Η Guyart Marie ή Marie de l’ Incarnation (28 Οκτωβρίου 1559-30 Απριλίου 1672) ήταν μια καλόγρια που ίδρυσε την τάξη των Ουρσουλινών στη Νέα Γαλλία στο Κεμπέκ. Γεννήθηκε στην Tours της Γαλλίας και πέθανε στο Κεμπέκ του Καναδά.

Κόρη του φούρναρη Florent Guyart και της Jeanne Michelet, η Marie βαφτίστηκε στην πρώην εκκλησία του Saint-Saturnin.

Η μητέρα της καταγόταν από την Babou de La Bourdaisières, μια παλιά και αριστοκρατική οικογένεια που είχε διακριθεί στην υπηρεσία της εκκλησίας και του κράτους, αλλά η Jeanne Michelet προτίμησε να παντρευτεί έναν απλό και ειλικρινή εργάτη που είχε καθιερωθεί στο χώρο του και τιμούσε τη συντεχνία του.

Οι Guyarts έδωσαν στα επτά παιδιά τους, τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια, μια βαθιά χριστιανική ανατροφή και μόρφωση.

Η Μαρία πήγε στο σχολείο σε μικρή ηλικία. Μια νύχτα λέγεται ότι είδε τον Κύριο σε ένα όνειρο. Σκύβοντας από πάνω της, τη ρώτησε: “Θέλεις να είσαι δική μου’’;

Η καταφατική της απάντηση σηματοδότησε μια αδιάλειπτη σειρά γενναιοδωρίας προς τον συνάνθρωπο. Ακόμα και στη μικρή ηλικία της, αρκετά συχνά περνούσε την ώρα της σε ’’κατ’ ιδίαν’’ συνομιλίες με το Θεό.

Έτσι η Μαρία από πολύ νωρίς έδειξε ένα πλούσιο και ισορροπημένο χαρακτήρα, κατάλληλο για μυστικιστικές εμπειρίες και πρακτικές.

       

Πορτραίτο της ιδρύτριας του μοναστηριού.

Στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, η Marie Guyart έδειξε μια κλίση προς τη ζωή του μοναστηριού, αλλά οι γονείς της έκριναν ότι ήταν κατάλληλη για γάμο.

Αν και ευσεβής αρκετά, εν τούτοις διάβαζε τακτικά μυθιστορήματα και παρουσιαζόταν στον εξωτερικό κόσμο ως ένα χαρούμενο κορίτσι.

Μνηστήρας της εμφανίστηκε ο εργαζόμενος στο μετάξι Claude Martin, ο γάμος τους όμως δεν της έφερε την πολυπόθητη ευτυχία.

Κάποια οικογενειακά προβλήματα με την πεθερά της και μη αναμενόμενες οικονομικές δυσκολίες, οδήγησαν την οικογένεια σε πτώχευση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο θάνατος του συζύγου της.

Πέθανε κατά τους τελευταίους μήνες του 1619, μετά από δύο χρόνια έγγαμου βίου, αφήνοντας την δεκαεννιάχρονη χήρα του με ένα γιο έξι μηνών.

Η Μαρία επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα της και η επιθυμία της για μοναστηριακή ζωή, έγινε έντονη. Αλλά η θλιβερή κατάσταση των πραγμάτων και ο μικρός γιος της την κράτησαν μακριά από τις επιθυμίες της για την ώρα.

Από όλες τις πλευρές πιεζόταν να ξαναπαντρευτεί, προκειμένου να αποκατασταθεί η οικονομική κατάστασή της και να διαθέσει τα απαραίτητα για την εκπαίδευση του γιου της.

Μετά από κάποιο δισταγμό, αποφάσισε να ακολουθήσει την κλίση της προς την απομονωμένη ζωή. Αποτραβήχτηκε έτσι σε ένα δωμάτιο και άρχισε να διαβάζει ιερά κείμενα και να συνομιλεί στενά με το Θεό.

Ξαφνικά ο Κύριος μπήκε δυναμικά στη ζωή της! Η ίδια αναφερόμενη σε αυτή τη μυστικιστική εμπειρία την αποκάλεσε ’’μετατροπή”.

Ένα πρωί, καθώς πήγαινε στην εργασία της, μια ακαταμάχητη δύναμη κατήλθε σε αυτήν και τη σταμάτησε στη μέση του δρόμου.

Σε μια στιγμή τα μάτια του πνεύματός της άνοιξαν και όλα τα λάθη και οι ατέλειές της, αποκαλύφθηκαν σε αυτήν συλλογικά και ολοκληρωτικά, πιο καθαρά από ποτέ.

Την ίδια στιγμή είδε τον εαυτό της βυθισμένο στο αίμα του Υιού του Θεού. Μετά από αυτή την εμπειρία της 24 Μαρτίου 1620, ομολόγησε στον ιερέα της, ότι δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Η Μαρία ήταν μόλις είκοσι ετών.

Τότε η αδελφή της η οποία ήταν παντρεμένη με τον Paul Buisson, τον ιδιοκτήτης μιας μεταφορικής εταιρείας, την προσκάλεσε να έρθει να ζήσει στο σπίτι της.

Αρχικά η Μαρία ανέλαβε τις πλέον ταπεινές εργασίες στο σπίτι. Μαγείρευε, καθάριζε, πρόσεχε και φρόντιζε τους τριάντα περίπου απασχολούμενους στην εταιρεία του γαμπρού της, όπως μια μητέρα.

Όντας ήδη δεσμευμένη στο Θεό από τον όρκο της αγνότητας, πήρε επίσης τον όρκου της φτώχειας και της υπακοής σε αυτόν.

Το 1625 ο Paul Buisson της ανέθεσε την πλήρη ευθύνη της επιχείρησής του, οπότε και ερχόταν σε επαφή με πληθώρα κόσμου. Είχε όμως μέσα της βαθιά την εμπειρία “ενός εσωτερικού παραδείσου’’.

Ήταν 27 ετών και ο γιος της Claude μόλις 8 ετών, ένα αδύναμο συνεσταλμένο μικρό αγόρι το οποίο όμως η μητέρα του προετοίμαζε σταδιακά και απαλά για τον τελικό χωρισμό.

Θα γινόταν αναμφίβολα αποδεκτή σε πολλές άλλες ομάδες μοναχών, αλλά επέλεξε τις Ουρσουλίνες, επειδή μια μυστική φωνή της είπε ότι αυτό επιθυμούσε ο Θεός από αυτήν.

Στις 25 Ιανουαρίου εγκατέλειψε τον ηλικιωμένο πατέρα της, άφησε το γιό της Claude στη φροντίδα της αδελφής της και εισήλθε στις Ουρσουλίνες της πόλης Tours.

Ανακαλώντας αυτό το οδυνηρό επεισόδιο αργότερα, η Marie παραδέχτηκε ότι “είχε υποστεί ένα ζωντανό θάνατο” λόγω της εγκατάλειψης του γιού της.

Η κυρία Martin έγινε μοναχή των Ουρσουλινών με το όνομα ’’Μαρία της Ενσάρκωσης’’ (Marie de l’ Incarnation) και ορκίστηκε το 1633, ενώ ο Claude συνέχισε την εκπαίδευσή του με τους Ιησουίτες στη Rennes.

Είχε όμως βαθιά μέσα της ριζωμένη την πεποίθηση ότι το μοναστήρι της Τουρ ήταν μόνο ένα σημείο-στάση γι’ αυτήν.

Σταδιακά η αποστολική της κλίση έγινε σαφής. Σε ένα όνειρο ο Θεός την πήγε σε μια τεράστια χώρα γεμάτη βουνά, κοιλάδες και βαριές ομίχλες.

Αργότερα ο Κύριος της είπε ρητά: “Ήταν ο Καναδάς που σου έδειξα! Θα πρέπει να πάς εκεί για να χτίσεις ένα σπίτι για τον Ιησού και τη Μαρία’’.

Το μυστήριο πλέον λύθηκε, οι δυσκολίες εξαφανίστηκαν και η Μαρία ενημερώθηκε σχετικά με τις αποστολές στη Νέα Γαλλία.

Ο Πατέρας Poncet de La Rivière την διευκόλυνε να συναντηθεί με τη Mme de Chauvigny de La Peltrie, η οποία ήταν επίσης πρόθυμη να αφιερώσει τη ζωή της στα μικρά κορίτσια των Ινδιάνων.

Για την εποχή, η όλη επιχείρηση φαινόταν καθαρή τρέλα. Αδύναμες γυναίκες σε μια θάλασσα γεμάτη υφάλους και πειρατές!

Μετέβησαν στο Παρίσι όπου ήλπιζαν να στρατολογήσουν και κάποια τρίτη Ουρσουλίνα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να εκθέσει κι άλλη στον αφανισμό της θάλασσας και στους βαρβάρους.

Την τελευταία στιγμή, η Μητέρα Cécile de Sainte-Croix από τη Διέππη, ήρθε επίσης μαζί τους για τον Καναδά.
Στις 4 του Μαΐου του 1639, το Saint-Joseph απέπλευσε για το Νέο Κόσμο.

Η Marie de l’ Incarnation μας άφησε μια υπέροχη και γραφική περιγραφή της διαδρομής και του τεράστιου παγόβουνου που έσπασε σχεδόν το πλοίο, αλλά τελικά την 1 Αυγούστου 1639 οι ταξιδιώτες έφτασαν στο Κεμπέκ.

         

Ο εξωτερικός χώρος του συγκροτήματος της Μονής των Ουρσουλινών στο Κεμπέκ, με τη θρυλική μορφή της Marie de l’ Incarnation σε πρώτο πλάνο.

Έτσι η αποστολική ζωή της Marie de l’ Incarnation, συνδέθηκε στενά με την ιστορία της Νέας Γαλλίας. Η Μητέρα Μαρία αποδείχθηκε απ’ την αρχή μια επιχειρηματική γυναίκα.

Βρήκε ένα σπίτι στην Κάτω Πόλη το οποίο ονόμασε “Λούβρο”, αλλά το 1642 μετακόμισαν στην κορυφή του ακρωτηρίου, σε ένα όμορφο μοναστήρι όλο με πέτρα, τριών ορόφων, 92 πόδια μακρύ και 28 πλάτος, ένα πραγματικό θαύμα για τη χώρα εκείνη.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 31ης Δεκεμβρίου, πυρκαγιά κατέστρεψε την κατοικία, καρπό τεράστιων προσπαθειών και θυσιών.

Η Marie μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ξεκίνησε την ανοικοδόμηση γεμάτη ενέργεια και εφευρετικότητα. Πάνω από όλα όμως, είχε προσωπικές και νέες ιδέες για την οικονομία της χώρας.

Η ανακάλυψη των ορυχείων και οι αλυκές την ενδιέφεραν. Αν ήταν στη θέση των εμπόρων, όπως έγραψε, θα προέβαινε σε εξαγωγή ελαίου από μεγάλα ψάρια.

Η αλληλογραφία της αφθονεί σε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Έφτασε σε σημείο οι διοικητές και άρχοντες της αποικίας να την συμβουλεύονται για τρέχοντα θέματα.

Είχε μεγάλα όνειρα για τη Γαλλία, πανηγύριζε για τα κατορθώματα των συμπατριωτών της και καμάρωνε για την πρόοδο που είχε επιτευχθεί ως τότε στο Κεμπέκ.

Με τη βοήθεια των Ιησουιτών συνέταξε Συντάγματα που ταίριαζαν στη Νέα Γαλλία, ένα μνημείο πρακτικής σοφίας.

Για 32 χρόνια το όλο το βάρος της ευθύνης για την αποικία στηριζόταν στους ώμους της. Αψήφησε τις επιδρομές των Iroquois, τις κακές καιρικές συνθήκες και τις κακίες των ανθρώπων.

Η Marie de l’ Incarnation χρησιμοποίησε όλα το ταλέντο της ως ηγέτης για την εξυπηρέτηση των ψυχών, για το οποίο έργο άλλωστε ο Θεός την προίκισε με τα δώρα της φύσης και της θείας χάριτος.

Στον Καναδά οι Ιησουίτες ήταν οι πνευματικοί της σύμβουλοι και εκπαιδευτές της στην γλώσσα των Ινδιάνων. Αμέσως μετά την άφιξή τους στο Κεμπέκ οι Ουρσουλίνες πήραν μαζί τους όλα τα μικρά κορίτσια των Γάλλων που μπόρεσαν να βρουν και τους δίδασκαν την ευσέβεια και την ηθική.

Οι δασκάλες των μικρών κοριτσιών, πληρωνόντουσαν σε είδος, όπως καυσόξυλα, χοιρινό λίπος, βούτυρο, μπιζέλια, αλατισμένο χέλι.

Το σχολείο αρχικά είχε 18 με 20 οικότροφους που πλήρωσαν 120 livres ανά έτος ως δίδακτρα. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, ο αριθμός συνέχισε να αυξάνεται και το έργο έγινε βαρύ και πιεστικό.

Αν δεν ήταν οι Ουρσουλίνες, έγραψε η Μητέρα Μαρία, οι κοπέλες θα βρισκόντουσαν σε κίνδυνο, γιατί ’’επιτράπηκε στα νεαρά κορίτσια πολύ ελευθερία’’.

Στο σύνολό τους τα καναδέζικα κορίτσια είχαν ’’ορθό χαρακτήρα’’ αλλά μερικές φορές ήταν απαραίτητο να τους διδάξουν μέσα σε ένα χρόνο να διαβάζουν, να γράφουν, να μετράνε και γενικώς όλα όσα έπρεπε να ξέρει ένα κορίτσι.

Τα υποδεχόταν πάντα με ανοιχτές αγκάλες, τα κατηχούσε κατάλληλα και τα έκανε, όσο μπορούσε, ευτυχισμένα. Τα γράμματά της φέρνουν στο προσκήνιο ιστορίες που περιγράφουν το πάθος, τους αγώνες και τις φάρσες των παιδιών του δάσους.

Τα έγγραφα αυτά αποκαλύπτουν τη βαθιά κατανόηση της Μητέρας Μαρίας καθώς και τη νοοτροπία των νεοφώτιστων κοριτσιών. Συχνά τα αποκαλούσε ως “ομορφιές” της καρδιάς της και “τα φωτεινότερα κοσμήματα” στο στέμμα της.

Το 1668 οι υπουργοί του βασιλιά έλαβαν μέτρα για να ενθαρρύνουν τους ινδιάνους να υιοθετήσουν το γαλλικό τρόπο ζωής.

Στα ιδρύματα των Ιησουιτών, στην σχολή του Κεμπέκ και το μοναστήρι των Ουρσουλινών, το πείραμα αποδείχθηκε καταστροφικό.

“Είναι όμως πολύ δύσκολο πράγμα, αν όχι αδύνατο, να προσαρμόσεις τους Ινδιάνους στα Γαλλικά ήθη και έθιμα ή να τους εκπολιτίσεις.

Είχαμε περισσότερη εμπειρία σε αυτό το θέμα από οποιονδήποτε άλλο, και έχουμε παρατηρήσει ότι από τα εκατό κορίτσια που έχουν περάσει από τα χέρια μας, έχουμε ελάχιστα εκπολιτίσει’’.

Σε ηλικία άνω των σαράντα ετών άρχισε να μελετάει τις γλώσσες των ιθαγενών Ινδιάνων και έγινε κάτοχός τους σε τέτοιο βαθμό που έγραφε στα γαλλικά, τη γλώσσα των Algonkin, κι ακόμα έγραψε λεξικά των Iroquois.

Μερικά από τα έργα αυτά εξαφανίστηκαν στη φωτιά του 1686, ενώ τα υπόλοιπα δόθηκαν σε ιεραπόστολους που έφυγαν για τον καναδικό βορρά.

Σίγουρα όμως η Μαρία υπέφερε πολλά από τους Ιρόκους (Iroquois) οι οποίοι κατέστρεψαν τις φάρμες της και σκότωσαν τους υπηρέτες της και τους καλύτερους φίλους της.

Το 1660 για παράδειγμα το μοναστήρι της πολιορκήθηκε και κάθε χρόνο αναρωτιόταν αν έπρεπε να γυρίσει πίσω στη Γαλλία από όλες αυτές τις ενέργειες που υφίστατο στη χώρα που υιοθέτησε, αλλά παρ’ όλα αυτά, συνέχισε ακλόνητη.

Για τριάντα τρία χρόνια πήρε ενεργό μέρος στους αδιάκοπους αγώνες της Γαλλίας να εγκατασταθεί στη Βόρεια Αμερική και την άφιξη του Επισκόπου Francois de Laval το 1659, ο οποίος αρχικά κατοικούσε σε μια ταπεινή κατοικία, λίγα βήματα από το μοναστήρι των Ουρσουλινών.

Η Μαρία μάλιστα του είχε δανείσει τον κήπο της και αναφερόταν σε αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Επειδή κατοικούσε στον Καναδά από το 1639, η Marie ήταν γνώστης όλων των βασικών προβλημάτων της αποικίας.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι μόλις το 1681, εννέα χρόνια μετά τον θάνατο της Marie, υπογράφτηκε και η τυπική σχέση και διασύνδεση μεταξύ των Ουρσουλινών του Κεμπέκ και εκείνων του Παρισιού.

Οι παρατεταμένες όμως μετάνοιες και ασθένειες τις οποίες αντιμετώπιζε επιπόλαια, την είχαν φθείρει. Μερικές φορές οι επιστολές της ομοίαζαν με ένα δελτίο υγείας, που δεν ήταν καθόλου καθησυχαστικό, αφού όπως έλεγε δεν μπορούσε να στηριχτεί στα γόνατά της, η όρασή της σταδιακά χανόταν, αλλά ευφραινόταν με τη σκέψη ότι το τέλος πλησίαζε και ότι σύντομα θα μπορούσε να αντικρύσει το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο.

Πριν φύγει από τη ζωή θεώρησε ήδη ότι ο χρόνος για την αναχώρηση είχε φτάσει, το έργο των Ουρσουλινών πήγαινε πολύ καλά και ο γιος της Claude προόδευε.

Έφυγε από τη ζωή στις 30 Απριλίου 1672, στην ηλικία των 72 ετών και 6 μηνών. Όταν η τελετή της κηδείας τελείωσε, κατέβασαν το σώμα στον τάφο, αλλά λίγο μετά την ξανανέβασαν πάνω για να κάνουν το πορτραίτο της.

Δυστυχώς, η ζωγράφος που εστάλη από τον Διοικητή, Daniel de Rémy de Courcelle, ήταν καλλιτέχνης μάλλον δεύτερης κλάσης και αποτύπωσε στον καμβά μόνο τα χαρακτηριστικά της νεκρής γυναίκας, ενώ δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος για να δημιουργήσει τη μάσκα θανάτου.

Κι αυτός ο πίνακας όμως καταστράφηκε από την πυρκαγιά του 1686. Το 1699 οι Ουρσουλίνες του Κεμπέκ έλαβαν ένα άλλο πορτραίτο της σεβάσμιας μητέρα τους, ένα επεξεργασμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου, σύμφωνα με τις παραδόσεις της μονής, το οποίο απεικονίζει τη Μαρία γυναίκα στα εβδομήντα της, με τα μάτια της κλειστά και τα χέρια της πρησμένα, φθαρμένη από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες και το οποίο σώζεται έως σήμερα στο μοναστήρι των Ουρσουλινών στο Κεμπέκ.

Περισσότερο επιτυχημένα από τους προκατόχους του, ο ζωγράφος Botoni (1878) μας έδωσε τη Μαρία σε έκσταση, αλλά αυτή η δημιουργία της φαντασίας δεν αντιστοιχεί με την φυσιογνωμία που προκύπτει από τις επιστολές της.

Στα νιάτα της και πριν από τις ταλαιπωρίες και τους κόπους της που την επηρέασαν, το πρόσωπό της ήταν αρκετά όμορφο ακόμα και σε μεγάλη ηλικία.

          

Η σημερινή εξωτερική είσοδος στο συγκρότημα της Μονής των Ουρσουλινών του Κεμπέκ.

Από το 1672, η Μαρία λατρευόταν ως αγία, και τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ήταν περιζήτητα ως κειμήλια. Ένα από τα ωραιότερα εγκώμια που ειπώθηκαν για τη Marie είναι το γράμμα που έγραψε ο επίσκοπος Laval με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 1677 στο Dom Claude Martin, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει:

“…Θεωρούμε ως ιδιαίτερη ευλογία τη γνωριμία μαζί της την οποία μας επέτρεψε ο Θεός, θέτοντας αυτή υπό την ποιμαντική καθοδήγησή μας.. ήταν προικισμένη με όλες τις αρετές, ειδικά με το δώρο της προσευχής, ευγενής με τόσο τέλεια ένωση με το Θεό… αφού αυτή επέλεξε ο Θεός για να ιδρύσει τις Ουρσουλίνες στον Καναδά…

Ήταν σε θέση να εκτελέσει όλες τις εργασίες της θρησκείας μας, και η ζωή της ενώ φαινομενικά ήταν συνήθης, εν τούτοις ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα για ολόκληρη την κοινότητα.

Το πάθος της για τη σωτηρία των ψυχών και ειδικά για τη μετατροπή των Ινδιάνων σε χριστιανούς, ήταν τόσο μεγάλο και επίμονο, και δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό με τις προσευχές της για τις ευλογίες του Θεού που Εκείνος έχει πλημμύρισε αυτή τη νεογέννητη Εκκλησία…”.

Η Μαρία έγραψε πολλά γραπτά, αλλά δεν διατηρούνται όλα. Είχε έντονα αναπτυγμένο, το χάρισμα του λόγου. Ήταν ακόμα γεννημένη συγγραφέας επιστολών, αφού εκτιμάται ότι πρέπει να έχει γράψει περίπου 13.000 επιστολές στη ζωή της. Βεβαίως δεν έχουν έρθει στην επιφάνεια, παρά λίγες από αυτές.

Σε αυτές τις επιστολές τις οποίες έγραφε κυρίως τη νύχτα, αναφέρθηκε σχεδόν σε όλα τα θέματα. Εκεί επέτρεπε στον εαυτό της να εξιστορεί γραφικές σκηνές που προέρχονταν από τη ζωή της και γεμάτες συναρπαστικές επίκαιρες ειδήσεις. Σ’ αυτές μας δείχνει ολόκληρο τον εαυτό της, τις περιόδους και τους συγχρόνους της.

Ανοίγει την καρδιά της ακατάσχετα, αποκαλύπτοντας όλες τις πτυχές της εμπνευσμένης προσωπικότητάς της. Κάποιος μπορεί να αισθανθεί τα χτυπήματα της καρδιάς της, που είναι αυτά μιας μητέρας, φίλης, μοναχής και πατριώτισσας.

Μίλησε για τα πάντα, ακόμη κι αν δεν είχε πάει σε εξειδικευμένα σχολεία, έλαβε μέρος στην επίλυση των πιο σύνθετων προβλημάτων επειδή κοίταξε τον κόσμο υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, με μάτια και αισθήσεις που αποσπάστηκαν από όλες τις ανθυγιεινές επίγειες επιθυμίες.

Οι επιστολές της Μητέρας Μαρίας έχουν όλες τις ιδιότητες και όλα τα ελαττώματα των γραπτών που βγαίνουν αυθόρμητα έξω, από ένα άτομο το οποίο ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει το μαγικό ραβδί της ζωής. Ως άτομο του 17ου αιώνα, η Μητέρα Μαρία διέθετε αίσθηση τάξης και αρμονίας.

Το 1645 η Μαρία πίστεψε και επιθύμησε την ένωση όλων των εκκλησιών των γαλλικών Ουρσουλινών. Το όνειρό της πραγματοποιήθηκε εν τέλει στον Καναδά το 1953.

Οι ’’κόρες’’ της ομαδοποιήθηκαν υπό τη διεύθυνση μιας ανώτερης αρχής που δημιουργήθηκε στο Κεμπέκ. Πιστές στο ιεραποστολικό πνεύμα της ιδρύτριάς τους, οι καναδικές Ουρσουλίνες εξαπλώθηκαν αργότερα στην Ιαπωνία (1935) και τη Νότια Αμερική (1961).

medicaltime.gr / Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Χειρουργός, Διευθυντής ΕΣΥ, Πα.Γ.Ν.Η και η Ειρήνη Ιωάν. Σουλτάτου, Προϊσταμένη Χειρουργείου Πα.Γ.Ν.Η.