Το γεγονός ότι η Τουρκία εξετάζει μία προσφορά για την αγορά αντιβαλλιστικών πυραύλων και συστημάτων αεράμυνας από την Κίνα έχει ενοχλήσει το ΝΑΤΟ που θέτει ζητήματα συμβατότητας και πολιτικών επιπτώσεων.

«Η Τουρκία έχει κάθε δικαίωμα να κάνει τις επιλογές της στα συστήματα αεράμυνας, όμως δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τη λογική της επιλογής ενός κινέζικου συστήματος που δε διαθέτει καμία διαλειτουργικότητα με τις υπάρχουσες νατοϊκές προμήθειες», σχολίασε, ανωνύμως, ένας ανώτερος διπλωμάτης που υπηρετεί σε πρεσβεία συμμαχικής χώρας στην Άγκυρα.

Η κινέζικη προσφορά αναμένει το τελικό «ναι» ή «όχι» του πρωθυπουργού, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του υπουργού Άμυνας, Ισμέτ Γιλμάζ, ενώ οι αρμόδιες στρατιωτικές επιτροπές την έχουν ήδη κρίνει συμφέρουσα σε τεχνικό, οικονομικό και στρατηγικό επίπεδο.

Οι ανταγωνιστές είναι η αμερικανική Raytheon που προμηθεύει τα Patriot, η ρώσικη Rosoboronexport που διαθέτει τους S-300, η Κίνα με το σύστημα HQ-9 και η γαλλο-ιταλική Eurosam ,κατασκευάστρια του SAMP/TaSTER 30.

«Εκτός των προβλημάτων συμβατότητας, υπάρχουν και θέματα ασφαλείας. Η Τουρκία θα χρειαστεί να μοιραστεί δεδομένα για να συνδεθεί η δική της αεράμυνα με τα αντίστοιχα ΝΑΤΟϊκά συστήματα και, κυρίως, με τα δεδομένα του συστήματος αναγνώρισης «Φίλος ή εχθρός» (Identify Friend or Foe System). Αυτό είναι ένα άκρως απόρρητο σύστημα το οποίο δεν είναι δυνατόν να εγκατασταθεί σε κανένα κινέζικο όπλο», αναφέρει ένας αναλυτής.

«Αν η κυβέρνηση της Άγκυρας αγοράσει τέτοια κινεζικά αμυντικά συστήματα θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση η γεωπολιτική τροχιά της Τουρκίας», δήλωσε δυτικός διπλωμάτης.

zougla.gr/Μάριος Μπουμπής