Στις 19 Μαϊου 1919, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη (15 Μαϊου 1919), ο Ατατούρκ φθάνει στη Σαμσούντα από θαλάσσης.

Πρόκειται για μία προσχηματική απομάκρυνση του Θεσσαλονικιού αξιωματικού του οθωμανικού στρατού από την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη.

Ο Οθωμανός Μονάρχης και οι κυβερνώντες της εποχής εκείνης θαυμάζουν μεν τις ικανότητες του Θεσσαλονικιού αξιωματικού, αλλά τον βλέπουν με μεγάλη δυσπιστία και καχυποψία. Αυτός ο δυναμικός, ξανθός, γαλανομάτης αξιωματικός που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που τότε λειτουργούσε στην πόλη Μοναστήρι (Μπίτολα στην ΠΓΔΜ), δεν συμμερίζεται καθόλου τις απόψεις της άρχουσας πολιτικής τάξης της Αυτοκρατορίας για τις πιθανές εξελίξεις της πολιτικής συγκυρίας της εποχής εκείνης.

Γι’ αυτό και τοποθετείται στις ακριτικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Το 1912 βρίσκεται στην Τριπολίτιδα της Λιβύης και αντιμετωπίζει τον ιταλικό στρατό που αποσπά την Λιβύη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στη συνέχεια τοποθετείται Στρατιωτικός Ακόλουθος στην Οθωμανική Πρεσβεία στη Σόφια, όπου τον βρίσκει η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ίδιος ζητά να σταλεί στο πολεμικό μέτωπο.

Το αίτημά του γίνεται αποδεκτό και διοργανώνει την άμυνα των Δαρδανελλίων αποκρούωντας τις επιθέσεις των Συμμαχικών Δυνάμεων της Συνεννόησης (Αύγουστος 1915).

Ύστερα από την επιτυχία αυτή τοποθετείται Διοικητής του Σώματος Στρατού στο Ντιγιάρμπακηρ. Προάγεται στον βαθμό του Στρατηγού και τοποθετείται Διοικητής της 7ης Στρατιάς που εδρεύει στο Χαλέπι (της Συρίας) και υπάγεται στην Γενική Διοίκηση της Στρατιωτικής Ομάδας «Κεραυνός» που είχε συσταθεί το 1917 με σκοπό την ανακατάληψη της Βαγδάτης.

Επικεφαλής αυτής της Ομάδας Στρατιωτικών Μονάδων είναι ο γερμανός Στρατηγός Φάλκενχαϊν, με τον οποίο ο Ατατούρκ διαφωνεί σε πολλά θέματα. Γνωστοποιεί τις διαφωνίες του στο Αυτοκρατορικό Υπουργείο Άμυνας, το οποίο όμως δεν τις συμμερίζεται, καλύπτοντας έτσι τον γερμανό στρατηγό.

Προσπάθεια προσεταιρισμού του Ατατούρκ από το αυτοκρατορικό περιβάλλον δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Συνοδεύει τον Διάδοχο του Θρόνου, τον Πρίγκηπα Βαχιντεττίν στο επίσημο ταξίδι του στο Βερολίνο και έτσι έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Στρατάρχη Χίνντενμπουργκ, τον Στρατηγό Λύντενντορφ και άλλους κορυφαίους αξιωματικούς του γερμανικού στρατού (1917).

Έτσι, λοιπόν, με την αιτιολογία της αντιμετώπισης των ταραχών που είχαν ξεσπάσει στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, ο Ατατούρκ τοποθετείται στην Επιθεώρηση της 3ης Στρατιάς που εδρεύει στην Ερζερούμη και ο ίδιος περιβάλλεται με έκτακτες αρμοδιότητες.

Ύστερα από προτροπή των Γερμανών, οι οποίοι, πέρα των καθηκόντων συμβούλου, ανέλαβαν υψηλές διοικητικές θέσεις στον οθωμανικό στρατό, οι αρχές της αυτοκρατορίας άρχισαν να εφαρμόζουν μία συστηματική πολιτική διωγμών των ελληνικών πληθυσμών.

Αυτή η πολιτική διωγμών εντάθηκε με την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912),κατά τον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέστη σοβαρό εδαφικό ακρωτηριασμό χάνοντας και τις εναπομείνασες ευρωπαϊκές εδαφικές κτήσεις της.

Η εδαφική συρρίκνωση της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών άρχισε ενωρίτερα, το β’ήμισυ του δέκατου-ένατου αιώνα.

Η εγκαθίδρυση της Β’ Συνταγματικής Μοναρχίας στις 23 Ιουλίου 1908 με την συνεπακόλουθη εκθρόνιση του σουλτάνου Αμπντουλμετζίτ τον Απρίλιο 1909, που εσήμανε την λήξη μιάς μακράς περιόδου απολύτου μοναρχίας και αυταρχικής διακυβερνήσεως , στην εσωτερική πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας είχε αποτελέσματα απογοητευτικά για τα ηγετικά στελέχη της πολιτικής οργάνωσης «Ένωση και Πρόοδος», τα οποία, εν τω μεταξύ, ανέλαβαν την διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας.

Διαπίστωσαν ότι, αντί ο εκδημοκρατισμός και η φιλελευθεροποίηση που επετεύχθησαν τότε, να διασφαλίσουν ένα πολιτικό πλαίσιο αρμονικής συμβίωσης των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς αυτής, δηλαδή με τους Τούρκους υπό την σκέπη του «Οθωμανισμού», έννοια που δεν εταυτίζετο με τον «Τουρκισμό», ενισχύοντο τα αντι-οθωμανικά, δηλαδή τα αντιτουρκικά αισθήματα των χριστιανικών πληθυσμών. Απότοκος της ενδυνάμωσης αυτών των αισθημάτων ήταν ο διακαής πόθος τους να αποσκιρτήσουν από το οθωμανικό κράτος, να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό.

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας δεν αποτελούσαν πλέον μόνο την αφορμή για οχληρές επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) στις εσωτερικές υποθέσεις της αυτοκρατορίας με πρόσχημα την προστασία τους και την παροχή εγγυήσεων για την προστασία αυτών στο θεσμικό πλαίσιο ενός θεοκρατικού πολιτικο-νομικού συστήματος ακατανόητου για τους δυτικούς. Εκ των πραγμάτων μετεβλήθησαν σε ισχυρούς μοχλούς εδαφικού διαμελισμού του οθωμανικού κράτους.

Το γεγονός δε ότι οι μη τουρκικοί πληθυσμοί –ακολούθησαν και οι Άραβες ( στην συντριπτική πλειοψηφία τους Μουσουλμάνοι) υποκινηθέντες από τους Άγγλους-προσέβλεπαν, για την σωτηρία τους, στις ξένες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, τις οποίες έβλεπαν ως απελευθερωτές, εγκυμονούσε σοβαρότατους κινδύνους ασφαλείας για το αποδυναμωμένο οθωμανικό κράτος.

Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας οδήγησε τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης «Ένωση και Πρόοδος» να εγκαταλείψουν την ιδέα της διασώσεως του «οθωμανικού» κράτους και να επιδοθούν στην προσπάθεια οικοδομήσεως ενός «εθνικού τουρκικού» κράτους. Για να γίνει αυτό έπρεπε οι μη τουρκικοί πληθυσμοί να «απομακρυνθούν» από τον εδαφικό κορμό του νέου τουρκικού κράτους. ‘Έπρεπε να εκριζωθούν οι αιτίες που οδήγησαν στην συρρίκνωση και στην αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κράτους κατ’ εξοχήν πολυεθνικού. Στα αχνάρια της πολιτικής αυτής βάδισε αργότερα και ο Κεμάλ Ατατούρκ.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων που ήταν η Γερμανία, η Αυστρο-ουγγρική Μοναρχία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πόλεμος εκείνος επέφερε το γκρέμισμα των ισχυρών ερεισμάτων της Ιεράς Συμμαχίας που κατέπνιγαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες των υπόδουλων εθνών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης , τα οποία ονειρεύοντο την ελευθερία και την αποτίναξη του αλλοεθνούς και αλλογενούς ζυγού.

Η κατάσταση αυτή επέτρεψε να φυσήξει παντού ο εύοσμος άνεμος της ελευθερίας και να γεμίσουν τα πνευμόνια όλων αυτών των υπόδουλων εθνών με την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος, με την προσδοκία της από αιώνων αναμενομένης αλλαγής προς το καλύτερο…….

Η Αρχή των Εθνοτήτων που πανηγυρικά διεκηρύχθη τότε, οδήγησε στην εξαφάνιση από τον πολιτικό χάρτη των δύο εκ των τριών πολυεθνικών αυτοκρατοριών που υπήρχαν έως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για την Αυστρο-ουγγρική Μοναρχία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στην επικράτεια αυτών εμφανίσθηκαν πολλά μικρά «εθνικά» κράτη. Ένα από αυτά είναι και το σύγχρονο τουρκικό κράτος. Όσο δε για την τρίτη πολυεθνική αυτοκρατορία, την Τσαρική Ρωσία, αυτή επέζησε ως Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, έως τις 25 Δεκεμβρίου 1991,οπόταν « διελύθη εις τα εξ’ ων συνετέθη».

Ακριβώς αυτή η διαδικασία της απελευθέρωσης των υπόδουλων εθνών με την πολιτική απαγκίστρωσή τους από την κυριαρχία του πολυεθνικού κράτους απέβη μοιραία για τον Ελληνισμό του Πόντου και της Μικράς Ασίας.

Ο τρόπος με τον οποίον εκριζώθηκαν από τα πατρώα εδάφη, υπήρξε τραγικός. Δυστυχώς, η πολεμική συγκυρία της εποχής και ο βίαιος πολιτικός μετασχηματισμός του πολυεθνικού οθωμανικού κράτους δια της αποσυνθέσεως αυτού, δεν επέτρεψαν την δημιουργία πρόσφορων συνθηκών για την παραμονή των πληθυσμών αυτών στην γη των προγόνων τους.

Όσο δε για τον «ασθενή του Βοσπόρου» που ψυχορραγούσε και είχε φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου, έχασε εδαφικές κτήσεις και το μεγαλείο ενός λαμπρού παρελθόντος, αλλά δεν ξεψύχησε….Αντίθετα, ξαναζωντάνεψε και γεμάτος σφρίγος και θέληση για ζωή, αποφάσισε να μην ξαναπάθει τα όσα έπαθε για να μην ξαναβρεθεί στον προθάλαμο του νεκροταφείου.

Στην Τουρκία η επέτειος της 19ης Μαϊου εορτάζεται ως Εθνική Εορτή Νεότητος και Αθλητισμού.

Σε όλη την χώρα διοργανώνονται μαθητικές γυμναστικές επιδείξεις.

Του Δρ. Βύρωνα Ματαράγκα
Διεθνολόγου