Την Τρίτη το βράδυ η ΕΡΤ «σίγησε» και μαζί της έσβησε μια για πάντα ένα μέρος της συλλογικής μας συνείδησης, ο «τσοπανάκος» στο σήμα της Δημόσιας Τηλεόρασης (ευτυχώς δεν έχουμε ξεχάσει ακόμα τον Εθνικό μας Ύμνο που τον ακολουθούσε).

Με μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου και μέσα σε λίγες ώρες πάνω από 2500 χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν στο δρόμο, σε μια περίοδο που η ελληνική πλευρά έπρεπε να τηρήσει τις δεσμεύσεις της απέναντι στην Τρόικα για 2000 απολύσεις μέσα στον Ιούνιο, και ταυτόχρονα να στρέψει τα βλέμματα μακριά από το Βατερλό με την Gasprom που άνοιξε νέα τρύπα στα προβλεπόμενα δημόσια έσοδα.

Αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι εκ πρώτης όψεως το πλαίσιο μέσα στο οποίο «θυσιάστηκε» ο «τσοπανάκος» και μαζί του, έστω και προσωρινά θα δεχτώ, η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση που μεταδίδει, με τους … «διεφθαρμένους, κηφήνες υπαλλήλους της», το εθνικό μας «Είναι» στην ομογένεια και τα ακριτικά νησιά.

Όμως η συνολική εικόνα που αφορά το πλαίσιο και την εξήγηση για τα όσα συμβαίνουν σήμερα νομίζω ότι ξεφεύγει από τον μικρόκοσμο της επιτόπιας ανάλυσης, χρονικής και χωρικής και δεν σχετίζεται καθόλου με το «εδώ και τώρα» της Ελλάδας αλλά με το επέκεινα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, στο οποίο κανένας «τσοπανάκος» δε χωρεί.

πριν προχωρήσεις άκουσέ τον



μη φύγεις πριν δεις το μέλλον που σου ετοιμάζουν

Ζούμε τις ιστορικές αλλαγές ενός οικονομικού συστήματος που καθορίζει κατά το δοκούν και για την διασφάλιση της επιβίωσής του, τη σχέση μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού αλλά και τη θέση και τα δικαιώματα των πολιτών μέσα σε αυτό.

Από το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα και μέχρι το 1970, το οικονομικό σύστημα βασιζόμενο στο Φορντικό μοντέλο ανάπτυξης, συνεπάγονταν οικονομική ανάπτυξη μέσα από ένα καλά σχεδιασμένο κύκλωμα μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης, στο οποίο ο εργάτης - «τσοπανάκος» από εδώ και πέρα για τις ανάγκες του άρθρου- αντιμετωπίζεται ως φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που παράγει.

Είναι η εποχή που εμφανίζεται, με την ανοχή αν όχι την παραίνεση των αστών εργοδοτών, το κοινωνικό κράτος, η κοινωνική ασφάλιση, η δημόσια υγεία καθώς ο «τσοπανάκος» έπρεπε να είναι υγιής, αποδοτικός και ευχαριστημένος, για να παράγει αυτά που με τον καλό μισθό του θα καταναλώσει, ώστε να μη διαρρηχθεί η διασύνδεση ανάμεσα στη μαζική παραγωγή και τη μαζική κατανάλωση, αναγκαία για να αναπαραχθεί η διαδικασία παραγωγής.

Ο ίδιος ο Φορντ, διορατικός και ευφυής καπιταλιστής, έλεγε ότι για κάθε δολάριο επιπλέον που δίνει στον εργαζόμενό του, κερδίζει πολλαπλάσια από αυτά που ξοδεύει καταναλώνοντας, μιας και η σπατάλη για ανούσια πράγματα όπως το αλκοόλ, απαγορεύονταν από την Προτεσταντική Ηθική.

Το φορντικό μοντέλο ανάπτυξης εμπεριέχοντας τα βασικά χαρακτηριστικά της κεϋνσιανής πολιτικής ανθεί, ενώ το Δημόσιο αναλαμβάνει για χάρη του Ιδιωτικού Τομέα και της οικονομικής ανάπτυξης το well being του «τσοπανάκου».

Από το 1970 και μετά, η (πετρελαϊκή) οικονομική κρίση, ο ανταγωνισμός εξ’ ανατολών, οι τεχνολογικές μεταβολές και η εφαρμογή νέων συστημάτων διοίκησης φέρνουν στο προσκήνιο ένα διαφορετικό (ή όχι και τόσο διαφορετικό για κάποιους αναλυτές) μοντέλο ανάπτυξης.

Είναι η εποχή του μεταφορντισμού που σηματοδοτεί την εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισμού και ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης το οποίο σε επίπεδο κρατικής πολιτικής περιλαμβάνει περιορισμό του κράτους πρόνοιας, επιλεκτικές στρατηγικές ιδιωτικοποίησης, και υποχώρηση της πλήρους απασχόλησης, δίνοντας σταδιακά θέση σε πιο ευέλικτες μορφές εργασίας.

Ο νεοφιλευθερισμός είτε σε μια πιο light εκδοχή του είτε όταν εφαρμόζεται πιο σκληροπυρηνικά, σμιλεύει σταδιακά νέες μορφές του «τσοπανάκου», άλλοτε του μόνιμα απασχολούμενου σε ασφαλείς συνθήκες και άλλοτε του υποαπασχολούμενου με υποβιβασμένους εργασιακούς όρους.

Από εδώ και πέρα ξεκινά ταυτόχρονα και η γιγάντωση του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο αυτονομείται σε σχέση με τη βιομηχανική παραγωγή ενώ η συνεργασία παγκόσμιων τραπεζών και χρηματιστικών κέντρων φέρνει τον καπιταλισμό σε νέα εποχή.

Ο «τσοπανάκος» έχει τη θέση που του αναλογεί και σε αυτό το στάδιο.

Με την αυταπάτη ότι μπορεί να στέκεται στο ίδιο τραπέζι συνδαιτυμόνας και επί ίσοις όροις, «χρεώνεται» την ανάγκη του οικονομικού συστήματος να δημιουργεί χρέος για να επιβιώσει.

Η πρώτη «φούσκα» αυτού του συστήματος σκάει το 2008 στην Αμερική επιβεβαιώνοντας την ανησυχία ότι οι «αγορές» θα εκτροχιάσουν και την πραγματική οικονομία.

Είναι σαφές ότι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα διέρχεται σε μια περίοδο κρίσης και έχοντας εξαντλήσει σχεδόν τα όρια εντατικής και εκτατικής ανάπτυξής του, αποζητά πια την κερδοφορία από τον έλεγχο της ενέργειας και των φυσικών πόρων.

Είμαστε στο κατώφλι της εποχής της Πράσινης Ανάπτυξης.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να δημιουργηθούν νέοι συσχετισμοί μεταξύ Δημόσιου - Ιδιωτικού τομέα και «τσοπανάκου» που θα επιτρέψουν την επανεκκίνηση της οικονομίας προς όφελος της συσσώρευσης.

Σε αυτήν την σύμπραξη οι δύο πρώτοι, σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιόδους, δεν χρειάζεται να ενσωματώσουν καμία μορφή του «τσοπανάκου», είτε είναι νέος, είτε συνταξιούχος, είτε υποαπασχολούμενος, είτε νεόπτωχος.

Στη μέχρι τώρα Σύμπραξη Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ, εδώ χρησιμοποιείται σα λογοπαίγνιο), το Δημόσιο από τη μια κρατικοποιεί το ιδιωτικό χρέος και από την άλλη, αφήνει χώρο για ιδιωτικοποιήσεις σε δημόσια αγαθά όπως για παράδειγμα το νερό που έχει χαρακτηριστεί ως η επενδυτική ευκαιρία του αιώνα.

Το μέλλον του «τσοπανάκου» σε αυτή τη Σύμπραξη είναι αβέβαιη.

Η χρησιμότητά του μετριάζεται στο ελάχιστο και ενεργεί παθητικά μέσα σε συνθήκες που καθόλου δεν μπορεί να ορίσει και δεν καλείται κιόλας να ορίσει καθώς έχει γίνει αντιληπτό, περισσότερο από ποτέ, ότι είναι αναλώσιμος αν όχι περιττός σε κάποιες περιπτώσεις.

Αν ακούσεις και δεις προσεκτικά τον «τσοπανάκο» της ΕΡΤ, αν τον κοιτάξεις διαχρονικά θα ανακαλύψεις ότι του μοιάζεις.

Γιατί αν δεις, πέρα από το εδώ και τώρα, και μακριά από τον μικρόκοσμο σου ίσως ανακαλύψεις ότι στο μέλλον που σου ετοιμάζουν θα είσαι απλά ένας αναλώσιμος δούλος.

«Ο τσοπανάκος» της ΕΡΤ θα μπορούσε να σταματήσει αυτή την λαίλαπα;

Άκουσέ τον, μην τον ξεχνάς

Ελένη Ζουμαδάκη