Στο... ξεφούσκωμα των τιμών των καυσίμων μέσα από τη μεγαλύτερη διαφάνεια στις συμβάσεις που συνάπτουν οι εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών με τα βενζινάδικα στοχεύει νομοθετική παρέμβαση του υπουργείου Ανάπτυξης.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΗτΣ» στο νομοσχέδιο για τον αγορανομικό κώδικα που αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή στις επόμενες δέκα μέρες περιλαμβάνεται κεφάλαιο με τέσσερα άρθρα τα οποία και καθορίζουν εκ νέου τις συμβάσεις χονδρικής εμπορίας καυσίμων.

Συνοπτικά, αποσυνδέουν τις τιμές χονδρικής πώλησης βενζίνης και ντίζελ από την απόσβεση των επενδύσεων που κάνουν οι εταιρείες εμπορίας στα πρατήρια, προσδιορίζουν τα είδη των εκπτώσεων, οι οποίες ταυτόχρονα θα αναγράφονται υποχρεωτικά στα τιμολόγια. Επιπλέον στις συμβάσεις θα γίνεται σαφής αναφορά για τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών χονδρικής.

Δεύτερη προσπάθεια
Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης είναι η δεύτερη φορά που αποπειράται να ρυθμίσει το επίμαχο θέμα των συμβάσεων ανάμεσα στην εμπορία και τη λιανική των καυσίμων. Η πρώτη είχε λάβει χώρα τον περασμένο Φεβρουάριο με νομοθετικό κείμενο το οποίο αποκάλυψε πάλι η «ΗτΣ». Το νέο περιεχόμενο είναι εμφανώς «στρογγυλεμένο» σε σχέση με τις προηγούμενες διατάξεις καθώς υπήρξαν αντιδράσεις από τη μεριά των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών.

Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με το τελευταίο κείμενο ? που είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης ανάμεσα στον γενικό γραμματέα Εμπορίου Στέφανο Κομνηνό και τους εκπροσώπους του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών, αλλά και των βενζινοπωλών προβλέπονται τα εξής: Αποσύνδεση τιμών από τις επενδύσεις στα πρατήρια.

Ένα από τα σημεία τριβής ανάμεσα στους βενζινοπώλες και τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, αλλά και αδιαφάνειας ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι τελευταίες αποσβένουν τις επενδύσεις που κάνουν στα πρατήρια. Μάλιστα οι πρατηριούχοι κατήγγειλαν συνεχώς ότι οι επιχειρήσεις προμήθειας καυσίμων διόγκωναν τις τιμές πώλησης προς αυτούς προκειμένου να βγάλουν τα έξοδα από το κόστος εγκατάστασης των πινακίδων, των στεγάστρων κ.λπ.

Με το άρθρο 3 της νομοθετικής παρέμβασης γίνεται από τη μία πλευρά σαφές ότι τα συγκεκριμένα θέματα θα αναφέρονται σε ξεχωριστό κεφάλαιο της σύμβασης που συνάπτουν τα δύο μέρη και από την άλλη προσδιορίζεται ο τρόπος αποπληρωμής αλλά και το τι δεν είναι επένδυση: «Σε περίπτωση παροχής οικονομικών και χρηματοδοτικών ανταλλαγμάτων ή πραγματοποίησης επενδύσεων από τις εταιρείες εμπορίας προς τον πρατηριούχο, η αξία, καθώς και ο τρόπος αποπληρωμής τους αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου της μεταξύ τους γραπτής σύμβασης.

Δεν συνιστά επένδυση προς την επιχείρηση λιανικής πώλησης η εγκατάσταση των διακριτικών ενδείξεων, σημάτων και διασχηματισμών της εταιρίας εμπορίας που αποβλέπουν στην προβολή των διακριτικών αυτής γνωρισμάτων (π.χ. μονολιθικά, φάσες, φωτοστήλες, στέγαστρα), εκτός από όσα τυχόν παραμείνουν προς όφελος του πρατηριούχου», αναφέρει το άρθρο, το οποίο επίσης προσδιορίζει και τον τρόπο αποπληρωμής: «Η αποπληρωμή της αξίας, των ανταλλαγμάτων ή επενδύσεων από τον πρατηριούχο πραγματοποιείται με καταβολή ποσοστιαίων δόσεων, σταθερών ή αποκλιμακούμενων, που καθορίζονται στη σύμβαση.

Στη σύμβαση προβλέπεται το δικαίωμα του πρατηριούχου να αποπληρώσει οποιαδήποτε στιγμή το οφειλόμενο, βάσει αναλογιστικής αποτίμησης, υπόλοιπο της αξίας του ανταλλάγματος ή της επένδυσης και να αποδεσμευτεί από την αντίστοιχη σύμβαση. Στην εν λόγω σύμβαση, θα περιλαμβάνονται, επίσης, ρήτρες αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο απόσβεσης τυχόν επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τις εταιρείες εμπορίας προς τους πρατηριούχους, και θα προσδιορίζονται κατά τρόπο διαφανή τυχόν επιπτώσεις της απόσβεσης του κόστους επενδύσεων στις πολιτικές παροχών και εκπτώσεων των εταιρειών εμπορίας προς τους πρατηριούχους».

ΟΙ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΟΧΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΡΑΤΗΡΙΟΥΧΟΥΣ
Πώς καθορίζονται οι τιμές χονδρικής

Με το νομοσχέδιο καθορίζονται ο τρόπος διαμόρφωσης της χονδρικής τιμής πώλησης των καυσίμων, αλλά και οι εκπτώσεις και παροχές προς τους πρατηριούχους.

Με το άρθρο 1 ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των συμβάσεων που συνάπτουν οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών με τους πρατηριούχους.

Πιο συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο αναφέρει:

«Στη σύμβαση, προσδιορίζονται, κατόπιν διαπραγμάτευσης της εταιρίας εμπορίας και του πρατηριούχου: α) η πιστωτική πολιτική, η πολιτική παροχών και εκπτώσεων συμπεριλαμβανομένων των απολογιστικών, β) το ύψος και η χρονική διάρκεια για την οποία θα χορηγούνται οι εκπτώσεις, γ) οι τυχόν απολογιστικές εκπτώσεις για αγορές συγκεκριμένης περιόδου, η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος», περιγράφει το νομοθετικό κείμενο το οποίο επίσης υποχρεώνει τις εταιρείες εμπορίας: «Το ύψος και η χρονική διάρκεια των εκπτώσεων που χορηγούνται, πλην των απολογιστικών, εμφανίζονται υποχρεωτικά στα εκδιδόμενα από τις εταιρείες παραστατικά έγγραφα».

Ένα από τα γκρίζα σημεία των συμβάσεων ήταν ακόμη και ο τρόπος διαμόρφωσης των τιμών χονδρικής πώλησης. Η παράγραφος 4 του άρθρου 1 αναφέρει: «Στην ίδια σύμβαση προβλέπεται, επίσης, ότι η χονδρική τιμή πώλησης των πετρελαιοειδών διαμορφώνεται εναλλακτικά με βάση:

α) τιμές αναφοράς μη προσδιορισμένων από τα συμβαλλόμενα μέρη και προσβάσιμες στον πρατηριούχο πλέον μεικτού περιθωρίου κέρδους. Στην ως άνω τιμή υπολογίζονται οι εκπτώσεις και παροχές της παραγράφου 2 του παρόντος.

β) την τιμή χονδρικής πώλησης που ανακοινώνουν οι εταιρείες εμπορίας καθημερινά στη ΡΑΕ για την περιοχή του κάθε πρατηριούχου, μείον τις εκπτώσεις. H τιμή αυτή χονδρικής πώλησης θα αναπροσαρμόζεται με βάση κριτήρια που θα είναι διαφανή και προσβάσιμα στον πρατηριούχο».

Απαγορεύεται, ακόμη, η μονομερή τροποποίηση των συμβάσεων και προσδιορίζει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών λέγοντας ότι αφορά και τα μισθωμένα και ιδιόκτητα βενζινάδικα: «Οι κατά τα ανωτέρω όροι της σύμβασης τροποποιούνται με έγγραφη συμφωνία των μερών. Τυχόν πρόβλεψη στη σύμβαση για μονομερή τροποποίηση από μέρους των εταιρειών εμπορίας όρων που αφορούν στις χορηγούμενες εκπτώσεις είναι άκυρη. Πρατηριούχοι, θεωρούνται και τα πρόσωπα στα οποία οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών εκμισθώνουν τα πρατήρια ή παραχωρούν τη χρήση τους (ιδιόκτητα ή μισθωμένα)».

ΤΟ 2ο ΑΡΘΡΟ
Πέντε χρόνια οι συμβάσεις

Στα πέντε χρόνια καθορίζεται η διάρκεια της σύμβασης, ενώ γίνεται πιο εύκολο το «σπάσιμο» της από τους πρατηριούχους. Με το άρθρο 2 ορίζεται η διάρκεια των συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας, αλλά και οι προϋποθέσεις για την παράτασή τους και ο χρόνος καταγγελίας τους.

«Η μέγιστη διάρκεια σύμβασης αποκλειστικής προμήθειας πετρελαιοειδών προϊόντων ορίζεται στα πέντε έτη. Η σύμβαση μπορεί να παραταθεί με γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων για ίσο χρόνο», αναφέρει το άρθρο 2 δίνοντας τη δυνατότητα και μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας: «Σε περίπτωση μίσθωσης από τον πρατηριούχο χώρων που είτε ανήκουν στην εταιρεία εμπορίας, είτε μισθώνονται από αυτήν από τρίτους, μη συνδεδεμένους με τον πρατηριούχο, η σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας μπορεί να είναι διάρκειας μεγαλύτερης της 5ετίας, που όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της μίσθωσης».

Και σχετικά με τη δυνατότητα καταγγελίας ορίζει: «Εφόσον η σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας είτε δεν συνοδεύεται από παροχή οικονομικών και χρηματοδοτικών ανταλλαγμάτων ή πραγματοποίηση επενδύσεων από την εταιρεία εμπορίας είτε η αξία αυτών έχει ήδη αποπληρωθεί, μπορεί να καταγγελθεί από μέρους του πρατηριούχου και χωρίς σπουδαίο λόγο, μετά την συμπλήρωση τριετίας, με τήρηση προθεσμίας έξι μηνών».


(του Χρήστου Κολώνα, Ημερησία, 25/5/2013)