«Προσπαθούσα να συρθώ, κουραζόμουν, κοιμόμουν. Ξυπνούσα και έκανα ξανά το ίδιο». Η φωνή της Ρέσμα μόλις που ακούγεται. Είναι η γυναίκα που πρωταγωνίστησε στη μοναδική καλή είδηση που ήρθε από το Μπαγκλαντές από τη στιγμή που το εργοστάσιο ρούχων κατέρρευσε σκοτώνοντας περισσότερους από 1.100 ανθρώπους. Είναι η γυναίκα που ανασύρθηκε ζωντανή από τα χαλάσματα έπειτα από 17 ημέρες.

Όλο αυτό το διάστημα, που οι φωνές γύρω της εξαφανίζονταν σταδιακά, αναρωτιόταν αν ήταν σε αυτό τον κόσμο ή στον επόμενο, όπως παραδέχεται μιλώντας στο CNN. «Παρακαλούσα το Θεό να με πάρει, αν ήταν αυτή η επιθυμία του. Ή αλλιώς, να με σώσει. Αλλά να μην με αφήσει εκεί!», διηγείται.

Παντρεμένη με έναν άνδρα πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι η οικογένειά της δεν έδωσε αρκετή προίκα και τον Ιανουάριο εξαφανίστηκε, βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο για να καταφέρει να επιζήσει. Τα 60 δολάρια που έπαιρνε το μήνα ήταν σχεδόν διπλάσια από το μέσο μισθό των εργαζόμενων στη βιομηχανία ρούχων στο Μπαγκλαντές.

Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες ρωγμές στους τοίχους του εργοστασίου, οι εργάτες άρχισαν να ανησυχούν. Χτισμένο χωρίς άδεια, σε έναν βάλτο, η κατάσταση χειροτέρεψε όταν προστέθηκαν τέσσερις όροφοι στην αρχική πενταώροφη κατασκευή.

Στις 23 Απριλίου ο ιδιοκτήτης κάλεσε έναν μηχανικό για επιθεώρηση ώστε να καθησυχάσει τους εργάτες. Τρομοκρατημένος αυτός, όταν είδε τις κολώνες στον τρίτο όροφο, αποφάνθηκε ότι δεν θα έπρεπε κανείς να βρίσκεται μέσα στο κτίριο. «Θα μείνει όρθιο 100 χρόνια», ήταν η απάντηση του ιδιοκτήτη. Και είπε στους εργάτες ότι αν δεν δουλέψουν, δεν θα πληρωθούν.

Την επόμενη ημέρα η Ρέσμα πήρε τη συνηθισμένη θέση της για δουλειά. Κάποια στιγμή, έγινε διακοπή ρεύματος. Ακούστηκε μία τρομακτική βουή και τα πάντα άρχισαν να καταρρέουν. Το πάτωμα υποχώρησε κάτω από τα πόδια της: «Έπεφτα... κι έπεφτα». Μετά έχασε τις αισθήσεις της.

Το ψαλίδι ήταν ένα καθημερινό «εργαλείο» στη δουλειά της. Στο διάστημα που ήταν εγκλωβισμένη, το χρειάστηκε για άλλο λόγο. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα κάτω από τα χαλάσματα. Κάθε φορά που προσπαθούσε να κουνηθεί, τούφες ξεριζώνονταν από το κεφάλι της. Έψαξε γύρω της, βρήκε ένα ψαλίδι και έκοψε τα μαλλιά της. Ήταν πλέον ελεύθερη να ψάξει με τα χέρια και τα πόδια της έναν τρόπο να απεγκλωβιστεί.

Πώς επέζησε
Τρία λεπτά χωρίς αέρα. Τρεις ημέρες χωρίς νερό. Τρεις εβδομάδες χωρίς φαγητό. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που πρέπει να αποφύγει ο άνθρωπος για να επιβιώσει. Η Ρέσμα ήξερε πως έπρεπε να βρει νερό. Ανακάλυψε λίγο, σε ένα μπουκάλι, αμέσως μετά την κατάρρευση. Αλλά πόσος καιρός είχε περάσει από τότε; Ώρες, ημέρες, εβδομάδες; Μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να ξέρει. Οι φωνές αγωνίας γύρω της σταμάτησαν πριν πολύ καιρό. Σκοτάδι, σιωπή και απόγνωση.

Προσπαθούσε να συρθεί και τα ρούχα της σκίζονταν. Έσπρωχνε τα τούβλα... το ένα μικρό κενό οδηγούσε στο άλλο. Μία μικρή δίοδος αέρα ανάμεσα στα χαλάσματα. Έψαχνε φαγητό. Βρήκε τέσσερα κρακεράκια στα χαλάσματα και παρότι τα κατανάλωσε με φειδώ, δεν κράτησαν πολύ. Ξαναβρήκε νερό. «Δεν ήξερα από πού ήταν, αν ήταν βρόχινο, καθαρό ή βρώμικο. Δεν είχε σημασία».

Οι περιστάσεις την βοήθησαν. Ο αέρας που περνούσε μέσα από τις ρωγμές, τα κρακεράκια και το νερό που βρήκε της έσωσαν τη ζωή. Σύμφωνα με τους γιατρούς, ίσως την βοήθησε ακόμη και το απόλυτο σκοτάδι. Χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει την ημέρα από τη νύχτα, δεν ήξερε πόσο καιρό ήταν εκεί. Και μερικές φορές η άγνοια κάνει καλό.

«Πώς θα βγω γυμνή;»
Όλο αυτό το διάστημα προσευχόταν διαρκώς. Όταν όμως άκουσε φωνές άρχισε να προσεύχεται εντονότερα. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού έρχονταν. Χτυπούσε τους τοίχους γύρω της, όταν ξαφνικά είδε ένα αμυδρό φως.

«Σώστε με! Σώστε με!», φώναξε αλλά κανείς δεν την άκουγε. Συνέχισε. Οι διασώστες είχαν αποθαρρυνθεί και λιγοστέψει. Σχεδόν είχαν παραιτηθεί. Επί μία μία εβδομάδα δεν είχαν ανασύρει κανέναν ζωντανό. Ξαφνικά, άκουσαν τις φωνές της. Επί 45 λεπτά προσπαθούσαν να την απεγκλωβίσουν και την καθησύχασαν πως δεν θα φύγουν.

Τελευταία της ανησυχία, η διαπίστωση πως δεν φορούσε ρούχα. Είχαν σκιστεί στη προσπάθεια να συρθεί. «Είμαι κυρία. Πώς θα εμφανιστώ μπροστά σε όλους αυτούς γυμνή;», αναρωτήθηκε. Από το φως του φακού του διασώστη, είδε πως γύρω της υπήρχαν στοίβες με ρούχα. Άρπαξε κάποια και ντύθηκε. «Το πρόσωπό μου είναι βρώμικο από τη λάσπη, αλλά νομίζω ότι είμαι μια χαρά», ήταν η τελευταία της σκέψη κάτω από τα χαλάσματα.

Μία εβδομάδα αργότερα, νοσηλεύεται ακόμη. Δυναμώνει καθημερινά και οι εφιάλτες που έβλεπε κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της λιγοστεύουν. Αλλά για ένα πράγμα είναι σίγουρη. Δεν πρόκειται ποτέ ξανά να δουλέψει σε ένα τέτοιο εργοστάσιο.


iefimerida.gr