Σε στάση αναμονής βρίσκεται η ελληνική κοινή γνώμη αλλά και οι διεθνείς παρατηρητές εν όψει της σημερινής σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών στο Μαξίμου, η οποία αναμένεται να καθορίσει και τις εξελίξεις. Η κυβερνητική κρίση που προκάλεσε το κλείσιμο της ΕΡΤ, φέρνει πάλι στο προσκήνιο τα θεσμικά σενάρια που ισχύουν σε αυτές τις περιπτώσεις.

Μετά το αδιέξοδο που διαφαίνεται στις σχέσεις των τριών εταίρων και την άρνηση του Πρωθυπουργού να επιστρέψει στο status quo ante για την ΕΡΤ, ανοίγοντας το κανάλι και επαναπροσλαμβάνοντας τους απολυμένους εργαζομένους, όλα τα σενάρια πέφτουν στο τραπέζι και κυριαρχούν στις πολιτικές συζητήσεις:

1. Πρόταση μομφής

Η πρώτη απόπειρα για πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης έπεσε στο κενό. Την πρόταση έριξε το πρωί της Τετάρτης στο τραπέζι ο πρόεδρος των Ανεξάρτητων Ελλήνων Πάνος Καμμένος, παρά το γεγονός ότι το κόμμα του διαθέτει μόλις 18 βουλευτές, ενώ το Σύνταγμα απαιτεί τουλάχιστον 50 υπογραφές. Με δεδομένο ότι δεν έφταναν ούτε οι 18 βουλευτές της Χρυσής Αυγής, ενώ και το ΚΚΕ δεν ήταν διατεθειμένο να συμπράξει, ο μόνος που θα μπορούσε να κάνει πράξη την προφορική και άτυπη πρόταση μομφής των ΑΝ.ΕΛ. ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ των 71 βουλευτών. Η Κουμουνδούρου, ωστόσο, απέρριψε την πρόταση και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης υποστήριξε ότι «η κυβέρνηση δεν διαθέτει τη δεδηλωμένη στον λαό».

2. Πρόταση εμπιστοσύνης

Στο πολιτικό παρασκήνιο συζητήθηκε έντονα το ενδεχόμενο ο Πρωθυπουργός να κάνει ρελάνς για πρόταση εμπιστοσύνης, ρίχνοντας έτσι το γάντι για πτώση της κυβέρνησης στους κυβερνητικούς εταίρους.

Στην περίπτωση αυτή το σύνταγμα προβλέπει ότι αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης ή αντιστρόφως εγκριθεί η πρόταση μομφής, η χώρα δεν οδηγείται αυτομάτως σε εκλογές. Σε εκλογές καταλήγουν τα κόμματα μόνο στο τελικό στάδιο και με την προϋπόθεση να αποβούν άκαρπες οι διερευνητικές εντολές σχηματισμού κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 84 του Συντάγματος, η κυβέρνηση οφείλει συνεχώς να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η πρώτη ψήφος εμπιστοσύνης είναι υποχρεωτική και ζητείται από την κυβέρνηση μέσα σε 15 ημέρες από την ορκωμοσία του πρωθυπουργού, ωστόσο η κυβέρνηση μπορεί είτε με γραπτή είτε με δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η συζήτηση αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης και δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της. H ψηφοφορία διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για 48 ώρες, αν το ζητήσει η κυβέρνηση. Από εκεί και πέρα, πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 120 βουλευτές. Για παράδειγμα, μπορεί να γίνει αποδεκτή και με 131 «ΝΑΙ», με την προϋπόθεση όμως να μην ψηφίσουν περισσότεροι από 260 βουλευτές.

3. Πρόταση δυσπιστίας

Στη φαρέτρα της αντιπολίτευσης υπάρχει η πρόταση δυσπιστίας, η οποία, αν υπερψηφιστεί, σημαίνει και απόσυρση της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την κυβέρνηση. Εν αντιθέσει με την ψήφο εμπιστοσύνης, η πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 151, ανεξαρτήτως του αριθμού των ψηφισάντων. Σύμφωνα με το άρθρο 84 του Συντάγματος, πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας, ενδεχόμενο το οποίο δεν αφορά την παρούσα περίπτωση.

H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογεγραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών (50) και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση. Kατ' εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογεγραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151). H συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας αρχίζει και αυτή μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία και αυτή δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της.

4. Διερευνητικές εντολές

Αν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής αυτομάτως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει την κυβέρνηση από τα καθήκοντά της και κηρύσσει την έναρξη της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών. Αυτό ακριβώς συνέβη τον περασμένο Μάιο και Ιούνιο, με τις διερευνητικές του Μαΐου να καταλήγουν άκαρπες, ενώ αυτές του Ιουνίου να οδηγούν στην τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Κάθε διερευνητική εντολή διαρκεί το πολύ τρεις ημέρες και μπορεί να φτάσει μέχρι και το τρίτο σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμμα.

Πρόωρες εκλογές

Σε περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου τον σχηματισμό κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή.

Πότε πρέπει να γίνουν οι πρόωρες εκλογές

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η προεκλογική περίοδος αρχίζει την ημέρα που θα θυροκολληθεί στη Βουλή το διάταγμα διάλυσής της. Οι εκλογές θα πρέπει υποχρεωτικά να διεξαχθούν εντός 30 ημερών, οι οριζόμενες από το Σύνταγμα προθεσμίες ωστόσο δείχνουν ότι δεν μπορούν να διεξαχθούν πριν να περάσουν 21 ημέρες από τη διάλυση της Βουλής. Από εκεί και πέρα αρχίζει επίσημα η προεκλογική περίοδος και τρέχουν οι -ενδιαφέρουσες- προθεσμίες τις οποίες το Σύνταγμα και η εκλογική νομοθεσία ορίζουν με ακρίβεια ημέρας.

Η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ διαρρέουν σενάρια αλλαγής Πρωθυπουργού

Στελέχη της ΔΗΜΑΡ «έδειξαν» τρίτο δρόμο για άρση του κυβερνητικού αδιεξόδου: την αναζήτηση σχηματισμού νέας κυβέρνησης με νέο πρωθυπουργό από την παρούσα Βουλή.

Κατά τις διαρροές στελεχών της ΔΗΜΑΡ τη λύση αυτή τη δίνει το ίδιο το Σύνταγμα, καθώς στην περίπτωση απώλειας της δεδηλωμένης ο πρωθυπουργός καταθέτει την «εντολή» στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ανοίγει τον γνωστό κύκλο των διερευνητικών εντολών.

Ο βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Γρηγόρης Ψαριανός, πρότεινε επισήμως μια τέτοια λύση σε συνεδρίαση του ηγετικού οργάνου του κόμματός του, ζητώντας ευθέως να παραμείνει η σημερινή κυβέρνηση συνεργασίας αλλά με άλλον πρωθυπουργό.

Στελέχη της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ παρέπεμπαν στο φθινόπωρο του 2011 όταν ο Γιώργος Παπανδρέου έχασε την πρωθυπουργία και οδηγηθήκαμε στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου χωρίς να στηθούν κάλπες.
Για να καρποφορήσει ωστόσο μια τέτοια λύσης θα πρέπει η πλειοψηφία των «γαλάζιων» βουλευτών να την αποδεχθούν ώστε η χώρα να αποκτήσει νέα κυβέρνηση χωρίς εκλογές. Εάν αρνηθούν να «ρίξουν» τον κ. Σαμαρά, οι κάλπες θα είναι μονόδρομος όπως αναφέρουν βουλευτές των δύο κομμάτων.

Μητσοτάκης-Λοβέρδος το είπαν δημόσια

Προ μηνών υπήρξε δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι «αυτή η Βουλή μπορεί να δώσει κι άλλες κυβερνήσεις» - εάν χρειασθεί.

Σχετική δήλωση έκανε και ο Ανδρέας Λοβέρδος, εμφανίζοντας ως λύση είτε την υποχώρηση της ΝΔ είτε τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης από την παρούσα Βουλή.


iefimerida.gr