Εδώ και χρόνια διεξάγεται μια συνεχής πολιτική συζήτηση για περιορισμό του δημοσίου και για κατάργηση της «μονιμότητας» των δημοσίων υπαλλήλων. Σε αυτή τη συζήτηση από τη μια μεριά βρίσκονται οι θιασώτες του άκρατου φιλελευθερισμού που απαιτούν μαζικές καταργήσεις φορέων και υπηρεσιών, με καθολικές απολύσεις. Από την άλλη οι θιασώτες της άποψης ότι η «μονιμότητα» στο δημόσιο πρέπει να είναι απαραβίαστη και ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες de facto (ακόμα και αν κατηγορούν τα κόμματα εξουσίας ότι τις δημιούργησαν-στελέχωσαν πελατοκρατικά) προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και υπηρετούν τον λαό και τις ανάγκες του.

Για τους υποστηριχτές της «αγοράς», η φορολογία, που επιβάλει το κράτος, ώστε να διασφαλίζει τα δημόσια αγαθά, να συντηρεί τις υποδομές του και να πληρώνει το προσωπικό του, είναι σπατάλη. Οι νεοφιλελεύθεροι πιστεύουν ότι αν μειωνόταν η φορολογία και ορισμένες εξ αυτών των υπηρεσιών και υποδομών δίδονταν σε ιδιώτες, τότε αυτές θα παρέχονταν και θα λειτουργούσαν ποιοτικότερα, με καλύτερη σχέση κόστους/οφέλους, δημιουργώντας μεγαλύτερη ανάπτυξη, καινοτομία, νέες δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας.Αντίθετα, για τους υποστηριχτές του άκρατου «κρατισμού» ή του μεγάλου κράτους, η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι συνυφασμένη με την εκμετάλλευση της εργασίας, με την καταστροφή του περιβάλλοντος, με την καταστρατήγηση διάφορων νόμων, με την εκμετάλλευση του καταναλωτή και εν γένει με κάθε λογής παραβατικότητα, με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Άρα είναι κάτι που εξ’ ορισμού πρέπει να περιοριστεί ή ακόμα και να καταργηθεί, σύμφωνα με τις απόψεις ακραίων κομμάτων ή …συνιστωσών κομμάτων.

Αυτή η σύγκρουση ιδεών, εν πολλοίς, περιγράφει πολιτική μάχη που διεξάγεται στην Ευρώπη, αλλά και σε μεγάλο τμήμα του προηγμένου κόσμου, τουλάχιστον από το 1975 και μετά. Είναι προφανές, ότι ανάλογα με την ιστορική περίοδο και την διεθνή συγκυρία η μια ή η άλλη άποψη είχε την μεγαλύτερη αποδοχή και εφαρμογή καθ’ όλο τον 20ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά το «new deal» που εισήχθη στην παγκόσμια πολιτική ιστορία μετά την μεγάλη κρίση του 1929, στις ΗΠΑ.
Στην Ελλάδα, που για πρώτη φορά άρχισε να λειτουργεί ως κανονικό και «πλήρες» ευρωπαϊκό κράτος μετά το 1981, η πολιτική των κρατικοποιήσεων ξεκίνησε αμέσως μετά τον πόλεμο για να δημιουργηθούν υποδομές και δίκτυα, ως αναπτυξιακή επιλογή. Συνεχίστηκε, ως πολιτική επιλογή, και με άλλες επιχειρήσεις, που παραδοσιακά άνηκαν στον ιδιωτικό τομέα (Ολυμπιακή, Ιονική Τράπεζα, κλπ), από το 1975 και μετά. Αργότερα, μετά το 1981, έγινε αναγκαστική επιλογή, αφού Έλληνες επιχειρηματίες, που είχαν συνηθίσει σε ένα (μη ευρωπαϊκό) μοντέλο εργασιακής ασυδοσίας, εγκατέλειψαν χρεωμένες και χωρίς κεφάλαια, περισσότερες από 400 «προβληματικές» επιχειρήσεις.
Η συζήτηση περί αθρόων αποκρατικοποιήσεων και η ρητορική υπέρ των απολύσεων εισήχθη από τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1990. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο ήταν νωπή η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, που επί δεκαετίες εκπροσωπούσε την «άλλη» κοσμοθεωρία, που στηριζόταν στον ολοκληρωτικό κρατισμό στην παραγωγή και την οικονομία. Έτσι η επιθετική προσέγγιση εκείνης της περιόδου απηχούσε την δογματική νεοφιλελεύθερη προσέγγιση: «…κάθε τι ιδιωτικό είναι καλύτερο από κάθε τι δημόσιο…»

Σήμερα, έχει αποδειχθεί, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη κρίση του 2008, ότι καμία δογματική & μονομερής προσέγγιση δεν είναι σωστή. Έχει αποδειχθεί ότι το συγκριτικά καλύτερο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής είναι αυτό που στηρίζεται στην μικτή οικονομία με θεσμικό κρατικό παρεμβατισμό & διασφάλιση της πρόσβασης στα δημόσια αγαθά. Δηλαδή, σε μια δομή όπου το έθνος-κράτος και οι θεσμοί του λειτουργούν παρεμβαίνοντας στην οικονομία και τις υπόλοιπες παραγωγικές δομές και κοινωνικές ομάδες για να εξισορροπούν τις μεταξύ τους αντιθέσεις και να διασφαλίζουν ισονομία και ελάχιστα δικαιώματα σε όλους.
Αυτά τα ελάχιστα δικαιώματα αφορούν ζητήματα ισότητας πολιτικών δικαιωμάτων, ανεκτικότητας στην διαφορετικότητα, ελάχιστου εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης, ισότητας ευκαιριών στη μόρφωση και την επαγγελματική εξέλιξη, ίσης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, παροχής υπηρεσιών πρόνοιας, αλληλεγγύης και υποστήριξης σε ομάδες του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν ειδικά προβλήματα (π.χ. ΑΜΕΑ, τραυματίες, εξαρτημένοι, κλπ) ή βρίσκονται σε αδυναμία να βιοποριστούν από μόνοι για κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα (άνεργοι, παιδιά, ηλικιωμένοι, τραυματίες, αποφυλακισθέντες, κλπ).

Όλα τα παραπάνω και η ιστορική εξέλιξη –τουλάχιστον για τους προοδευτικούς ανθρώπους που η πολιτική τους σκέψη δομείται στην βάση ανθρωπιστικών αξιών– δείχνουν ότι οι απολύσεις και οι αναδιαρθρώσεις, στο δημόσιο, δεν μπορεί να είναι ούτε αυτοσκοπός, αλλά ούτε και «ταμπού»! Κεντρικός στόχος μιας κρατικής πολιτικής πρέπει να είναι η διασφάλιση του εθνικού αναπτυξιακού συμφέροντος σε συνδυασμό με την κοινωνική συνοχή, υπηρετώντας παράλληλα ανώτερες ανθρωπιστικές αξίες. Φυσικά, εξακολουθούν να υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές (π.χ. μεταξύ ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας) για το ποιο είναι το “όριο παρέμβασης” και σε ποιο επίπεδο, που κάθε πολιτική δύναμη θέτει για να θεωρεί ότι διασφαλίζονται τα παραπάνω.

Άρα, για τους προοδευτικά σκεπτόμενους, η βέλτιστη απόδοση των κρατικών υπηρεσιών είναι συνυφασμένη με το εθνικό συμφέρον, την ισόρροπη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη! Το δημόσιο οφείλει να υπηρετεί πολιτικούς στόχους ανάλογους με τους παραπάνω και ταυτόχρονα να εγγυάται την εφαρμογή νόμων και κανόνων. Ποιος λοιπόν μπορεί να ισχυριστεί ότι σε μια δομή όπου κάθε υπάλληλος υπηρετεί μόνιμα για 25-37 έτη, δεν χρειάζεται καμία αναδόμηση, αξιολόγηση, μετεξέλιξη ή ακόμα και κατάργηση, όταν διαπιστώνεται ότι αυτή παύει να υπηρετεί ή δεν καλύπτει όπως απαιτείται τους παραπάνω πολιτικούς ή λειτουργικούς στόχους, για τους οποίους υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε?
Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας και των διαδικασιών παραγωγής, ο διεθνής ανταγωνισμός, οι ανάγκες των πολιτών, οι διεθνείς υποχρεώσεις μιας χώρας, κλπ, επιβάλλουν σε ένα σύγχρονο κράτος να είναι ευέλικτο και έτοιμο να ενσωματώσει τις καλύτερες δυνατές πρακτικές? Είναι σίγουρο, ότι κανένας λογικός και χωρίς παρωπίδες πολίτης δεν μπορεί να μην αποδεχτεί ότι η αξιολόγηση, η κινητικότητα, η μετεκπαίδευση, η απόλυση, αλλά και η συνακόλουθη συγχώνευση, διάσπαση, κατάργηση, ίδρυση, μετεξέλιξη των κρατικών δομών, πρέπει να είναι συστατικό στοιχείο κάθε προσπάθειας για αναβάθμιση των παρεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών, επίτευξης των πολιτικών στόχων, που θέτει κάθε κυβέρνηση, και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της αποδοτικότητας του κράτους, συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη του κόσμου!

Στα πλαίσια αυτά η αναγκαία, σκόπιμη και αποδοτική για τον λαό & τη χώρα, συζήτηση που πρέπει να κάνει το πολιτικό σύστημα δεν είναι αυτή που επιχειρεί απλά να δικαιολογήσει ή αντίστοιχα να απορρίψει «απολύσεις» ή «αναδιαρθρώσεις», επί της αρχής, όπως αυτή που διεξάγεται μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αυτή που προσπαθεί να εξηγήσει –αποδεχόμενη ότι όλα αυτά είναι απαραίτητα «εργαλεία»– ποια συγκεκριμένη επιλογή ή διαδικασία εξυπηρετεί και επιφέρει εκείνο το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που την καθιστά εθνικά και κοινωνικά αποδεκτή, με το μικρότερο δυνατό κόστος για τα φυσικά πρόσωπα που επηρεάζονται!
Δυστυχώς, ο «αχταρμάς» της μνημονιακής–αντιμνημονιακής διαίρεσης των πολιτικών δυνάμεων, όπου οι ετερόκλητες δυνάμεις της «αντιμνημονιακής» αντιπολίτευσης κάνουν εύκολο πολιτικό συνδικαλισμό, αλλά όχι ουσιαστική πολιτική υπεράσπισης των κοινωνικών και εθνικών συμφερόντων, αλλά και o εγκλωβισμός του δημόσιου λόγου σε αυτό το απλοϊκό, συγκρουσιακό σχήμα, εμποδίζει να διακρίνουμε τις πολιτικές διαφορές. Δηλαδή, ότι τόσο η «απόλυση» όσο και η «απαραβίαστη μονιμότητα», μπορούν να είναι εξίσου συντηρητικές και δεξιές επιλογές στασιμότητας και οπισθοδρόμησης ή αριστερές επιλογές προόδου, δικαιοσύνης και αλλαγής, ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούνται, ποιους «υπερασπίζονται» και σε τι αποσκοπούν!

Έτσι, σήμερα η κινητικότητα και οι απολύσεις χρησιμοποιούνται από τη ΝΔ με μια καθαρά δεξιά, αντιπαραγωγική και πρακτικά αντιμεταρρυθμιστική προσέγγιση! Αντί να ανασυγκροτούνται δομές που επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την παραγωγικότητα του δημοσίου, το οικονομικό κλίμα και την επιχειρηματικότητα. Αντί να αναδομούνται οι υπηρεσίες που συντηρούν την γραφειοκρατία, τον συγκεντρωτισμό, την διαφθορά, τον παρασιτισμό και άλλες παθογένειες …καταργούνται αποκεντρωμένες υπηρεσίες που βρίσκονται πραγματικά κοντά στον πολίτη! Υπηρεσίες που θα μπορούσαν να επιτελέσουν καλύτερα τον ρόλο τους, με αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, αξιολόγηση, ενίσχυση σε μέσα και προσωπικό και καλύτερη λειτουργική διαχείριση-εποπτεία!

Αντίστοιχα, η καθολική κριτική του ΣΥΡΙΖΑ κατά των απολύσεων και της διαθεσιμότητας συνολικά, είναι μνημείο λαϊκισμού, αντι-εξορθολογισμού, αναχρονισμού και οπισθοδρόμησης, εις βάρος των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας, της οικονομίας και των κρατικών λειτουργιών που αφορούν τους πιο αδύναμους. Είναι εις βάρος κάθε έννοιας προόδου και εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος στη βάση της ευέλικτης προσαρμογής του κράτους στις τεχνολογικές και παραγωγικές εξελίξεις. Αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις στον φορολογικό μηχανισμό, τον στρατό, τα κεντρικά υπουργεία, τα υπερτροφικά νοσοκομεία & πανεπιστήμια των Αθηνών, τους φορείς που είναι επιτελικοί χωρίς εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό ή ελεγκτικοί χωρίς ελεγκτικό μηχανισμό …λαϊκίζει & ψηφοθηρεί υπέρ όλων, στο πλευρό της απόλυτης στασιμότητας και στρατηγικά κατά της προοπτικής χώρας!
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν ότι ούτε η ΝΔ, αλλά ούτε και ο «αριστερός» ΣΥΡΙΖΑ έχουν να προτείνουν κάτι συγκεκριμένο, ουσιαστικό και χρήσιμο για τον λαό! Δείχνουν ότι η χώρα έχει ανάγκη, τώρα, από μια προοδευτική διακυβέρνηση! Μια διακυβέρνηση που θα στοχεύει στο να κάνει την Ελλάδα μια κανονική, ευνομούμενη, δίκαιη και δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα. Δηλαδή μια χώρα που θα αξιοποιεί με την μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα κάθε αξιολογούμενο δημόσιο υπάλληλο και που θα διαχειρίζεται με την μέγιστη δυνατή αξιοπιστία και διαφάνεια κάθε δημόσιο πόρο. Που θα προστατεύει τα δημόσια αγαθά από την ληστρική διάθεση του ιδιωτικού τομέα, όχι για να τα εγκαταλείψει στις ορέξεις των τρωκτικών & της ρουσφετολογίας, αλλά για να τα κάνει δωρεάν ή ευκολότερα προσβάσιμα σε όσους τα έχουν ανάγκη!

Μια διακυβέρνηση που θα «βάζει χαλινάρι» στην ασυδοσία της αγοράς και την «έξυπνη» φοροαποφυγή, αλλά και την καθημερινή φοροδιαφυγή και οικονομική μικρο-παραβατικότητα. Που θα συγκρούεται με την περιθωριοποίηση του λαού και την αδιαφάνεια στην λήψη των αποφάσεων, αλλά και θα επιχειρεί να ανατρέψει το δημοκρατικό έλλειμμα αντιπροσώπευσης στους θεσμούς της Ε.Ε. και τους διεθνείς οργανισμούς. Μια διακυβέρνηση, που χωρίς να αρνείται να λάβει τις αναγκαίες ή δύσκολες αποφάσεις στο εσωτερικό, διασφαλίζοντας έτσι τον διεθνή γεωπολιτικό ρόλο και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, θα πρωτοστατεί στο εξωτερικό στην προσπάθεια για την δίκαιη ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης και την προστασία του περιβάλλοντος.

Η χώρα μας έχει ανάγκη από μια διακυβέρνηση, από ένα νέο πολιτικό προσωπικό, που θα αφήνει στο παρελθόν τους ιδεολογικούς δογματισμούς της δεξιάς και της αριστεράς, αλλά και την πελατοκρατική λογική των «παραδοσιακών» κομμάτων εξουσίας. Μια λογική, που ενώ είχε θέσει το δημόσιο και τις κρατικές λειτουργίες σε ομηρεία από τις κοινωνικές μεταπρατικές ελίτ και τις αντιπαραγωγικές συντεχνίες, οδηγώντας στην κατάρρευση, υιοθετείται με περισσή ευκολία και στρουθοκαμηλισμό από την λεγόμενη ελληνική αριστερά, που ονειρεύεται να κυβερνήσει με την ταχύτητα κολλημένη …«πίσω ολοταχώς»!

Ηράκλειο, 16-07-2013

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΕΤΡΑΚΗΣ
μέλος Ν.Ε. Ηρακλείου ΠΑ.ΣΟ.Κ.