Ακούραστος ερευνητής και φιλόλογος, ο Γενς υπήρξε πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου και αναδείχθηκε ως μία προσωπικότητα της οποίας η ηθική διάσταση αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τον πνευματικό κόσμο και την κοινωνία της χώρας.

Η καγκελάριος της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ εξέφρασε τα συλλυπητήριά της, χαιρετίζοντας "έναν από τους σημαντικότερους διανοουμένους της χώρας", σύμφωνα με τον εκπρόσωπό της Στέφεν Ζάιμπερτ. "Καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η φωνή του έδωσε τον τόνο στους κύκλους της διανόησης και της πολιτικής", πρόσθεσε ο ίδιος στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου.

Στα πύρινα άρθρα του, που είχε δημοσιεύσει σε πολλές εφημερίδες, ο Γενς είχε υπερθεματίσει για το δικαίωμα του διανοουμένου να παίξει τον ρόλο του υπερασπιστή της δημοκρατίας στην αναδυόμενη Γερμανία και υπήρξε ο εμπνευστής ενός πολιτικού λόγου θεμελιωμένου στον πολιτισμό και την ανεκτικότητα.

Η προσήλωσή του στην εικόνα ενός διανοουμένου μαχητικού και στρατευμένου του προσέδωσε χαρακτήρα που προσιδίαζε στους Γάλλους στοχαστές της εποχής των Φώτων και γι’ αυτό επονομάσθηκε από τους σύγχρονούς του "ο Βολτέρος της Γερμανικής Δημοκρατίας".

Ο ίδιος υποστήριζε τη συμφιλίωση μεταξύ των Εβραίων και των Χριστιανών στη Γερμανία και υπήρξε διαπρύσιος πολέμιος της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003.

Μολαταύτα, η αποκάλυψη μέσα στην ίδια χρονιά της δράσης του στα πλαίσια του ναζιστικού κόμματος κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου —ένα γεγονός που ο ίδιος υποστήριξε ότι ούτε καν θυμόταν— κηλίδωσε την άμεμπτη έως τότε εικόνα του. Ο γιός του Τίλμαν Γενς του είχε επιτεθεί δημοσίως, καταλογίζοντάς του πως τήρησε σιωπή γύρω απ’ αυτό το θέμα. "Όλοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως δεν υπήρξαν έστω και για λίγο ναζί δεν μπορεί να μην διαψευσθούν", είχε απαντήσει ο ίδιος.

Ο Γενς είχε δηλώσει πως είχε εγγραφεί «αυτόματα» στο ναζιστικό κόμμα έπειτα από το πέρασμά του στη Χιτλερική Νεολαία, αλλά είχε παραδεχθεί πως όφειλε να είχε δείξει μεγαλύτερη ειλικρίνεια γύρω από το θέμα αυτό νωρίτερα.

Ο ίδιος συνεργαζόταν στενά στις έρευνές του με τη σύζυγό του Ίγκε και το σημαντικότερο πόνημα που είχαν δημοσιεύσει μαζί αφορούσε την Κάτια Μαν, σύζυγό του συγγραφέα Τόμας Μαν, του οποίου το έργο την είχε επηρεάσει βαθύτατα.


iefimerida.gr