Στις 3 Ιουλίου 2013, υπό τις επευφημίες εκατομμυρίων Αιγυπτίων που ξεχύθηκαν και πάλι στους δρόμους των αιγυπτιακών πόλεων, ο στρατηγός Αμπντέλ Φατάχ Αλ- Σίσσι, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων, ανακοίνωσε από τηλεοράσεως την καθαίρεση του Προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι.

Ανακοινώνοντας δημοσίως την ανατροπή του Προέδρου Μόρσι, ο στρατηγός Αλ-Σίσσι, ήταν περιστοιχισμένος από τους ηγέτες της αντιπολιτεύσεως, τον Μέγα Ιμάμη Άχμεντ Τάϋγεμπ του περιώνυμου Πανεπιστημίου Αλ Άζχαρ του Καϊρου, τον Πατριάρχη των Κοπτών Ταουαντρός Β’ και από εκπροσώπους των κινημάτων νεολαίας.

Το γεγονός αυτό δεν έχει μόνο επικοινωνιακό χαρακτήρα. Εκπέμπει το μήνυμα ότι δεν πρόκειται για την πρωτοβουλία μιάς ομάδας/ενός συνδέσμου (χούντας) αξιωματικών να ανατρέψουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο.

Ο στρατός παρεμβαίνει με την υποστήριξη των κυριοτέρων θρησκευτικών παραγόντων της χώρας, ενός σημαντικού τμήματος της αντιπολιτεύσεως συμπεριλαμβανομένων των σαλαφιστών του κόμματος Αλ Νουρ (πρόκειται για ένα πολύ συντηρητικό ισλαμικό κίνημα) και του δικαστικού μηχανισμού.

Ο κ. Μοχάμεντ Μόρσι, υποψήφιος των «Αδελφών Μουσουλμάνων», εξελέγη στις 30 Ιουνίου 2012 με ποσοστό 51,73%.

Η ανικανότης των «Αδελφών Μουσουλμάνων» να κυβερνήσουν δεν άργησε να φανεί.

Με μία οικονομία σε ελεύθερη πτώση, ο κ. Μόρσι και οι συνεργάτες του προτίμησαν να επιδοθούν στη σύσφιξη των σχέσεων με τα πλέον ριζοσπαστικά κινήματα, στην υλοποίηση μιάς θεοκρατικής θεματολογίας, η οποία τρόμαξε τους αγωνιζόμενους για δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, χειραφέτηση των γυναικών, ισονομία και προστασία των μη-Μουσουλμάνων, ενώ η καθημερινότης των Αιγυπτίων υποβαθμιζόταν απελπιστικά.

Οι βιαιότητες κατά των γυναικών, οι επιθέσεις εναντίον χριστιανικών ναών και κληρικών καθώς και το λιντσάρισμα τεσσάρων σιϊτών στις 23 Ιουνίου, επιβάρυναν την όλη ατμόσφαιρα της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.

Ο διορισμός από τον κ. Μόρσι ως Νομάρχου του Λουξόρ ενός πρώην μέλους της τρομοκρατικής ομάδας «Γκαμάα Αλ-Ισλαμίγια», η οποία είχε διαπράξει μία ομαδική δολοφονία ξένων περιηγητών στο Λουξόρ το 1997, υπήρξε αποκαλυπτική των προθέσεών του ή της επικίνδυνης ανικανότητάς του.

Ο στρατός της Αιγύπτου κινείται στην γραμμή της ομάδας των «Ελεύθερων Αξιωματικών» που κατέλαβε την εξουσία στην Αίγυπτο στις 21 Ιουλίου 1952 και ανέτρεψε τον βασιλιά Φαρούκ (1936-1952). Ιδιαίτερα, ακολουθεί την πολιτική γραμμή ,που χάραξε ο εμπνευστής και καθοδηγητής αυτού του κινήματος ο Γκαμάλ Αμπντ-ελ-Νάσερ (1918-1970).

Οι «Ελεύθεροι Αξιωματικοί» διεπνέοντο από τον αραβικό εθνικισμό, ο οποίος όμως είχε αιχμές κυρίως αντιβρετανικές, την κοινωνική δικαιοσύνη και τον εκσυγχρονισμό του αιγυπτιακού κράτους.

Ο εκσυγχρονισμός του αιγυπτιακού κράτους δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο με την εισαγωγή ευρωπαϊκών/δυτικών προτύπων, όπως ακριβώς είχε πράξει πριν από ένα τέταρτο του αιώνα ο Κεμάλ Ατατούρκ, τον οποίον ο Νάσερ είχε ως πρότυπο.

Όμως ο εκσυγχρονισμός ενός αραβικού μουσουλμανικού κράτους, όπως είναι η Αίγυπτος, διά της εισαγωγής νέων ιδεών και συστημάτων στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, συνεπάγεται απαραιτήτως την αποστασιοποίηση από την θεοκρατία, για να μη πω την αποκήρυξη αυτής.

Η αναγκαία αποστασιοποίηση από την θεοκρατία, ακόμα και η αποκήρυξη αυτής, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει αθεϊα, ούτε συνεπάγεται την προσβολή του θρησκευτικού συναισθήματος του λαού.

Στην Αίγυπτο, χώρα αραβική και μουσουλμανική, όπου ο Ιερός Νόμος του Ισλάμ (Σαρία) εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του θετικού δικαίου αυτής, μία πολιτική εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμίσεως, όπως αυτή που ονειρευόταν ο Νάσερ για την χώρα του, ευνοείται, δηλαδή διευκολύνεται, με την εκκοσμίκευση του κράτους, όπως ακριβώς έπραξε ο Κεμάλ Ατατούρκ στην Τουρκία.

Δυστυχώς ο Νάσερ, παγιδευθείς για πολλά χρόνια στην πολεμική λογική της αραβο-ισραηλινής διενέξεως, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ούτε το ελάχιστο των όντως καινοτόμων μεταρρυθμίσεων, που ο Κεμάλ Ατατούρκ πραγματοποίησε στην Τουρκία.

Όσο δε για τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» (ιχουάν μουσλιμίν), είναι ένα από τα ισχυρότερα ισλαμικά κινήματα που αποτέλεσε την μεγαλύτερη δύναμη αντιπολιτεύσεως σε πολλές αραβικές χώρες.

Ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928 από τον Μουσουλμάνο λόγιο Χασάν αλ Μπάννα ως ένα πανισλαμικό θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Διακηρύσσει το σουννιτικό Ισλάμ, την εγκαθίδρυση Ισλαμικής Δημοκρατίας, όπου ο Ιερός Νόμος του Ισλάμ (Σαρία) θα διέπει αποκλειστικά την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή.

Τα μουσουλμανικά κράτη θα πρέπει να γίνουν «Ισλαμικά Χαλιφάτα», όπου οι σχέσεις των ανθρώπων θα ρυθμίζονται από το Κοράνι, την Ιερά Βίβλο των Μουσουλμάνων, και την Σούννα του Προφήτη, δηλαδή την παράδοση του Μωάμεθ.

Είναι ένα συντηρητικό θρησκευτικό κίνημα, εχθρικό προς την κοσμική νομοθεσία, δηλαδή τους νόμους που θεσπίζουν οι άνθρωποι, και πρεσβεύει την απομόνωση των γυναικών και των μη-Μουσουλμάνων από τον δημόσιο βίο.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» έγιναν βασικός πολιτικός παράγον στην Αίγυπτο. Το κήρυγμά τους προσέφερε μία αρχή ενιαίας προσπάθειας, σύμφωνα με την οποία θα συνεχιζόταν ο αγώνας εναντίον των Άγγλων και της διαφθοράς.

Μετά την κατάληψη της εξουσίας από την ομάδα των «Ελεύθερων Αξιωματικών» το 1952, οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», με τους οποίους κάποιοι στρατιωτικοί διατηρούσαν στενές σχέσεις, ήταν η μοναδική πολιτική οργάνωση που είχε εξαιρεθεί από την απόφαση διαλύσεως των πολιτικών κομμάτων.

Όσο οι διακηρύξεις και η συμπεριφορά των «Αδελφών Μουσουλμάνων» μπορούσαν να εναρμονισθούν με τον συνδυασμό του αραβικού εθνικισμού, της (μουσουλμανικής) θρησκείας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που συνέθεταν την ιδεολογία της ομάδας των «Ελεύθερων Αξιωματικών», η συμπόρευσή τους υπήρξε εφικτή.

Όμως γρήγορα οι δρόμοι τους χώρισαν, διότι η εγκαθίδρυση Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν ήταν στις προθέσεις των «Ελεύθερων Αξιωματικών», ούτε η μετατροπή της Αιγύπτου σε «Ισλαμικό Χαλιφάτο».

Ύστερα από μία απόπειρα δολοφονίας κατά του Νάσερ το 1954, κάποια ηγετικά στελέχη των «Αδελφών Μουσουλμάνων» εκτελέστηκαν και οι σχέσεις με το Νασερικό καθεστώς έγιναν εχθρικές.

Από τότε οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» κατέφυγαν στις υπόγειες διαδρομές της μυστικής αντιπολιτεύσεως.

Για την πληρέστερη κατανόηση αυτών των εξελίξεων στην χώρα του Νείλου, χώρα αραβική και μουσουλμανική, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, οι μουσουλμανικές κοινωνίες, αραβικές ή μη, διακατέχονται έντονα από το «σύνδρομο του Ιράν».

Η πτώση του Σάχη (16 Ιανουαρίου 1979) που είχε επιτευχθεί χάρη στον αγώνα φιλελεύθερων, δημοκρατικών και αριστερών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων προεξάρχουσα θέση κατείχε η οργάνωση των «Φενταγίν» (των αυτοθυσιαζομένων χάριν ενός ιδανικού),ακόμα και εκείνη των «Μουτζαχιντίν» που ήταν μία περίεργη οργάνωση θρησκευομένων αριστερών, είχε θρέψει πάρα πολλές ελπίδες για την εγκαθίδρυση δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος δυτικού τύπου, δηλαδή με πολυκομματισμό, πολυφωνία και εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία ύστερα από διενέργεια εκλογών κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Όμως, τότε συνέβη το αναπάντεχο! Αντί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου, επεβλήθη Ισλαμική Δημοκρατία (1 Φεβρουαρίου 1979),δηλαδή καθεστώς θεοκρατικού ολοκληρωτισμού, και η χώρα μετετράπη σε ένα απέραντο σιϊτικό μοναστήρι.

Η βίαιη διά των όπλων επιβολή ενός ακραίου στυγνού θεοκρατικού καθεστώτος από τους «Ταλιμπάν» στο Αφγανιστάν, οι ακραίες και απάνθρωπες πρακτικές φανατικών μουσουλμάνων κατά νεαρών κοριτσιών στο Πακιστάν, που εξικνούνται μέχρι την εν ψυχρώ δολοφονία αυτών, επειδή τραγουδούσαν ή χόρευαν, προκαλούν ανατριχίλα στις μουσουλμανικές κοινωνίες.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι , ακόμα και ευσεβείς μουσουλμάνες γυναίκες – αν κρίνει κανείς από την περιβολή τους και ειδικά από τον τρόπο με τον οποίο καλύπτουν το κεφάλι τους- πανηγύριζαν για την ανατροπή του Προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι.

Η επικράτηση και η επιβολή (ακόμα και διά δημοκρατικών εκλογών) θεοκρατικού πολιτεύματος προκαλεί αποστροφή και φόβο στους διανοούμενους, στους μορφωμένους, σε όσους έχουν κάποια πνευματική καλλιέργεια, στην σπουδάζουσα νεολαία και στην συντριπτική πλειοψηφία του γυναικείου πληθυσμού των μουσουλμανικών χωρών.

Όμως, οι ευρείες αμόρφωτες και σε μεγάλο ποσοστό αναλφάβητες, θρησκευόμενες λαϊκές μάζες των μουσουλμανικών χωρών αποτελούν το ισχυρό λαϊκό έρεισμα των θρησκευτικών κινημάτων και των θεοκρατικών πολιτικών συστημάτων.

Αυτό συμβαίνει και στην Αίγυπτο.

Του Δρ. Βύρωνα Ματαράγκα
Διεθνολόγου