Δίχως αμφιβολία, σε αρκετά υψηλό ποσοστό, μέχρι σήμερα, βρίσκονταν οι ρατσιστικές εκφάνσεις για τις διάφορες μειονότητες που συνυπάρχουν στη χώρα ή για κατηγορίες ατόμων που χαρακτηρίζονταν για τις συνήθειες ή προτιμήσεις τους, όπως είναι οι αλλοδαποί, οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, οι ομοφυλόφιλοι, άτομα με διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω καθώς και διάφορες άλλες ομάδες του πληθυσμού.

Στη σύγχρονη εποχή, τα πρωτεία των παραπάνω τάσεων, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί οι περισσότεροι, έχει πάρει μία μορφή κοινωνικού ρατσισμού ως άμεση απόρροια της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα, και αφορά τους συμπολίτες μας που χαρακτηρίζονται ως «άποροι» λόγω οικονομικής αδυναμίας και επειδή δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να καλύψουν σημαντικές ανάγκες επιβίωσης.

Οι αποδεδειγμένα «άποροι», πλέον, απαριθμούν αρκετές χιλιάδες και καθημερινά κατακλύζουν τις αίθουσες των συσσιτίων και τα κοινωνικά παντοπωλεία.

Αποτελεί γεγονός, όμως, ότι πέραν της έκρηξης ανθρώπινης αλληλεγγύης (που καλώς υπάρχει και εξελίσσεται) παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σημάδια που οδηγούν στο διαχωρισμό και το στιγματισμό των ανθρώπων που υστερούν οικονομικά.

Ειδικότερα, ορισμένα άτομα ακολουθούν μια ανορθόδοξη στάση απέναντι σε «άπορους» συμπολίτες μας, που είτε τους θεωρούν κατώτερους κοινωνικά, είτε τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία, νομίζοντας ότι προσπαθούν να αποκομίσουν οφέλη, εκμεταλλευόμενοι τη κατάσταση τους, θίγοντας, έτσι, με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά τους τόσο την προσωπικότητα όσο και την υπόσταση των ανθρώπων αυτών.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κάποιοι ή ακόμα και κρατικές υπηρεσίες, που επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο στη προσπάθεια τους να βοηθήσουν, και όχι έχοντας κακή πρόθεση, ενεργούν κατά τρόπο που αυτόματα τους θέτει στο περιθώριο και βάζει «ταμπέλες» κάνοντας έτσι τους συμπολίτες μας να αισθάνονται μειονεκτικά.

Έτσι, «τραγική ειρωνεία» ενώ υπάρχει ο ρατσισμός που όπως γνωρίζουμε δημιουργείται με αρνητικό πρόσημο, εδώ βλέπουμε τον κοινωνικό στιγματισμό (που ως στοιχείο εμπεριέχεται στη σταχυολόγηση της έννοιας του ρατσισμού) να εμφανίζεται μέσα από πράξεις, κάποιες φορές, αλτρουισμού ή ουμανιστικού χαρακτήρα.

Σαφώς, απαιτείται να υπάρξει μέριμνα για εξειδικευμένη αντιμετώπιση των ιδιαίτερων αυτών καταστάσεων καθώς και ειδική ενημέρωση των στελεχών των κοινωνικών υπηρεσιών, των οργανώσεων/συλλόγων φιλανθρωπικού χαρακτήρα ή και ιδιωτών, ώστε να αποφευχθούν οποιαδήποτε ψήγματα, έστω και ακούσια, τέτοιου κοινωνικού στιγματισμού, που επιτείνει τη κατάσταση των «άπορων» συμπολιτών μας, που ήδη βρίσκονται σε συναισθηματική φόρτιση.

Διότι, η συνολική πράξη της κοινωνικής αλληλεγγύης αν δε τελεστεί ορθά, τότε μπορεί να έχει και αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα.

Τέλος, ως κοινωνικός λειτουργός αλλά και ως νέος άνθρωπος, αλήθεια διερωτώμαι, η Πολιτεία που τώρα περηφανεύεται για τα μέτρα αντιμετώπισης της φτώχειας που έλαβε, μήπως θα έπρεπε, πραγματικά, να λυπάται που δεν ενήργησε όταν και όπως θα έπρεπε, ώστε να προληφθούν αυτού του είδους τα φαινόμενα…


Γιώργος Σαριδάκης

Κοινωνικός Λειτουργός