Ελληνική Διανόηση και Εκκλησία, που ήταν και παραμένει, κατά τη γνώμη μας, μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού μέχρι σήμερο.

Τα 4 - 5 χρόνια των Θεολογικών Σπουδών πέρασαν με την άσβεστη δίψα της μάθησης και της γνώσης, που κατατρώγει συχνά τους νέους ανθρώπους. Και παράλληλα η εργασία μου για να σπουδάσω(4 - 6 ώρες την ημέρα), έφερναν το «τάξιμο μου» στο περιθώριο. Αλλά στο τελευταίο έτος των σπουδών μου και όταν έπαιρνα το πτυχίο της Θεολογίας, (Απρίλιος 1937), η απόφαση μου για την ιερωσύνη είχε ωριμάσει αρκετά. Ωστόσο μια υποτροφία μου για σπουδές στη Γερμανία, που δεν έγιναν γιατί ήλθε ωστόσο ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι περιπέτειες του πολέμου αυτού και άλλα, καθυστέρησαν το «τάξιμο μου». Ετσι το Σεπτέμβριο του 1946 (ύστερα δηλ. από 20 περίπου χρόνια) γράφτηκα Μοναχός στην Αγ. Τριάδα και χειροτονήθηκα Διάκονος και Ιερέας, Ιερομόναχος. Πόσα εμπόδια, πόσες αναβολές, πόσες αμφιταλαντεύσεις πέρασα στα χρόνια αυτά, τις γνωρίζει ο Θεός.



Μετά την χειροτονία μου στις 7 Οκτωβρίου 1946 κατέβηκα στα Χανιά και συνέχισα τα Μαθήματά μου (Θρησκευτικά - Νέα Ελληνικά) στο Α' Γυμνάσιο Αρρένων, που είχα ήδη εργασθεί ενωρίτερα, από το 1943. Και εδώ πάλι είχα νέους προβληματισμούς με την Ελληνική Διανόηση. Στα σχολεία Αλικιανού - Χανίων είχα εργαστεί περίπου 8 χρόνια ως λαϊκός Καθηγητής. Είχα γνωρισθεί με τον εκπαιδευτικό κόσμο και οι σχέσεις μου με τους συναδέλφους καθηγητές ήταν πολύ καλές. Τους τιμούσα και με τιμούσαν. Αλλά όταν με είδαν με το ράσο οι συνάδελφοι του πρώτου Γυμνασίου, άλλοι σοβαρά κι άλλοι αστεία, μου είπαν ότι είχα κάνει κάποιο λάθος. Ο Γυμνασιάρχης, μακαριστός τώρα Σ. Ξυδάκης με πέρασε στο Γραφείο του και μου είπε δήθεν φιλικά: «Τώρα που είναι νωρίς ακόμα βγάλε το ράσο...». Δεν μπορώ να πω ότι με κλονίσανε αυτές οι κριτικές των συναδέλφων, ξανάφεραν όμως ζωηρά στη ψυχή μου το πρόβλημα που είπα προηγουμένως: Εκκλησία και Διανόηση στην Ελλάδα. Γιατί, σκεπτόμουνα, οι μορφωμένοι άνθρωποι της χώρας μου να έχουν τόσο μεγάλη «προκατάληψη» εναντίον του θεσμού και των προσώπων της Εκκλησίας μας; Όμως δεν έλειψαν και τα ενθαρρυντικά σχόλια και οι ευχές πολλών φίλων και γνωστών για το ιερατικό μου στάδιο;. Να ευδοκιμήσεις..., να τιμήσεις το ράσο, να φανείς Άξιος». Κι ανάμεσα σ' αυτές τις ενθαρρυντικές ευχές ήρθε ύστερα, (νομίζω κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1946). ένα γράμμα του Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου - πολύ σεβαστού και αγαπημένου δασκάλου, του Νικολάου Λούβαρη. Το γράμμα αυτό συνέχαιρε την γενναία απόφαση μου να γίνω Ιερομόναχος δηλαδή «Ιππότης του Σταυρού…». Μ' αυτή την ωραία φράση ο αλησμόνητος εκείνος Δάσκαλος και πνευματικός άνθρωπος έδινε βάθος και τιμή στο ταπεινό καλογερικό μου ράσο. Πόσο πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους που πάνε σε δύσκολα ηρωικά έργα.

«Ιππότης του Σταυρού»

Μου άρεσε αυτός ο χαρακτηρισμός, που ο αλησμόνητος δάσκαλος έδινε στην αφιέρωσή μου. Θυμήθηκα τους ιππότες των Μεσαιωνικών χρόνων, που ήταν γενναίοι και τίμιοι αγωνιστές «υπερασπιστές της χριστιανικής πίστης, των φτωχών και των αδυνάτων...». Θυμήθηκα τους Ιππότες στο «Πάρσιφαλ» στα έργα του Vagner. Θυμήθηκα τα λόγια του Ίψεν στο ωραίο του έργο Μπραντ: «Αρματώσου ψυχή μου και σύρε να σώσεις τους ραγιάδες του Ουρανού...». Τα ίδια λόγια είχε πει παλιότερα ένας μεγάλος ιππότης και προφήτης του Θεού, ο προφήτης Ησαΐας: «Πνεύμα Κυρίου έπ' εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμένους την καρδίαν, κηρύξαι αίχμαλώτοις άφεσιν καί τυφλοίς άνάθλεψιν… Κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Ησ. 61,1-2).

Αλλά ο Ιππότης του Σταυρού έπρεπε να φορέσει την αρματωσιά του, την πανοπλία του Θεού, όπως την ονομάζει ένας μεγάλος Ιππότης - αγωνιστής του Σταυρού, ο Απ. Παύλος: «ενδύσασθε την πανοπλίασ του θεού, τον θυρεόν της πίστεως. Τον θώρακα της Δικαιοσύνης. Την περικεφαλαίαν της σωτηρίας. Την Μαχαίραν του πνεύματος, ο εστί ρήμα Θεού (Β' κορινθ. 6, 7). Την πανοπλία του Θεού όπως την ονομάζει ο Χριστός «Λάβετε πνεύμα αγιον - πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα Εθνη… Βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός του Υιού καί του Άγιου Πνεύματος. Διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα οσα ένετειλάμην υμίν». (Ματθ. 28 19 -20). Και επορεύθη ο ταπεινός Ιππότης του Σταυρού. Πού επορεύθη όμως; Πού πήγε;

Τότε που ξεκίνησα το φθινόπωρο του 1946, πέρα από το λειτουργικό μου έργο, δε μπορώ να πω πως είχα ξεκαθαρισμένο το πρόγραμμα της ιεραποστολής μου. Σιγά - σιγά όμως με τον καιρό, με τις ανάγκες των περιστάσεων και με τη χάρη του Θεού ξεχώρισαν οι δρόμοι και οι στόχοι της πορείας μου. Και τώρα αργά πλειά στο τέρμα της πορείας μου θα μπορούσα να πω: ότι τρεις ήταν οι δρόμοι, τρία ήταν τα μέτωπα των προσπαθειών και των πνευματικών μου αγώνων.



Η χριστιανική παιδεία-Η Κοινωνική Διακονία-Ο Ευρύτερος Διεκκλησιαστικός (Οικουμενικός) Διάλογος και η Ειρήνη.

Α' Η Παιδεία

Ήμουν εκπαιδευτικός - Δάσκαλος των Θρησκευτικών Μαθημάτων στη Μέση Παιδεία (Δευτεροβάθμια σήμερο). Το έργο αυτό μου άρεσε, γέμιζε την ψυχή μου. Ήταν τα χρόνια εκείνα, που ο Δάσκαλος φορούσε ακόμη στο κεφάλι του το φωτοστέφανο του σεβασμού και της Παιδαγωγικής αυθεντίας. Το φωτοστέφανο αυτό δυστυχώς χάθηκε στους καιρούς μας μέσα σε συνδικαλιστικούς αγώνες, σε απεργίες, καταλήψεις και εμπρησμούς Σχολείων και διδακτηρίων... Ήταν τα χρόνια εκείνα, που το Σχολειό διατηρούσε ακόμη την Ιερότητά του και ήταν το Ιερό - άδυτο, όπου τελετουργείται το Μέγα Μυστήριο της ανθρώπινης τελε ίωσης (Λαιμπνίτς). Αν μετρήσομε τη σημερινή Παιδεία με τα λόγια αυτού του σοφού παιδαγωγού θα δούμε γιατί η σημερινή παδεία μας όλο αναβαθμίζεται και όλο γκρεμίζεται… Μου άρεσε το εκπαιδευτικό έργο γι' αυτό και μετά τη χειροτονία μου παρέμεινα εκπαιδευτικός, από το 1937 ως 1957, που έγινα Επίσκοπος.

Και μετά τη χειροτονία μου σε Επίσκοπο πάλι εξακολούθησα και εξακολουθώ να διδάσκω το λαό μας και τα παιδιά του Λαού μας (Σχολεία, Οικοτροφεία, ομιλίες συζητήσεις κ.λ.π.). Αλλά μιλώντας για τη στράτευσή μου στο μέτωπο της παιδείας, ήθελα πάλι να επανέλθω και να μιλήσω για τον βαθύτερο προβληματισμό μου, (τον είπα ήδη), που αναφέρεται στο θέμα Ελληνική Διανόηση και χριστιανική πίστη, Ελληνική Διανόηση και Ορθοδοξία. Από τα περιστατικά που ανάφερα πρωτύτερα και από τη στάση πολλών επιστημόνων, καλλιτεχνών, πολιτικών κ.λ.π. για τη χριστιανική πίστη μου δημιουργήθηκαν πολλά ερωτηματικά, μερικά από τα οποία αναφέρω σε γραπτό μου (Χριστός και Κόσμος, 1961). Έγραφα τότε: «Διατί το πλείστον των Ελλήνων διανοουμένων στέκεται έξω από την Εκκλησίαν; Μένει δηλαδή αδιάφορον; Πόσοι από τους μορφωμένονς της χώρας μας έχουν μια βαθύτερη, πέραν της κοινής Γυμνασιακής, χριστιανική μόρφωση και Παιδεία; Πόσοι εκκλησιάζονται κατά Κυριακή, πόσοι προσέρχονται στη Θ. Κοινωνία και πόσοι μελετούν την Αγ. Γραφή και το θρησκευτικό έντυπο;

Πόσοι χάνουν την ομολογίαν των:

Μπορούμε όμως, έλεγα τότε να αντιστρέψουμε τα ερωτήματα αυτά και να ρωτήσουμε; Για ποιους λόγους οι Διανοούμενοί μας στέκονται έξω από την Εκκλησία, μολονότι δεν παύουν να είναι χριστιανοί; Τι προσφέρει η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία μας στην Ελληνική Διανόηση για να την ικανοποιεί και να την προσελκύει; Εμείς πάντως δεν δυνάμεθα να εννοήσουμε πώς η μεγαλόπρεπη πνευματική στέγη της Εκκλησίας του Χριστού, που στέγασε και στεγάζει κατά καιρούς τις μεγαλύτερες διάνοιες και τα ευγενέστερα πνεύματα της ανθρωπότητας, δε δύναται τάχα να ικανοποιήσει και τη Διανόηση της χώρας μας και της εποχής μας. Και δεν δυνάμεθα ακόμη να εννοήσομε διατί πολλοί άνθρωποι των Γραμμάτων της χώρας μας δεν ικανοποιούνται από το πνεύμα του Χρυσοστόμου, του Βασιλείου, του Αυγουστίνου, του Πασχάλ, του Παστέρ, του Νεύτωνα και τόσων άλλων μεγάλων επιστημόνων και χριστιανών σοφών, ικανοποιούνται όμως τάχα από τα σκύβαλα του πνευματισμού, του τεκτονισμού, του Μαρξισμού, του Ινδουισμού και τόσων άλλων, κατωτέρας ποιότητος παραθρησκευμάτων της εποχής μας».



Αναζητούμε από την Νεοελληνική Διανόηση το βαθύτερο μεταφυσικό λόγο, που εμπνέει και ολοκληρώνει τον ανθρώπινο λόγο. Και μολονότι είμεθα οι Νεοέλληνες, Διάδοχοι και κληρονόμοι δύο μεγάλων πολιτισμών, του Αρχαίου Κλασικού και του Βυζαντινού-Χριστιανικού, δεν έχομε να επιδείξωμε μεγάλους χριστιανούς συγγραφείς σαν τον Ντοστογιέφσκυ στην Ανατολή ή σαν τον Μαριταίν (Μaritain) και Βερνανό (Bernanos) στη Δύση. Σκεφθήκαμε πολλές φορές ότι, όπως στον 4ο-5ο μ.Χ. αιώνα, στην κρίσιμη μετάβαση του αρχαίου κόμου στη χριστιανική εποχή, η Εκκλησία με τους μεγάλους Διδασκάλους και Θεολόγους της έκαμε τη σύνθεση της αρχαίας γνώσης με τη χριστιανική πίστη και δημιούργησε το χρυσό αιώνα και το Βυζαντινό πολιτισμό, το ίδιο και σήμερο, άνθρωποι της χριστιανικής παιδείας χρειάζεται να κάμομε τη νέα σύζευξη της σύγχρονης - πολύπλευρης κοσμικής γνώσης με το αιώνιο χριστιανικό πνεύμα. Κι από τη σύζευξη αυτή να δημιουργηθεί το νέο κοσμοείδωλο, ο νέος «ολοκληρωμένος ανθρωπισμός» κατά τον J. Maritain, που θα μας δώσει νέα συστήματα παδείας και νέους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, που θα αναπλάσουν το νέο, το μελλούμενο κόσμο.

Πάνω στο όραμα αυτό έχω αφιερώσει πολλές σκέψεις και προσπάθειές μου, (δημοσιεύματα, ομιλίες) και ιδιαίτερα πάνω στο όραμα αυτό οφείλεται η δημιουργία της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης για την οποία σας μίλησε ο κ. Παπαδερός. Η Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης δεν είναι Σχολικό, επιστημονικό Ίδρυμα ή φιλολογικό βήμα. Είναι ένα βήμα της Εκκλησίας για να μιλήσει με τη Διανόηση της χώρας μας και να κάνει το Διάλογο, τη σύζευξη Γνώσης και Πίστης στον καιρό μας και τον τόπο μας. Ευχαριστώ τον γεν. Διευθυντή της Οθροδόξου Ακαδημίας που συντονίζει το πρόγραμμά της και εύχομαι να ευλογεί ο Θεός το έργο της σ' αυτό το μοναδικό και ιδιαίτερο στόχο της.

Β. Κοινωνική Διακονία

Τα κοινωνικά προβλήματα, που δημιούργησε ο περασμένος 19ος αιώνας έγιναν εντονώτερα στο δικό μας, τον 20ο αιώνα. Οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, η βιομηχανική και τεχνολογική επανάσταση, η εκμετάλλευση των εργατικών μαζών, η Μαρξιστική ιδεολογία, που σκόρπισε στον κόσμο ολόκληρο ελπίδες, αλλά και διαψεύσεις, είχαν και στη χώρα μας τον αντίκτυπό των. Η Δεκαετία του ’40 με τόν Παγκόσμιο πόλεμο, την Κατοχή και τον δικό μας «εμφύλιο» δημιούργησαν και στη χώρα μας καταστάσεις, που δεν μπορούσαν ν' αφήσουν την Εκκλησία μας αδιάφορη. Νέος λαϊκός Θεολόγος και Ιερωμένος αργότερα, πήρα και γω θέση στα γεγονότα των καιρών και είπα θαρρετά τη γνώμη μου. Η Εκκλησία τον Χριστού που έχει τέκνα της και αγαπά όλους τους ανθρώπους, πλούσιους και φτωχούς, έχει ωστόοο καθήκον να υπερασπίζει τους φτωχούς και αδυνάτους.Τη θέση μου όμως αυτή την ξεχώριζα πάντα από την υλιστική Μαρξιστική ιδεολογία. Ήταν καθαρά χριστιανική. Ο χριστιανισμός, σκεπτόμουνα, έχει ένα δικό του τρόπο να μιλεί και να υπερασπίζει τη Δικαιοσύνη, τη Δημοκρατία, την Ελευθερία των λαών και των ατόμων.

Στα έτη 1951-52 πηγαίνοντας για σπουδές στη Γαλλία παρακολούθησα Μαθήματα χριστιανικής Κοινωνιολογίας (Λίλλη - Παρίσι) και είδα πως οι Ευρωπαϊκές Εκκλησίες (Καθολικές - Προτεσταντικές) είχαν μια θεωρητική διδασκαλία στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας και συγχρόνως παρουσίαζαν μια πρακτική εφαρμογή της με τη δημιουργία των χριστιανικών κομμάτων, (αυτά που ονομάζονται σήμερα στην Ευρώπη Λαϊκά Κόμματα) και βοήθησαν το πέρασμα των Ευρωπαϊκών Λαών (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) στις μεταπολεμικές Κοινωνίες, χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, όπως έγινε στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Χωρίς τα χριστιανικά αυτά κομμάτια η Δυτική Ευρώπη θα είχε τις περιπέτειες της Ανατολικής Ευρώπης. Η σημερινή Ευρωπαϊκή Κοινότητα οφείλει πολλά σ' αυτούς τους χριστιανικούς πολιτικούς οργανισμούς που, μ' όλα τα λάθη των, βοήθησαν στη Δημιουργία της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλα αυτά ενισχύσανε τις πεποιθήσεις μου για την κοινωνική προσφορά της Εκκλησίας. Το Κοινωνικό έργο στη Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου και αργότερα στη Γερμανία: Σχολές, Οικοτροφεία, το Αγροτικό Κέντρο στο Κολυμπάρι, το Τυροκομείο Σκάφης, Εργαστήρια Χειροτεχνίας των Γυναικών, οι Εταιρείες Λαϊκής Βάσης και πολλά άλλα δημιουργήθηκαν σαν προσφορά της Εκκλησίας στο Λαό μας. Στις σκληρές και παθιασμένες αντιπαραθέσεις των χρόνων εκείνων δεν έλειψαν οι παρεξηγήσεις για το πρόσωπο και το έργο μου. Παρεξηγήσεις που όχι μόνο ταλαιπώρησαν την Εκπαιδευτική και Ιερατική μου ιδιότητα, αλλά απείλησαν και την ίδια τη ζωή μου... Στις δοκιμασίες των καιρών εκείνων εύρισκα μεγάλη ανακούφιση στα λόγια του Απ. Παύλου:

" Εν παντί θλιβόμενοι αλλ' ου στεναχωρούμενοι,

άπορούμενοι, αλλ' ουκ έξαπορούμενοι

καταβαλλόμενοι, αλλ' ουκ άπολλύμενοι" (Β' Κορινθ. 4,8-10).

Και τα λόγια του Καρλάυλ (Ήρωες) μ' ανακούφισαν πολλές φορές: «Ο Ιερέας απαστράπτει εν μέσω γλυκείας λάμψειας ως φανός καταυγάζων τον καθημερινόν βίον. Ημείς προκρίναμε να επαινούμεν τον Ιερέα ήρωα, όστις πράττει ο,τι υπαγορεύει εις αυτόν ή συνείδησίς του καί εν τω ζήλω αυτού να ίδη πραγματοποιούμενα τα μεγάλα ιδεώδη, διάγει βίον ευγενή εν μέσω της δράσεως των συκοφαντών και των αντιδράσεων, πάσαν καταβάλλων προσπάθειαν όπως κάμει την οικουμένην

Βασίλειον τον Θεού…».



Γ' Χριστιανικός Διάλογος - Ευρώπη και Ειρήνη

Το 1939 Καθηγητής στο Ιδιωτικό Γυμνάσιο Χανίων (Κουμ - Καπί) διάβασα το βιβλίο του Αυστριακού Gutenhoven-Kallergis, Πανευρώπη, που μιλούσε για τη σημερινή Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στη σκέψη μου και στη συνείδηση μου το μέγα αυτό θέμα της Ενωμένης Ευρώπης. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος (1939-1945) με τις εκατόμβες, τις καταστροφές και τα εγκλήματά του, ένας πόλεμος που έγινε από χριστιανούς, εναντίον χριστιανών, πλήγωσε τη χριστιανική μου συνείδηση. Και συχνά τότε και αργότερα αναρωτήθηκα: τί έκαμαν οι Εκκλησίες των Ευρωπαϊκών Λαών για να αποτρέψουν αυτό το ματοκύλισμα. Κι όταν το 1945 μαζέ με τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, άρχισε να δραστηριοποιείται και ο Οργανισμός του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, αισθάνθηκα μεγάλη ανακούφιση και χαιρέτισα τις εργασίες της Α΄ Γενικής Συνέλευσης στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας το 1948 με το άρθρο μου εδώ στα Χανιά: «Ενώ ανασυντάσσεται η Χριστιανική Ευρώπη».

Τον Ιούνιο 1951 επιστρέφοντας από τη Γαλλία στην Ελλάδα πέρασα από τη Γενεύη, που ήταν, και είναι μέχρι σήμερα, τα Γραφεία του Π.Σ.Ε. (Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών). Εκεί γνώρισα το έργο του και τα τότε σημαντικά πρόσωπα του και είδα ότι με τις προσπάθειές του για την Ενότητα των χριστιανικών Εκκλησιών, καλλιεργεί και το κλίμα της Ευρωπαϊκής Ενότητας και της παγκόσμιας Ειρήνης. Το 1961 με άλλους αντιπροσώπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου πήρα μέρος στις εργασίες της Δεύτερης Γενικής Συνέλευσης του Π.Σ.Ε. στο Ν. Δελχί Ινδιών και το 1968 στη Γ' Γενική Συνέλευση στην Ουψάλα της Σουηδίας.

Αργότερα ως Μητροπολίτης Γερμανίας και πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Παλαιοκαθολικών και Λουθηρανών, είχα την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών και για θέματα που αφορούσαν την ενότητα των Ευρωπαϊκών Λαών και ευρύτερα την ειρήνη του κόσμου. Θέματα για τα οποία και δω στην Κρήτη, στη Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου, οργανώσαμε και φιλοξενήσαμε ειδικά Συνέδρια στην Ορθόδοξο Ακαδημία και στο Καστέλλι. Από ένα πλήθος εμπειριών και εντυπώσεων στον τομέα αυτό θα ήθελα να αναφερθώ μόνο σε δυο γεγονότα - περιστατικά.



α) Το ταξίδι στη Ρωσία

Το Σεπτέμβριο του 1966 ο τότε Μητροπολίτης Λένιγκραντ αοίδημος τώρα κυρός Νικόδημος, αρμόδιος των σχέσεων της Ρωσικής, εκκλησίας με τον έξω κόσμο, με εκάλεσε να επιστεφτώ τη Ρωσία. Πέρασα από το φίλο Μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετο και λειτούργησα στη Μόσχα και το Λένιγκραντ. Σε ένα δείπνο που παρέθεσε ο μακαρίτης Νικόδημος ήταν μεταξύ άλλων συνδαιτημόνων και ο επίτροπος παιδείας της περιοχής, στον οποίο εγώ είπα: Η επανάσταση σας έχει εγκαθιδρυθεί τώρα τόσα χρόνια στην Ρωσία. Έγινε αποδεχτή, όπως λέτε, από το Ρωσικό Λαό και δε φοβάστε καμιά αντίδραση. Γιατί λοιπόν δεν ανοίγετε τις εκκλησίες, δεν αφήνετε ελεύθερη την άσκηση της χριστιανικής λατρείας, δεν έχετε μαθήματα θρησκευτικών στα σχολεία σας; Η απάντηση του: Βέβαια, σεβασμιώτατε, δεν φοβούμαστε πλειά την αντίδραση της Εκκλησίας. Άλλωστε εμείς πιστεύουμε ότι σε λίγα χρόνια η χριστιανική πίστη θα εκριζωθεί από την ψυχή του Ρωσικού λαού. Αυτά έλεγε το 1966 ο Σοβιετικός υπουργός της Παιδείας. Αλλά είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια από τότε, σήμερο δηλ. το 1991, στη Ρωσία δεν εκριζώθηκε η χριστιανική πίστη, αλλά γκρεμίστηκε το αντιχριστιανικό Μαρξιστικό καθεστώς.

β) Το Kirchentag στο Βερολίνο

Τον Ιούλιο του 1977 παρακολούθησα στο τότε Δυτικό Βερολίνο Συνέδριο οργανωμένο από την Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, στο οποίο μεταξύ άλλων θεμάτων υπήρξε και συζήτηση για την Ειρήνη. Ο κύριος ομιλητής (Δρ. Ουίλλιαμς) παρουσίασε σε τοίχο 4 μεγάλους χάρτες της Ευρώπης.

1ος Χάρτης: τα σύνορα των Κρατών της Ευρώπης στις παραμονές του Α' Παγκοσμίου πολέμου.

2ος Χάρτης: τα σύνορα των Κρατών της Ευρώπης στο τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου.

3ος Χάρτης: τα σύνορα των Κρατών της Ευρώπης στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1939).

4ος Χάρτης: τα σύνορα των Κρατών της Ευρώπης στα τέλη του Β' Παγκοσμίου πολέμου.

Στον τελευταίο αυτό χάρτη υπήρχαν δυο μεγάλα τανκς. Το ένα στη Βαρσοβία και το άλλο στις Βρυξέλλες, (ΝΑΤΟ), με δυο πελώρια πυροβόλα στραμμένα το ένα προς τη Δύση και το άλλο προς την Ανατολή. Και ο ομιλητής κατέληξε: Κύριοι, αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα στην Ευρώπη. Αλλά η Εκκλησία του Χριστού είναι εδώ στη γη για να αλλάξει τις πραγματικότητες του κόσμου. Και μεις που είδαμε τόσες μεταβολές στα τελευταία χούνια προσθέτουμε πως, όταν θα γραφεί η ιστορία των μεταβολών που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, ασφαλώς θα γίνει πολύς λόγος και για τη συμβολή των Εκκλησιών σ' αυτές.

Αλλά μιλώντας για τις πορείες και τα οράματα που ανάφερα προηγουμένως παρέλειψα να μιλήσω για το λειτουργικό μου έργο. Όχι να σας πω πόσες λειτουργίες έκανα σαν Ιερέας και Επίσκοπος, αλλά για να πω ποια ήταν, ποια είναι η Μυστική Πηγή από την οποία αντλεί δύναμη ένας άνθρωπος που καθημερινά δαπανάται και συντρίβεται. Ποια η Μυστική Πηγή από την οποία αντλεί νέες δυνάμεις και ανακαινίζεται κάθε άνθρωπος που δουλεύει στο έργο του Θεού. Αλλά με τις προσπάθειες, τις πορείες και τους «πειρασμούς» που είπαμε στην ομιλία μας τι απόγινε άραγε ο Ιππότης του Σταυρού; Ο Ιππότης του Σταυρού αισθάνεται πως είναι καιρός να εναποθέσει την πανοπλία, που του έδωσε ο Θεός και να αναπαυθεί. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Στερνό όνειρο της ζωής μου ήταν να περάσω τα γηρατειά μου στην Κρήτη, στον τόπο μας και στο Λαό μας και να προσφέρω ως το τέλος τη Διακονία μου.

Κυρίες, κύριοι, εάν η αποψινή Εκδήλωση γινόταν στη Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου, ή στη Μητρόπολη Γερμανίας, οι ευχαριστίες μου θα έπρεπε να ειπωθούν στους ανθρώπους των περιοχών αυτών. Στη Μητρόπολη Κισάμου Σελίνου, που μικρή έστω και ταπεινή, με την αγάπη και τη συμπαράσταση των ανθρώπων της έδωσε την ευκαιρία σ' έναν Επίσκοπο να πει το μήνυμα του Θεού, σ' αυτή τη δύσκολη εποχή και πέρα από τον τόπο του, έχω πει ήδη τις ευχαριστίες μου με λόγια και με έργα. Τα ίδια θα έλεγα και για τη Μητρόπολη Γερμανίας. Αλλά μιλώντας απόψε στην εκδήλωση αυτή, που ομιλητές και ακροατές τη θεωρείτε «τιμητική» και γω την επαναπροσδιορίζω «σαν Μαρτυρία», έχω τη χαρά και το καθήκον να πω σε σας τις ευχαριστίες μου.

Κύριε Πρόεδρε της ΙΛΑΕΚ, φιλόλογοι και πνευματικοί Δημιουργοί, που τιμάτε και κοσμείτε αυτή την Σύναξη, σας ευχαριστώ γι' αυτό που σκεφθήκατε, να τιμήσετε όχι ένα άνθρωπο, αλλά το θεσμό και το πνεύμα που εκφράζει αυτός ο άνθρωπος, δηλ. την Εκκλησία. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον φιλόλογο κ. Βεζονιεράκη πού είχε την καλοσύνη να ασχοληθεί με τα γραπτά μου και να τα τιμήσει με τα ωραία του σχόλια. Παρακολουθώ και τιμώ το πνευματικό σας έργο. Τα άρθρα που δημοσιεύετε, τα ποιήματα που γράφετε, τις πνευματικές εκδηλώσεις που κάνετε στον τόπο μας αυτό. Επιτρέψατε μου ωστόσο να κάμω μια ευχή.

Οι Λόγοι σας, τα πνευματικά σας δημιουργήματα, θα είναι τόσο βαθύτερα και τόσο ουσιαστικότερα και ευεργετικότερα, όσο περισσότερο θα είναι εμπνευσμένα από τον «ΛΟΓΟΝ» του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου. - " Εν αρχή ην λόγος. Και ο Λόγος ην προς τον Θεόν. Και ο Θεός ην ο Λόγος..." (Ιωάν.α΄1). Ο Μονογενής και Λόγος του Θεού, Εκείνος είναι «ο ποιητής ουρανού και γης ορατών τε πάντων και αοράτων». Εκείνος είναι ο καλλιτέχνης και ο Ζωγράφος που Ζωγράφισε και καλλιτέχνησε την προσωπικότητα του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν του». Εκείνος είναι που έπλασε αθάνατο τον άνθρωπο. Κι όσοι κοινωνούνε από το Αίμα και το πνεύμα Του δημιουργούνε αθάνατα έργα κι οι ίδιοι μπαίνουνε στη δική του αθανασία.

Εδώ όμως θέλω να πω λόγο ευχαριστίας και στο Φιλολογικό Σύλλογο «Χρυσόστομο», που μας φιλοξενεί απόψε στην πνευματική του στέγη. Να τον ευχαριστήσουμε για ό,τι προσφέρει στον τόπο μας και να πούμε και δω την ευχή μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μεγάλος Μύστης της ιερωσύνης και μέγιστος τεχνίτης του Ελληνικού λόγου, πέρα από την ηρωική ομολογία του, έχει αφήσει 1450 ομιλίες (πραγματείες) και 250 επιστολές. Δεν θα μπορούσε άραγε έστω μια φορά το χρόνο ένας Φιλόλογος ή Θεολόγος από το Βήμα αυτό του Χρυσοστόμου, να μας παρουσιάζει ένα έργο του και να μυήσει τον τόπο μας και το Λαό μας στην πνευματική Κληρονομιά των Πατέρων της Εκκλησίας μας; Τ'αφήνομε κι αυτό απόψε ευχή και πρόταση στο αξιότιμο Συμβούλιο του «Χρυσοστόμου».



Κύριε Δήμαρχε των Χανίων, αγαπητοί Συμπολίτες. Η πρώτη μου επίσκεψη στα Χανιά πρέπει να 'γίνε όταν, μαθητής του δημοτικού Σχολείου, ήρθα μαζί με τον πατέρα μου, καβάλα στο γαϊδουράκι μας, από το Νεροχώρι Αποκορώνου μια καλοκαιρινή νύχτα, στα 1919 ή 1920 στην πόλη αυτή. Αλλά από το 1927 που γράφτηκα στο ιεροδιδασκαλείο της Αγιας Τριάδας και περνοδιάβαινα από τα Χανιά ως το 1957 που έγινα Επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου, η πόλη των Χανίων φιλοξένησε πολλές φορές εμένα και το έργο μου. Ως Καθηγητής των Θρησκευτικών δίδαξα σ' όλα σχεδόν τα σχολεία της, στο ιδιωτικό Γυμνάσιο Αλικιανού, στα Χανιά στα Γυμνάσια Αρρένων και Θηλέων (με γυμνασιάρχες τους μακαρίτες Στέφανο Μυλωνάκη, Αντώνη Αρχοντάκη, Αντώνη Σηφάκη), στην Εμπορική Σχολή, στη Γαλλική Σχολή, στην Εκκλησιαστική Σχολή (με τον αείμνηστο Πέτρο Μαράκη), στο Δαίδαλο. Λειτουργήθηκα και Λειτούργησα σ' όλες τις Εκκλησίες των Χανίων. Γνωρίστηκα με τους Άρχοντες της πόλης. Με τους Δημάρχους της, με τους Γενικούς Διοικητές, τους Νομάρχες, τους Στρατηγούς της, με τους Δικαστές της και μ' ένα πλήθος απλών ανθρώπων, συγγενών, φίλων, που με φιλοξενήσανε στα σπίτια των και στην αγάπη των, με ανθρώπους που ενθαρρύνανε τα πρώτα βήματα της ιερωσύνης μου και της διδασκαλίας μου και βοηθήσανε αργότερα το κοινωνικό μου έργο.

Τις ευχαριστίες μου, με την ευκαρία αυτή, θα ήθελα να πω και στις τοπικές εφημερίδες που φιλοξένησαν και φιλοξενούν ακόμη γραπτά μου. Και μαζί με τις ευχαριστίες μου. κ. Δήμαρχε, αγαπητοί Συμπολίτες, ήθελα να πω και τις ευχές μου στην πόλη των Χανίων. Η πόλη αυτή, που φιλοξένησε τον ταπεινό Ιππότη του Σταυρού, να μεγαλύνεται και να δοξάζεται• πάντα να φιλοξενεί τα αγαθά πνεύματα, κι' ανθρώπους που τα ενσαρκώνουν.

Το πνεύμα της Χριστιανικής Πίστης

Το πνεύμα του πατριωτισμού και της Ελευθερίας.

Το πνεύμα της ανθρωπιάς και της φιλοξενίας.

Το πνεύμα της αρχοντιάς και της δημιουργίας.

Όλες αυτές τις παραδόσεις που κάνουνε το μεγαλείο της Κρήτης.

Σεβασμιώτατε επίσκοπε Κυδωνιάς και Αποκορώνου κ. Ειρηναίε, μόλις προ ολίγου μιλήσατε για το πρόσωπό μου και είχατε την ευγένεια να πείτε λόγια αγάπης και τιμής για τον Πνευματικό Πατέρα και Διδάσκαλο σας στην Αγία Τριάδα. Αλλά εγώ ο ίδιος υπήρξα ταπεινός Μαθητής της Επισκοπής σας Κυδωνίας και Αποκορώνου. Βαπτίστηκα στο εκκλησάκι της Αγ. Μαρίνας στο Νεροχώρι Αποκορώνου. Κοινώνησα νήπιο και έφηβος πολλές φορές στην Εκκλησία αυτή και σ' άλλες Εκκλησίες της Επισκοπής σας. Κοινώνησα νήπιο... Πολλές φορές Γονείς και Δάσκαλοι λένε γιατί να πάμε τα παιδιά στην Εκκλησία; Δεν καταλαβαίνουν. Καταλαβαίνει άραγε το Νήπιο που θηλάζει το γάλα της Μητέρας του; Καταλαβαίνει γιατί θηλάζει και τι είναι αυτό που θηλάζει; Σίγουρα δεν καταλαβαίνει. Τρέφεται όμως και μεγαλώνει. Αργότερα θα καταλάβει. Και γω δεν καταλάβαινα τότε που νήπιο με κοινωνούσαν οι ευλαβικοί παπάδες του χωριού μου. Καταλάβαινε όμως ο Θεός. Καταλάβαινε η Μάνα Εκκλησία που με πότιζε και μ' έτρεφε με τη Μυστηριώδη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ναι, λειτουργήθηκα, Σεβασμιώτατε και προσευχήθηκα στα Εκκλησάκια της Επισκοπής σας. Εμπνεύστηκα από τα Μοναστήρια της. Και τελικά πήρα τη χάρη και τη δωρεά της ιερωσύνης από τον Επίσκοπό της. Το Μακαριστό Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου αοίδημο Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη.Εύχομαι Σεβασμιώτατε, να περιφρουρεί ο Θεός την Αρχιερατεία σας και να ευλογεί την Ιερά Επισκοπή Κυδωνιάς και Αποκορώνου. Κι από τα τόσα παιδιά, που γεννούν οι χριστιανές μανάδες της, η Πρόνοια του να διαλέγει νήπια και εφήβους και να τα κάνει Ιππότες του Σταυρού."